Πώς ο πόλεμος του Τραμπ με το Ιράν άλλαξε τον κόσμο μέσα σε μία εβδομάδα

Παγκόσμιες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις από τη σύγκρουση

 

Ο πόλεμος που ξεκίνησε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, κατά του Ιράν, τον οποίο ο ίδιος παρουσίασε ως μια επιχείρηση «σοκ και δέους» με περιορισμένες συνέπειες, φαίνεται να εξελίσσεται σε μια σύγκρουση με ευρύτερες και βαθύτερες επιπτώσεις για την παγκόσμια ασφάλεια και οικονομία. Τη Δευτέρα στη Φλόριντα, ο Τραμπ χαρακτήρισε τις εξελίξεις ως μια «σύντομη διαταραχή», ωστόσο ειδικοί προειδοποιούν ότι η πραγματικότητα διαμορφώνεται πολύ διαφορετικά.

 

Σύμφωνα με αναλυτές, ο πόλεμος που πλησιάζει ήδη τις δύο εβδομάδες διάρκειας αναδιαμορφώνει τα διεθνή ταξιδιωτικά πρότυπα, τις ενεργειακές εξαρτήσεις, το κόστος ζωής, τις εμπορικές διαδρομές και τις στρατηγικές συμμαχίες. Ακόμα και χώρες που παραδοσιακά θεωρούνταν προστατευμένες από συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, όπως η Κύπρος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν δεχτεί ιρανικά αντίποινα. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν ακόμη και τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, να μεταβάλουν τις στρατιωτικές ισορροπίες στον πόλεμο της Ουκρανίας και να αναγκάσουν την Κίνα να προχωρήσει σε σημαντική οικονομική αναπροσαρμογή.

 

Οι συνέπειες θα μπορούσαν να ενταθούν εάν ο Τραμπ συνεχίσει τη στρατιωτική εκστρατεία, ιδιαίτερα σε περίπτωση που το Ιράν κλιμακώσει τις αντεπιθέσεις του και προχωρήσει σε αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Ορισμένοι οικονομολόγοι ήδη επικαλούνται ένα σενάριο που κάθε Αμερικανός πρόεδρος φοβάται: την επανεμφάνιση στασιμοπληθωρισμού που προκαλείται από ενεργειακό σοκ, με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται και τις τιμές να αυξάνονται ραγδαία.

 

Πώς ο πόλεμος του Τραμπ με το Ιράν άλλαξε τον κόσμο μέσα σε μία εβδομάδα

 

Μνήμες από τη δεκατία του ’70

 

Η Σούζαν Μαλόνεϊ, ειδικός για το Ιράν στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, δήλωσε ότι οι εξελίξεις θυμίζουν έντονα τη δεκαετία του 1970. «Είμαι αρκετά μεγάλη για να θυμάμαι τα γεγονότα της δεκαετίας του ’70 και έναν κόσμο όπου οι εκτινάξεις των τιμών του πετρελαίου αποτελούσαν σημαντικό ζήτημα τόσο για την οικονομία όσο και για έναν πρόεδρο που αντιμετώπιζε εκλογές», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «δεν φαίνεται να έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη αυτός ο παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».

 

Οι πιο άμεσες και έντονες συνέπειες του πολέμου καταγράφονται στη Μέση Ανατολή. Επιθέσεις σε ολόκληρη την περιοχή έχουν προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από χιλίων ανθρώπων και έχουν επιφέρει εκτεταμένες ζημιές σε κρίσιμες υποδομές και στο περιβάλλον. Μετά από ισραηλινά πλήγματα σε αποθήκες καυσίμων, πάνω από την Τεχεράνη σχηματίστηκαν τεράστια σύννεφα τοξικού καπνού και μαύρης βροχής.

 

Η σύγκρουση έχει κλονίσει τα θεμέλια των οικονομιών του Περσικού Κόλπου, υπονομεύοντας την εικόνα που είχαν καλλιεργήσει ως ασφαλή καταφύγια σε μια ταραγμένη περιοχή, όπως αναφέρουν οι New York Times. Σύμφωνα με αμερικανικό οργανισμό παρακολούθησης του πολέμου, το Ιράν έχει πραγματοποιήσει περισσότερες επιθέσεις εναντίον χωρών του Κόλπου απ’ ό,τι εναντίον του Ισραήλ. Στόχοι των επιθέσεων ήταν πολυτελή ξενοδοχεία πέντε αστέρων, εγκαταστάσεις αφαλάτωσης, ενώ πολλοί τουρίστες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν τρόπους διαφυγής.

 

Αεροδρόμια στο Ντουμπάι και στο Άμπου Ντάμπι, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν επίσης δεχτεί επιθέσεις. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συνεχίζουν τις προσπάθειες να απομακρύνουν πολίτες τους που έχουν εγκλωβιστεί σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ήσυχοι τουριστικοί προορισμοί. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο αρχικά δέχτηκε επικρίσεις για αργή αντίδραση, ανακοίνωσε ότι οργάνωσε περισσότερες από 25 πτήσεις τσάρτερ και απομάκρυνε χιλιάδες Αμερικανούς από τη Μέση Ανατολή.

 

Κλονίστηκε η εμπιστοσύνη

 

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ζημιά στη φήμη των χωρών του Κόλπου θα έχει διάρκεια. Ο Εμίλ Χοκαγέμ, ειδικός για τη Μέση Ανατολή στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, σημείωσε σε συζήτηση αυτή την εβδομάδα ότι πέρα από τον πλούτο των χωρών αυτών «το πραγματικό τους κεφάλαιο ήταν η εμπιστοσύνη». Όπως ανέφερε, «δεν ήταν μόνο τα χρήματα, αλλά το γεγονός ότι μπορούσαν να πουν ρεαλιστικά στους ανθρώπους ότι πρόκειται για ένα καλό επιχειρηματικό περιβάλλον όπου θα νιώθουν ασφαλείς». Πρόσθεσε επίσης ότι «υποστήριζαν πως είναι ουσιαστικά απρόσβλητοι από την περιφερειακή πολιτική και ότι μπορεί κανείς να επενδύσει εκεί, να χρησιμοποιήσει τις υποδομές τους για εμπόριο, αερομεταφορές, επικοινωνίες και τεχνολογία. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να στοχεύουν τώρα οι Ιρανοί».

 

Για μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, η πρώτη επίπτωση του πολέμου έγινε αισθητή στις τιμές των καυσίμων. Όταν τα πετρελαιοφόρα σταμάτησαν να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, η τιμή του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, αν και τις τελευταίες ημέρες έχει σημειωθεί κάποια υποχώρηση. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι η χώρα του θα στείλει δέκα πολεμικά πλοία στην περιοχή, πιθανώς για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων που θα διασχίζουν τα Στενά.

 

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ και Ευρωπαίοι ηγέτες εξετάζουν τρόπους για τη μείωση των τιμών της βενζίνης, οι οποίες έχουν αυξηθεί παράλληλα με την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι, εάν το ενεργειακό σοκ διαρκέσει για εβδομάδες, ενδέχεται να προκαλέσει κύμα αυξήσεων τιμών σε πολλές οικονομίες, ενώ παράλληλα θα επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη, δημιουργώντας συνθήκες παρόμοιες με τον στασιμοπληθωρισμό που ακολούθησε την ιρανική επανάσταση του 1979.

 

Το «κλειδί» η διάρκεια

 

Όπως ανέφεραν ερευνητές της Deutsche Bank αυτή την εβδομάδα, «το αν η ιστορία θα επαναληφθεί εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο θα διαρκέσει αυτή η σύγκρουση».

 

Η απώλεια πρόσβασης σε φθηνό πετρέλαιο αποτελεί επίσης αυξανόμενο κίνδυνο για την Κίνα. Οι κινεζικές εξαγωγικές επιχειρήσεις έχουν καταστεί ολοένα και πιο εξαρτημένες από τους καταναλωτές της Μέσης Ανατολής. Μια σοβαρή αναταραχή στις οικονομίες της περιοχής θα μπορούσε να περιορίσει τις πωλήσεις κινεζικών προϊόντων, υπονομεύοντας την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

 

Αντίθετα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ευνοεί τη Ρωσία, καθώς ενισχύει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές που χρηματοδοτούν τη στρατιωτική της μηχανή στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν ότι οι έντονες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή θα πλήξουν έμμεσα την άμυνα της Ουκρανίας. Όσο περισσότερα αντιαεροπορικά βλήματα χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους για την αναχαίτιση ιρανικών επιθέσεων, τόσο λιγότερα θα είναι διαθέσιμα για την προστασία της Ουκρανίας από ρωσικά πλήγματα.

 

Πολιτικό βάρος

 

Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πόλεμος φαίνεται ήδη να εξελίσσεται σε πολιτικό βάρος για τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η δημόσια στήριξη είναι σημαντικά μικρότερη σε σύγκριση με προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις. Οι Δημοκρατικοί αξιοποιούν την αύξηση του κόστους ενέργειας για να προσεγγίσουν ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, οι οποίες ήδη επικεντρώνονταν στο αυξανόμενο κόστος ζωής.

 

Παράλληλα, η σύγκρουση έχει ρίξει σκιά σε ένα γεγονός που ο Τραμπ επιθυμούσε να αποτελέσει εμβληματική επιτυχία της προεδρίας του: το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου ανδρών που πρόκειται να ξεκινήσει το καλοκαίρι στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Μεξικό. Το Ιράν είναι μία από τις ομάδες που έχουν προγραμματιστεί να συμμετάσχουν, ωστόσο παραμένει ασαφές αν η εθνική του ομάδα θα μπορέσει τελικά να αγωνιστεί και ποιες θα είναι οι εξελίξεις, εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό.

 

Δημόσια, ο Τραμπ προβάλλει τη στρατιωτική ισχύ που έχουν επιστρατεύσει οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στον πόλεμο, ενώ έχει δώσει διαφορετικές εξηγήσεις για το τι οδήγησε στα πλήγματα κατά του Ιράν και μεταβαλλόμενα χρονοδιαγράμματα για το πότε θα μπορούσε να τελειώσει η σύγκρουση. Έχει αναγνωρίσει ορισμένα κόστη του πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των Αμερικανών στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί από την έναρξη των επιχειρήσεων.

 

Ωστόσο, ο πρόεδρος έχει σε μεγάλο βαθμό υποβαθμίσει άλλες αρνητικές συνέπειες, όπως την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, χαρακτηρίζοντάς τες προσωρινές. Παράλληλα, έχει προκαλέσει ανησυχία στους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς δεν έχει παρουσιάσει σαφές σχέδιο για το πώς θα λειτουργήσει η ιρανική κυβέρνηση μετά το τέλος του πολέμου.

 

Η Ευρώπη και το μεταναστευτικό

 

Στην Ευρώπη, η κατάσταση αυτή ενισχύει τους φόβους για μια κατάρρευση της ιρανικής οικονομίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα μεταναστευτικά κύματα μέσω των συνόρων Ιράν – Τουρκίας. Για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η προοπτική αυτή ανακαλεί μνήμες από τη μεταναστευτική κρίση πριν από μια δεκαετία, όταν συγκρούσεις και φτώχεια στη Μέση Ανατολή και την Αφρική οδήγησαν περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους να αναζητήσουν άσυλο στην Ευρώπη, προκαλώντας πολιτικές αντιδράσεις και ενίσχυση της ακροδεξιάς σε χώρες όπως η Γερμανία.

 

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς δήλωσε την Τρίτη ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διεξάγουν πόλεμο εναντίον του Ιράν για περισσότερο από μία εβδομάδα και συμμεριζόμαστε πολλούς από τους στόχους τους». Ωστόσο πρόσθεσε ότι «με κάθε ημέρα που περνά προκύπτουν περισσότερα ερωτήματα» και τόνισε ότι υπάρχει ιδιαίτερη ανησυχία, επειδή «δεν φαίνεται να υπάρχει κοινό σχέδιο για το πώς θα οδηγηθεί αυτός ο πόλεμος σε ένα γρήγορο και πειστικό τέλος».

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ