Στην ουκρανική Βουλή συζητούν πλέον την αποχώρηση από το Ντονμπάς


Σπύρος Σιδέρης

 

Η υπογραφή από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι της νέας παράτασης του στρατιωτικού νόμου και της γενικής επιστράτευσης έως τις 4 Μαΐου 2026 επιβεβαιώνει ότι, παρά τις έντονες διεθνείς διεργασίες και τις συζητήσεις περί εκεχειρίας, η Ουκρανία εξακολουθεί να λειτουργεί σε καθεστώς παρατεταμένης πολεμικής έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για τη 18η διαδοχική παράταση από την έναρξη της ρωσικής εισβολής και για μια απόφαση που, πέρα από τη στρατιωτική της διάσταση, αντανακλά βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις στο εσωτερικό της χώρας. Η επίσημη γραμμή του Κιέβου παραμένει ότι καμία χαλάρωση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς απτές εγγυήσεις ασφάλειας, ενώ στο παρασκήνιο εντείνονται οι συζητήσεις για το πώς και πότε μπορεί να τερματιστεί ένας πόλεμος που φθείρει ανθρώπους, οικονομία και θεσμούς.

 

Ο ίδιος ο Ζελένσκι έχει ξεκαθαρίσει ότι ακόμη και μια πιθανή εκεχειρία δεν αρκεί για την άρση του στρατιωτικού νόμου. «Η εκεχειρία χωρίς εγγυήσεις δεν σημαίνει τέλος του πολέμου», έχει δηλώσει, επιμένοντας ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται από διεθνή μηχανισμό παρακολούθησης και παρουσία δυτικών εταίρων. Στο ίδιο πλαίσιο, το Κίεβο προωθεί σχέδιο διμερούς συμφωνίας ασφαλείας με τις ΗΠΑ, το οποίο παρουσιάζεται ως θεμέλιο για μια μελλοντική αρχιτεκτονική αποτροπής έναντι της Ρωσίας.

 

Την ώρα που στο εσωτερικό κυριαρχεί η λογική της συνέχισης της πολεμικής ετοιμότητας, στο διεθνές επίπεδο εξελίσσεται ένα πυκνό διπλωματικό παιχνίδι. Η εκπρόσωπος του Λευκού ΟίκουΚάρολαϊν Λίβιτ, χαρακτήρισε «ιστορική» τη συνάντηση αντιπροσώπων των ΗΠΑ, της Ουκρανίας και της Ρωσίας στο Άμπου Ντάμπι, αποκαλύπτοντας ότι το επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να φέρει τις δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Παρότι δεν ανακοινώθηκαν επίσημες συνομιλίες του Τραμπ με τον Ζελένσκι ή τον Βλαντίμιρ Πούτιν, είναι σαφές ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διαμορφώσει έναν νέο ρόλο διαμεσολαβητή, με πρόσωπα όπως ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο ειδικός απεσταλμένος Στίβεν Γουίτκοφ να κινούνται στο παρασκήνιο.

 

  • Ωστόσο, το πραγματικό ρήγμα φαίνεται να ανοίγει στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, βουλευτές της Βερχόβνα Ράντα (Ουκρανική Βουλή) συζητούν πλέον –αν και αποκλειστικά κατ’ ιδίαν– το ενδεχόμενο εδαφικών συμβιβασμών, ακόμη και την εγκατάλειψη του Ντονμπάς, ως τίμημα για τον τερματισμό του πολέμου. Ο δημοσιογράφος Στέφεν Σβάρτσκοπφ της Die Welt επικαλέστηκε «εξαιρετικά επιδραστικό» κοινοβουλευτικό παράγοντα, ο οποίος παραδέχθηκε ότι «η κοινωνία είναι εξαντλημένη» και ότι η συνέχιση των μαχών επί χρόνια δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη προοπτική.

 

Παρότι επίσημα κανείς δεν τολμά να εκφράσει τέτοιες απόψεις δημόσια, ο φόβος κατηγοριών περί «προδοσίας» ή «φιλορωσικής στάσης» λειτουργεί αποτρεπτικά. Στο παρασκήνιο, όμως, βουλευτές παραδέχονται ότι η ενεργειακή κρίση, η κόπωση του πληθυσμού και η αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη στήριξη από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ ενισχύουν τις φωνές υπέρ ενός επώδυνου ρεαλισμού. «Οι άνθρωποι ρωτούν πρώτα πότε θα τελειώσει ο πόλεμος», λέει βουλευτής περιφέρειας, τονίζοντας ότι για πολλούς το ζήτημα δεν είναι πια η πλήρης νίκη, αλλά η επιβίωση.

 

 

Στο επίκεντρο των φημών βρίσκεται και ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, Νταβίντ Αραχάμια, ο οποίος συμμετέχει στις διεθνείς διαπραγματεύσεις. Αν και κύκλοι του διαψεύδουν ότι υποστηρίζει παραχωρήσεις, παραδέχονται πως είναι πιο διαλλακτικός από άλλους, αναζητώντας «διαύλους σύγκλισης» εντός των ορίων που θέτει ο Ζελένσκι. Αντίστοιχα, ο Κίριλ Μπουντάνοφ, επικεφαλής των ουκρανικών υπηρεσιών πληροφοριών, θεωρείται πρόσωπο-κλειδί για το πώς θα διαμορφωθεί η στρατηγική της επόμενης ημέρας.

 

  • Την ίδια στιγμή, στο αντίπαλο άκρο του φάσματος, πολιτικοί όπως ο Ρόμαν Κοστένκο υποστηρίζουν ανοιχτά τη συνέχιση του πολέμου «μέχρι την πλήρη καταστροφή της Ρωσίας», δηλώσεις που ενισχύουν το κλίμα πόλωσης και δυσκολεύουν κάθε δημόσια συζήτηση περί συμβιβασμού. Έτσι, η κοινωνία βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο αφηγήσεις: από τη μία, την επίσημη ρητορική περί «αντίστασης μέχρι τέλους» και, από την άλλη, τη σιωπηλή αγωνία για ένα τέλος, ακόμη και με βαριές απώλειες.

 

Στο τραπέζι έχει τεθεί και το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία, αν και πολλοί βουλευτές εκφράζουν επιφυλάξεις τόσο για το αντικείμενό του όσο και για τη συμμετοχή. Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η Ρωσία απαιτεί πρώτα την αποχώρηση ουκρανικών δυνάμεων από το Ντονμπάς πριν από οποιαδήποτε ψηφοφορία, ενώ το Κίεβο επιδιώκει το αντίστροφο: πρώτα πολιτική νομιμοποίηση, μετά στρατιωτικές κινήσεις. Το χάσμα αυτό δείχνει πόσο δύσκολη παραμένει η γεφύρωση των θέσεων.

 

Το κλίμα που διαμορφώνεται στην Ουκρανία είναι, τελικά, ένα μείγμα εξωτερικής πίεσηςεσωτερικής φθοράς και αβέβαιων διπλωματικών ελπίδων. Η παράταση του στρατιωτικού νόμου λειτουργεί ως επίσημη ομολογία ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει σύντομα, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει ένα υπόγειο πολιτικό μέτωπο γύρω από το αν η χώρα μπορεί –ή αντέχει– να συνεχίσει στο ίδιο μονοπάτι. Αν κάτι είναι βέβαιο, είναι ότι οι αποφάσεις δεν θα ληφθούν στη Βερχόβνα Ράντα, αλλά στο προεδρικό επιτελείο και στα διεθνή κέντρα ισχύος, αφήνοντας την ουκρανική κοινωνία θεατή σε ένα παιχνίδι όπου το τίμημα παραμένει υπαρξιακό.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ