Συντάξεις Δεκεμβρίου: Πότε μπαίνουν τα χρήματα και το επίδομα των 400 ευρώ – Συντάξεις: Τρέμουν οι Ευρωπαίοι για το μέλλον τους. Γιατί καταρρέει το κοινωνικό συμβόλαιο

Τάσος Σκλάβος

 

Προ των πυλών οι πληρωμές για τις συντάξεις Δεκεμβρίου 2026 και το επίδομα των 400 ευρώ - Δείτε αναλυτικά το χρονοδιάγραμμα ανά Ταμείο και τις ημερομηνίες πίστωσης.

 

Στην τελική ευθεία βρίσκεται η διαδικασία για την καταβολή των συντάξεων Δεκεμβρίου 2026, καθώς το υπουργείο Εργασίας και ο e-ΕΦΚΑ προχωρούν στην οριστικοποίηση του χρονοδιαγράμματος για την πίστωση των χρημάτων στους τραπεζικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων. Όπως έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, η καταβολή των ποσών θα πραγματοποιηθεί σπαστά, χωρισμένη σε δύο διακριτές φάσεις, προκειμένου να αποσυμφορηθεί το διατραπεζικό σύστημα και να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις στις αναλήψεις από τα ATM.

 

Παράλληλα με τις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, οι δικαιούχοι αναμένεται να δουν στους λογαριασμούς τους και την έκτακτη οικονομική ενίσχυση, η οποία φέτος έρχεται ενισχυμένη στα 400 ευρώ, λειτουργώντας ως σημαντική ανάσα για εκατομμύρια νοικοκυριά ενόψει της εορταστικής περιόδου.

 

Συντάξεις Δεκεμβρίου: Το επίσημο χρονοδιάγραμμα των πληρωμών ανά Ταμείο

 

Ο σχεδιασμός του e-ΕΦΚΑ ακολουθεί τον κανόνα της διαχώρισης μεταξύ μη μισθωτών και μισθωτών, διασφαλίζοντας την ομαλή ροή των χρημάτων. Οι ημερομηνίες διαμορφώνονται με βάση τις κατηγορίες των ασφαλιστικών ταμείων.

 

Η πρώτη φάση των πληρωμών θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2026. Την ημέρα αυτή θα πιστωθούν τα ποσά στους λογαριασμούς των μη μισθωτών, περιλαμβάνοντας τους συνταξιούχους των πρώην ταμείων ΟΑΕΕ, ΟΓΑ και ΕΤΑΑ. Στην ίδια ημερομηνία θα εξυπηρετηθούν και οι νέοι συνταξιούχοι, δηλαδή όσοι εντάχθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα από την 1η Ιανουαρίου 2017 και έπειτα, ανεξαρτήτως του φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν. Επιπλέον, την ίδια μέρα θα καταβληθούν και όλες οι επικουρικές συντάξεις του ιδιωτικού τομέα, δίνοντας το σύνθημα των πληρωμών για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και επαγγελματίες.

 

Η δεύτερη και μεγαλύτερη φάση των πιστώσεων είναι προγραμματισμένη για την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2026. Τότε θα καταβληθούν οι κύριες συντάξεις για τους μισθωτούς των μεγάλων εντασσόμενων ταμείων, όπως το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι Τράπεζες, το ΕΤΑΤ, το ΝΑΤ, το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, ο ΟΤΕ και η ΔΕH. Την ίδια ημέρα, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου θα δουν στους λογαριασμούς τους τόσο τις κύριες όσο και τις επικουρικές τους συντάξεις, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των μηνιαίων αποδοχών.

 

 

 

Συντάξεις: Έως 30 Νοεμβρίου η καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης των 400 ευρώ

 

Εκτός από τις τακτικές συντάξεις, οι δικαιούχοι αναμένεται να λάβουν εντός των επόμενων ημερών και την ετήσια κρατική στήριξη. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα χρήματα θα πιστωθούν στους λογαριασμούς έως τις 30 Νοεμβρίου, χωρίς να απαιτείται καμία απολύτως ενέργεια ή υποβολή αίτησης εκ μέρους των πολιτών. Συνεπώς, η πιθανότερη ημερομηνία είναι η Παρασκευή 27 Νοεμβρίου.

 

Φέτος, το ποσό της ενίσχυσης διαμορφώνεται στα 400 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 100 ευρώ σε σύγκριση με πέρυσι. Το μέτρο χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα ευρεία κοινωνική κατεύθυνση, καθώς καλύπτει περίπου 2,2 εκατομμύρια δικαιούχους συνολικά, χωρίς την επιβολή κρατήσεων ή περιοριστικών εισοδηματικών κριτηρίων.

 

Στη λίστα των δικαιούχων περιλαμβάνονται οι συνταξιούχοι που έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους χωρίς εισοδηματικούς κόφτες, οι δικαιούχοι συντάξεων λόγω θανάτου από 60 ετών και άνω, τα άτομα με αναπηρία, καθώς και οι ανασφάλιστοι υπερήλικες που λαμβάνουν την αντίστοιχη παροχή από τον ΟΠΕΚΑ.

 

Χωρίς περιουσιακούς κόφτες θα λάβουν τα 400 ευρώ οι συνταξιούχοι που είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και όσοι λαμβάνουν σύνταξη θανάτου και χηρείας, όπου το όριο διαμορφώνεται στα 60 έτη. Αντίστοιχα, χωρίς ηλικιακά κριτήρια εντάσσονται οι συνταξιούχοι αναπηρίας, οι λήπτες αναπηρικών επιδομάτων του ΟΠΕΚΑ και οι ανασφάλιστες υπερήλικες.

 

Το ποσό είναι πλήρως αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο, γεγονός που σημαίνει ότι δεν δεσμεύεται ούτε συμψηφίζεται με ληξιπρόθεσμες οφειλές. 

 

Παρά την άρση των εισοδηματικών και περιουσιακών «κόφτων», το αυστηρό ηλικιακό όριο των 65 ετών εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο, αφήνοντας εκτός της παροχής περισσότερους από 300.000 συνταξιούχους.

 

Συγκεκριμένα, εκτός πλαισίου παραμένουν οι νεότεροι συνταξιούχοι που αποχώρησαν από την εργασία τους χωρίς να πληρούν τα ηλικιακά κριτήρια ένταξης στο μέτρο. Το γεγονός αυτό διατηρεί ανοιχτό τον προβληματισμό γύρω από τη δικαιότερη κατανομή της στήριξης. Χαμηλοσυνταξιούχοι κάτω των 65 ετών αποκλείονται αποκλειστικά λόγω ηλικίας, την ώρα που οι πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα, την ενέργεια και τις υπηρεσίες υγείας επηρεάζουν εξίσου όλα τα νοικοκυριά, ανεξαρτήτως ηλικιακής κατηγορίας.

 

 

 

Παραδείγματα συνολικού ετήσιου οφέλους

 

Η ενίσχυση των 400 ευρώ λειτουργεί προσθετικά μαζί με την ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων, διαμορφώνοντας ένα διπλό όφελος για τους δικαιούχους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ένας συνταξιούχος με μηνιαία αποδοχή 823 ευρώ θα δει ετήσια αύξηση της τάξης των 208 ευρώ, η οποία μαζί με το επίδομα οδηγεί σε συνολικό ετήσιο κέρδος 608 ευρώ. 

 

Αντίστοιχα, για μηνιαία σύνταξη 1.086 ευρώ το συνολικό όφελος φτάνει τα 684 ευρώ, ενώ για συντάξεις ύψους 1.716 ευρώ η συνολική ενίσχυση διαμορφώνεται στα 849 ευρώ.

 

Συντάξεις: Αυξήσεις από το 2027 και προσωπική διαφορά

 

Βελτιώσεις δρομολογούνται για το νέο έτος, καθώς οι αυξήσεις των συντάξεων για το 2027 θα καταβληθούν στα τέλη Δεκεμβρίου, πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων.

 

Για πρώτη φορά, περίπου 670.000 συνταξιούχοι με προσωπική διαφορά θα λάβουν ολόκληρο το 100% της ετήσιας αύξησης, παύοντας η προσωπική διαφορά να λειτουργεί ως «κόφτης». Έτσι, όσοι συνδυάζουν τις προϋποθέσεις θα λάβουν διπλή στήριξη στο κλείσιμο του έτους: την εφάπαξ παροχή των 400 ευρώ τον Νοέμβριο και την πλήρη αναπροσαρμογή της σύνταξής τους τον Δεκέμβριο.

 

Συντάξεις: Τρέμουν οι Ευρωπαίοι για το μέλλον τους – Γιατί καταρρέει το κοινωνικό συμβόλαιο

 

 

Νατάσα Σινιώρη

 

Από την Γαλλία μέχρι τη Γερμανία, τα συνταξιοδοτικά συστήματα εκπέμπουν σήμα κινδύνου, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και το δυσβάσταχτο κόστος των παροχών απειλούν να ανατρέψουν όσα θεωρούσαν δεδομένα εκατομμύρια Ευρωπαίοι εργαζόμενοι...

 

Αναρωτιέται αν θα υπάρχει καν σύνταξη όταν φτάσει εκείνη η στιγμή. 

 

Η νεαρή φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Παρίσι βλέπει ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για διαφορετικές δημογραφικές και οικονομικές συνθήκες να δυσκολεύεται να επιβιώσει στη σημερινή πραγματικότητα. 

 

Και δεν είναι η μόνη.

 

«Για μένα, δεν έχει νόημα να χρησιμοποιούμε σήμερα ένα μοντέλο που λειτούργησε σε μια εποχή που δεν είναι πια η ίδια. Αμφιβάλλω αν θα έχω σύνταξη όταν έρθει η ώρα να συνταξιοδοτηθώ», λέει στην Wall Street Journal.

 

Η αμφιβολία μιας 19χρονης συμπυκνώνει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη: το μεταπολεμικό συνταξιοδοτικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών βρίσκεται υπό κατάρρευση.

 

Με άλλα λόγια, το μοντέλο που στηρίζεται στην άτυπη αυτή κοινωνική συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των μεγαλύτερων, με την προσδοκία ότι οι επόμενες γενιές θα κάνουν το ίδιο για εκείνους, δοκιμάζεται πλέον από τη δημογραφική πραγματικότητα και τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.

 

Το τέλος μιας υπόσχεσης που εθεωρείτο αυτονόητη

 

Για δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι αποδέχονταν να παραχωρούν περίπου το μισό εισοδήματός τους στο κράτος, έχοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση μιας αξιοπρεπούς συνταξιοδότησης. 

 

Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς, οι οποίοι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό και στη διαχείριση προσωπικών επενδυτικών χαρτοφυλακίων για τα γηρατειά τους, οι πολίτες της ηπειρωτικής Ευρώπης είχαν συνηθίσει να περιμένουν ένα ολοκληρωμένο, κρατικά εγγυημένο εισόδημα για όλη τους τη ζωή.

 

Αυτή η βεβαιότητα αρχίζει να χάνεται.

 

Τα περισσότερα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα λειτουργούν με τη μέθοδο της διανεμητικής χρηματοδότησης (pay-as-you-go): οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων καταβάλλονται απευθείας στους σημερινούς συνταξιούχους. 

 

Με άλλα λόγια, τα συνταξιοδοτικά τους συστήματα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο διανεμητικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο οι συντάξεις χρηματοδοτούνται απευθείας από τις εισφορές που καταβάλλονται μέσω της μισθοδοσίας. Καθώς η γενιά του μεταπολεμικού baby boom εισέρχεται στην όγδοη δεκαετία της ζωής της, οι εργαζόμενοι που καλούνται να χρηματοδοτήσουν τις συντάξεις των μεγαλύτερων γενεών δεν επαρκούν πλέον. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να διαθέτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων.

 

Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε αύξηση του δημόσιου χρέους και του κόστους δανεισμού, περιορίζοντας παράλληλα τους διαθέσιμους πόρους για επενδύσεις στην άμυνα, τις υποδομές και την εκπαίδευση.

 

Γαλλία: Το συνταξιοδοτικό γίνεται πεδίο πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης

 

Πουθενά αλλού οι αντιφάσεις του συστήματος δεν είναι τόσο εμφανείς όσο στη Γαλλία. 

 

Η χώρα συνδυάζει ένα από τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο με σχετικά χαμηλό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. 

 

Για τους Γάλλους, η αποχώρηση από την εργασία δεν είναι απλώς μια οικονομική μετάβαση, αλλά μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική προσδοκία: η δυνατότητα να αφιερώσουν ακόμη και τρεις δεκαετίες σε ταξίδια, ενδιαφέροντα και ελεύθερο χρόνο.

 

Γι' αυτό και κάθε προσπάθεια αύξησης των ορίων ηλικίας προκαλεί έντονες αντιδράσεις.

 

Η μεταρρύθμιση που επιχείρησε να προωθήσει ο Εμανουέλ Μακρόν το 2023, προβλέποντας τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, προκάλεσε μήνες διαδηλώσεων, συγκρούσεων και απεργιών στα μέσα μεταφοράς. 

 

Για να περάσει τη νομοθεσία, ο Γάλλος πρόεδρος παρέκαμψε την κοινοβουλευτική ψηφοφορία, ενώ η μεταρρύθμιση έχει έκτοτε τεθεί σε αναστολή.

 

Η κοινωνική αντίσταση, ωστόσο, δεν αλλάζει τα οικονομικά δεδομένα.

 

Το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί στα 3,6 τρισ. ευρώ φέτος, από 2,2 τρισ. ευρώ όταν ο Μακρόν ανέλαβε την προεδρία το 2017. Το Δημόσιο πληρώνει πλέον για τον δεκαετή δανεισμό του επιτόκια αντίστοιχα με εκείνα της Ιταλίας, ενώ οι αγορές και οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί θεσμοί πιέζουν για μεγάλες περικοπές δαπανών.

 

Το μέγεθος της επιβάρυνσης αποτυπώνεται και στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Σύμφωνα με πρόσφατη κυβερνητική έκθεση, περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας κατευθύνεται στις συντάξεις πρώην δημοσίων υπαλλήλων. Στο υπουργείο Εσωτερικών, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες απορροφούν το 30% του συνολικού προϋπολογισμού.

 

«Δεν υπάρχει τρόπος η Γαλλία να εφαρμόσει την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή χωρίς να αντιμετωπίσει το διευρυνόμενο έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος», λέει στην Wall Street Journal ο Jacob Kirkegaard, ερευνητής του Peterson Institute for International Economics στην Ουάσιγκτον.

 

Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Roland Lescure χαρακτήρισε μαθηματικά αναπόφευκτη την αύξηση του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης, το οποίο σήμερα κυμαίνεται μεταξύ 62 και 64 ετών.

 

«Η δημογραφία είναι η μόνη επιστήμη που δεν λέει ποτέ ψέματα. Δεν μπορείς να αυξήσεις τον ενεργό πληθυσμό σε 20 χρόνια, αν δεν έχεις κάνει παιδιά σήμερα», εξηγεί ο υπουργός. 

 

Από την Ελλάδα και την Ιταλία μέχρι τη Γαλλία: Ποιοι πληρώνουν τον λογαριασμό

 

Η Ευρώπη δεν έχει ένα ενιαίο συνταξιοδοτικό μοντέλο. Αντίθετα, οι χώρες της ακολουθούν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες αποκαλύπτουν και τις διαφορετικές δυνατότητες αντιμετώπισης της δημογραφικής κρίσης.

 

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκονται η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, με συστήματα που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις εισφορές των εργαζομένων. Οι κρατικές συντάξεις αναπληρώνουν το 74% έως 82% των προηγούμενων αποδοχών, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές υπερβαίνουν το 27% των μεικτών μισθών στη Γαλλία και το 33% στην Ιταλία.

 

Η διαφορά με τις ΗΠΑ είναι χαρακτηριστική: εκεί, περισσότερα από 35 τρισ. δολάρια σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά περιουσιακά στοιχεία είναι τοποθετημένα σε μετοχές και ομόλογα, ενώ στο διανεμητικό ευρωπαϊκό μοντέλο οι εισφορές μεταφέρονται απευθείας στους σημερινούς συνταξιούχους.

 

Η κρίση δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης, την περίοδο 2010-2015, είχε ήδη αναγκάσει ορισμένες χώρες να προχωρήσουν σε επώδυνες αλλαγές. 

 

Η Ιταλία αύξησε το 2011 το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη, συνδέοντάς το με το προσδόκιμο ζωής. 

 

Η Ισπανία διεύρυνε την περίοδο των μισθολογικών αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξεων, ενώ η Ελλάδα προχώρησε σε περικοπές που έφτασαν έως και το 40%.

 

Το βορειοευρωπαϊκό μοντέλο και η σύνταξη μέσω επενδύσεων

 

Στον αντίποδα, η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία έχουν επιλέξει ένα υβριδικό σύστημα, το οποίο συνδυάζει μια βασική κρατική σύνταξη με σχεδόν υποχρεωτικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.

 

Τα κεφάλαια των προγραμμάτων αυτών επενδύονται διεθνώς και δημιουργούν σημαντικά αποθεματικά. Τα συνταξιοδοτικά περιουσιακά στοιχεία στις τρεις χώρες αντιστοιχούν στο 100% έως 200% του ΑΕΠ, ποσοστά συγκρίσιμα με εκείνα των ΗΠΑ.

 

Σε αντίθεση, ωστόσο, με τα αμιγώς ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα, τα κεφάλαια διαχειρίζονται μη κερδοσκοπικά επαγγελματικά ταμεία, τα οποία μετατρέπουν τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις σε ισόβιες συντάξεις και όχι σε εφάπαξ ποσά.

 

Το πλεονέκτημα είναι διπλό: οι πολίτες εξασφαλίζουν υψηλότερες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ η οικονομία αποκτά μεγάλες δεξαμενές επενδυτικών κεφαλαίων που συμβάλλουν στη δημιουργία εθνικού πλούτου, σύμφωνα με τον Kirkegaard.

 

Το τίμημα, όμως, είναι η μεγαλύτερη διάρκεια εργασιακού βίου. 

 

Στην Δανία, το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης συνδέεται νομοθετικά με το προσδόκιμο ζωής και προβλέπεται να ξεπεράσει τα 74 έτη για τις νεότερες γενιές γύρω στο 2070.

 

Γερμανία και Βρετανία: Η ενδιάμεση λύση δεν εξαλείφει το πρόβλημα

 

Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται ανάμεσα στα δύο μοντέλα.

 

Στην Βρετανία, η κρατική σύνταξη είναι χαμηλή και σταθερή, ενώ συμπληρώνεται από την αυτόματη εγγραφή των εργαζομένων σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.

 

Η Γερμανία διατηρεί το διανεμητικό σύστημα, αλλά με σημαντικά χαμηλότερες συντάξεις σε σχέση με τη Γαλλία και ανώτατα όρια στις μηνιαίες παροχές. Παράλληλα, εφαρμόζει έναν αυτόματο μηχανισμό που επιβραδύνει την αύξηση των συντάξεων όταν επιδεινώνεται η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους.

 

Και πάλι, όμως, το δημοσιονομικό βάρος παραμένει τεράστιο. Το Βερολίνο δαπανά περισσότερα από 110 δισ. ευρώ ετησίως για να καλύψει το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Πρόκειται για την μεγαλύτερη μεμονωμένη δαπάνη του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, η οποία αντιστοιχεί σε λίγο λιγότερο από το ένα πέμπτο των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών.

 

Το καμπανάκι του 2030 για Γαλλία και Ιταλία

 

Το πόσο περιορισμένες είναι οι δυνατότητες χρηματοδότησης των συντάξεων αποτυπώνεται σε μελέτη του 2023 των οικονομολόγων Burkhard Heer, Vito Polito και Michael R. Wickens.

 

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον όρο «pension space», περιγράφοντας το δημοσιονομικό περιθώριο που διαθέτουν τα κράτη για να χρηματοδοτούν τις συντάξεις μέσω της φορολόγησης της εργασίας, πριν η αύξηση των επιβαρύνσεων αρχίσει να πλήττει την απασχόληση και τα φορολογικά έσοδα.

 

Στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο το περιθώριο αυτό ξεπερνούσε το 40%. 

 

Στην Γαλλία και την Ιταλία, αντίθετα, βρισκόταν κάτω από το 10%, με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι θα μπορούσε να μηδενιστεί έως το 2030.

 

Σε αυτό το σημείο, η περαιτέρω αύξηση των φόρων στους εργαζομένους δεν θα εξασφάλιζε απαραίτητα περισσότερα έσοδα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να περιορίσει την απασχόληση και να συρρικνώσει τη συνολική φορολογική βάση.

 

Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα σύστημα

 

Ακόμη και για τις χώρες που αναγνωρίζουν την ανάγκη αλλαγής, η μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο δεν είναι απλή υπόθεση.

 

Η δημιουργία επενδυτικών αποθεματικών για τις μελλοντικές συντάξεις απαιτεί δεκαετίες συστηματικής συσσώρευσης κεφαλαίων.

 

 Στο μεταβατικό στάδιο, μάλιστα, υπάρχει ο κίνδυνος μια γενιά να επιβαρυνθεί διπλά: να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων και ταυτόχρονα να αποταμιεύει για τη δική της συνταξιοδότηση.

 

Στην Γαλλία, η διοχέτευση των ασφαλιστικών εισφορών σε νέα επενδυτικά ταμεία θα στερούσε από το Δημόσιο τα χρήματα που χρειάζεται για να πληρώνει τους σημερινούς συνταξιούχους. Η κάλυψη αυτού του κενού θα απαιτούσε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετου δανεισμού, σε μια χώρα όπου το δημόσιο χρέος έχει ήδη ξεπεράσει το 117% του ΑΕΠ.

 

Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα προχωρήσει σε αλλαγές που ενδέχεται να προκαλέσουν νέες κοινωνικές συγκρούσεις είτε θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα μοντέλο του οποίου η βιωσιμότητα αμφισβητείται όλο και περισσότερο.

 

Και για τη νέα γενιά, η αβεβαιότητα έχει ήδη γίνει πραγματικότητα. 

 

Η 19χρονη Riana Sid-Ahmed δεν είναι βέβαιη ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη. 

 

Το ερώτημα είναι πλέον αν οι σημερινοί εργαζόμενοι θα εξακολουθήσουν να πιστεύουν ότι οι εισφορές μιας ολόκληρης ζωής μπορούν να τους εξασφαλίσουν τα γηρατειά που τους υποσχέθηκε το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ