Εύα Νικολαΐδου
Στα έξι επεισόδια της ερευνητικής και δημοσιογραφικής του δουλειάς για τον Διονύση Σαββόπουλο ο Παύλος Τσίμας μάς βοήθησε ν’ ανακαλύψουμε τον άνθρωπο, όχι μόνο τον μουσικό.
ΟΔιονύσης Σαββόπουλος είναι παρών σε κάθε εποχή. Την περασμένη βδομάδα, παρακολουθήσαμε στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ ένα συνταίριασμα ιστορίας, αισθητικής και αφήγησης. Εξι χρονολόγια (σε σειρά ντοκιμαντέρ), με πλούσιο εικονογραφικό και αρχειακό υλικό που αξιοποιήθηκαν με το ερευνητικό έργο του Παύλου Τσίμα.

Μια προσωπογραφία όπου αποτυπώνονται με τις φαντασμαγορικές ζωγραφιές του Αλέξη Κυριτσόπουλου και τις σκηνοθετικές πινελιές του Ανδρέα Λουκάκου η φυσιογνωμία και η πολυσήμαντη ζωή του καλλιτέχνη.
Νιώσαμε ότι βρισκόμαστε σε μια αποβάθρα και ταξιδεύουμε με έξι βαγόνια, ακούγοντας την αφήγηση του Διονύση Σαββόπουλου με όνειρα, μουσική, παλμό και χρώμα. Σε κάθε στάση ανακαλύπταμε και καινούργια πρόσωπα, διαδρομές συνδεδεμένες με την ιστορία, τις επιτυχίες και τις απογοητεύσεις του. Τις ψυχικές συγγένειες με όσους τον θαύμαζαν.
Με ζωντανή, περιγραφική γλώσσα, χωρίς εγωκεντρισμούς και υπερφίαλες θέσεις, συνταξιδεύαμε σε έναν χρόνο που αναζητούμε όλοι. Ηταν άμεσος και ειλικρινής. Πηγαίος και αυθεντικός. Παρακολουθήσαμε τις φυσικές του διαστάσεις.
Ο Παύλος Τσίμας προσπαθούσε να εκμαιεύσει, να συνθέσει τον λόγο όπως έκανε ο Διονύσης Σαββόπουλος με τα τραγούδια του. Κατάφερε μέσα από αυτές τις έξι συνέχειες να παρουσιάσει το έργο του με πληρότητα, ως αδιαχώρητη ενότητα. Ηταν παιδευτικός ο ρόλος του ντοκιμαντέρ. Εξι εκτενή αφιερώματα που εμβαθύνουν τη γνωριμία με τον δημιουργό. Φωτογραφίες, κείμενα, βίντεο, υπέροχα animations, ζωγραφιές απίστευτου κάλλους, όλα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον διακεκριμένο δημοσιογράφο.
Ακούσαμε τον Διονύση Σαββόπουλο να θυμάται τη συναυλία με τους παλιούς συμφοιτητές του 114 που άρχιζε με το «Αγγελος Εξάγγελος…». Τραγούδησε με τη Χαρούλα Αλεξίου «Ολο είσαι μακριά μου ομορφιά μου…» («Μας βαράνε ντέφια»). Μίλησε για τον Οκτώβριο του 1979, αποτυπώνοντας το κλίμα της εποχής στη «Ρεζέρβα». Στο εξοχικό του σπίτι στο Πήλιο την έγραψε. Και παντού έπαιζε ο απόηχος του «Ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός».
Συγκλονιστικές οι μνήμες από τα χρόνια της χούντας και τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Με το ξύλο της φάλαγγας για να μάθουν πού κρύβεται ο Μίκης Θεοδωράκης. Συγκινητικές οι στιγμές που τραγουδούσε με τη Δόμνα Σαμίου «τι να τα κάνω τα τραγούδια σας που δεν μας λένε την αλήθεια» («Μαύρη Θάλασσα») ή με τη Σωτηρία Μπέλλου «σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε, τρώνε βρώμικο ψωμί» («Ζεϊμπέκικο»).
Αφηγήθηκε τόσο περιγραφικά τον Μάη του ’68 στο Παρίσι. «Ηταν σαν να φούσκωνε ένα ποτάμι, μια απόκοσμη εξέγερση που άφησε σημάδια στις ζωές μας. Φώναζαν "freedom, ελευθερία", ενώ οι φοιτητές με περιβραχιόνια ρύθμιζαν την κυκλοφορία». Κάθε λέξη του κι ένας σταθμός στην ιστορία μας. Κάθε περιγραφή ήταν σαν να άκουγες χιλιάδες στόματα. Μια λάμψη ανοιχτού ματιού και μυαλού. Μια ζωή με όνειρα. Μας δίδαξε πώς το πείσμα ενός ανθρώπου που ξεκίνησε με ένα φορτηγό από τη Θεσσαλονίκη κατάφερε να οδηγήσει «αεροπλάνα και βαπόρια, με τους φίλους τους παλιούς που τραγουδάμε στα σκοτάδια, όμως εσύ δεν μας ακούς», μοναδικέ Διονύση.
Μας βοήθησε ο Παύλος Τσίμας ν’ ανακαλύψουμε τον άνθρωπο, όχι μόνο τον μουσικό. Ο ίδιος απάντησε για το τι κέρδισε από αυτή την προσπάθεια: «Καθώς τον άκουγα να αφηγείται το ταξίδι του από δίσκο σε δίσκο και καθώς έψαχνα κι εγώ να προσθέσω τα τεκμήρια κάθε εποχής, ήταν σαν να έβλεπα και τη δική μου ζωή να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου, από μαθητής στο Κύτταρο έως ακροατής στο φετινό Rockwave. Φαντάζομαι ότι το ίδιο θα συμβεί και σε πολλούς από τους θεατές του ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Θα δουν τον εαυτό τους εκεί. Και θα τον καταλάβουν ίσως καλύτερα».











