Μια ζαριά δεν καταργεί την εθνική φενάκη

Η πτωχαλαζών Hellas 2.0 λαχταρά να εικονιστεί με τα δικά της στερεότυπα: Υψηλή και Λάμπουσα σαν κλασάτη δακρυόεσσα Εμα Στόουν στα Οσκαρ, όχι σαν θρασεία Βαλκανογύφτισσα.

 

Το παιγνιώδες Ζάρι, τραγούδι και βίντεο της Μαρίνας Σάττι, προκαλεί τρικυμίες εν ποτηρίω, «διχάζει» κατά τη μιντιακή αργκό. Η συζήτηση αφορά κυρίως τις συμπαραδηλώσεις των σημάτων που εκπέμπει: τον υβριδικό ήχο, τις αλλοπρόσαλλες εικόνες, τον καταιονισμό του εθνικού κιτς, την επιδεικνυόμενη ευτέλεια. Κάποιοι λένε: Δεν είμαστε έτσι. Αλλοι λένε: Ετσι είμαστε. Κάποιοι άλλοι: Κάπως έτσι είμαστε, αλλά αυτό δεν είναι τέχνη.

 

Προσωπικά πιστεύω ότι η κυρίαρχη εικόνα μας είναι έτσι όπως παρδαλά, μπουρλέσκα, χύμα, καταγράφεται στο Ζάρι. Η κυρίαρχη εικόνα, η κυρίαρχη τάση. Λατρευόμενος υπερτουρισμός, δουλοπαροικία σεζόν, ερμπιενμπί, τσιμεντωμένοι αιγιαλοί, brunch ιν Αθενς φορ ντίτζιταλ nomads, Greek Mafia, κολέγια Χάι-βαρντ Σαν-φορντ στην Κάνιγγος square, σταθμαρχείο Τεμπών, εξηκονταρχία Πρεβέζης (...«Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…»).

 

satti-zari

 

Αυτή είναι η κυρίαρχη δοξασία, έτσι αυτοκαταγράφεται στις δημοσκοπήσεις το κρίσιμο 41%. Γιατί λοιπόν ενοχλεί η κιτς κουρελού του Ζαριού; Γιατί ενοχλεί ένα αθώο, προφανέστατο pastiche; Για πολλούς λόγους. Ας πούμε, γιατί δεν αντέχουμε το είδωλό μας, ακόμη και σαν ελαφρολαϊκή παρωδία. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας στήνει έναν καθρέφτη εμπρός μας, ούτε καν η πιο ελαφρά ποπ, ιδίως αυτή. Η ποπ προώρισται να μας διασκεδάζει, να διασκεδάζει την κινδυνώδη αυτοκατανόηση, να διασκεδάζει φόβους και οργή, η ποπ προώρισται να αποδιώχνει αισθήματα και νοήματα, η ποπ είναι το soma του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου που μας ναρκώνει και μας πειθαρχεί.

 

Διττή απόρριψη λοιπόν για το Ζάρι: για το ευτελές σημαίνον, για τα ράκη της πραγματικότητάς μας που συσσωματώνονται σε ένα πανηγυριώτικο κιτς με κνίσα, σκόρδο και τζατζίκι· αλλά και για το ασεβές σημαινόμενο, τον αυτοσαρκαστικό κατοπτρισμό, την καρναβαλική μεγέθυνση της λιγούρας του Καραγκιόζη με ψηλό καπέλο και ξυπόλυτος.

 

Μα και οργισμένη απόρριψη της φόρμας: οργή για τον βαλκανορεγκετόν ήχο, τα χορευτικά, τις ντριφτοκωλιές του κάγκουρα, το τραπικό μοντάζ· για τις αντιγραφές από την Καταλανή ποπ σταρ Ροσαλία. Λες και η ποπ, ολόκληρη η τέχνη, ήταν ποτέ αενάως πρωτότυπη, αγνή, ανόθευτη, άσπιλη και άμωμη. Ιδίως στον μετανεωτερικό καιρό μας, του παγκοσμιοποιημένου υβριδισμού, της ακαριαίας επικοινωνίας, του κρεολισμού.

 

Η Σάττι, όπως έκανε παλιότερα μετασκευές δημοτικών και πολυφωνίες οριακά ανορθόδοξες, εδώ και καιρό κάνει μια βρόμικη ποπ του δρόμου, μεθοριακή, και την εικονογραφεί προκλητικά και απενοχοποιημένα, με ευτελή objets trouvés. Δεν είναι Δόμνα Σαμίου ούτε Μαρίζα Κωχ ούτε ελεκτρόνικα Λένα Πλάτωνος· δεν θα μπορούσε να είναι. Ο συγκρητισμός της βρίσκεται πιο κοντά στα λαϊκά μάμπο του Χιώτη και τα λαϊκά βαλσάκια του Χατζηχρήστου· η επιτυχία της θα κριθεί από την ανθεκτικότητα των κραμάτων της. Ή απλώς από τη σκόνη που θα σηκώνει στον καιρό της, όσο τη σηκώνει, όπως πάντα κάνει η ποπ.

 

Νομίζω ότι πολύ περισσότερο από τον «ευτελή» συγκρητισμό του ήχου, το Ζάρι σήκωσε συζήτηση για την εικονοποιία του βίντεο: η κιτσάτη υπερβολή, οι καγκουριές, το τζατζίκι, το κόνσεπτ Hellas=Filoxenia=Tourism, η χρήση των πάναγνων μνημείων (αυτών που επισήμως, διά νόμων, ακρωτηριάζουμε και ενοικιάζουμε).

 

Βέβαια, η Σάττι τα περασμένα δυο-τρία χρόνια έχει κάνει μουσικά βίντεο ακριβώς σε αυτό το ύφος και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε· τότε ήταν θέμα γούστου, δεν την ταύτισαν με τη λούμπεν ματσίλα του τραπ, άλλωστε σε όλες τις δουλειές της Σάττι η ματσίλα διακωμωδείται αρκούντως και δραστικά.

 

Οι διαμαρτυρίες γεννιούνται όταν ένα τέτοιο βίντεο, λαϊκοπόπ και ιδρωμένο, εκπροσωπεί τη χώρα, όταν γίνεται Εθνική Εικόνα. Δεν θέλουμε να εικονιζόμαστε σαν τσιτσερόνε τουρ οπερέιτορ τζατζικοφάγοι εργαζόμενοι σεζόν. Είμαστε κάτι άλλο, υπέρτερο, ανάδελφο, αστικό, σπιρίτουαλ και μανατζήριαλ: μια τέτοια χάι κλας εικόνα θέλουμε να δούνε οι ξένοι στη Γιουροβίζιον, σε αυτό το φεστιβάλ ποπ γεωπολιτικής όπου διαγωνίζονται κράτη και όχι καλλιτέχνες, σε αυτή τη μηχανή αναπαραγωγής στερεοτύπων. Η πτωχαλαζών Hellas 2.0 λαχταρά να εικονιστεί με τα δικά της στερεότυπα: Υψηλή και Λάμπουσα, σαν κλασάτη δακρυόεσσα Εμα Στόουν στα Οσκαρ, όχι σαν θρασεία Βαλκανογύφτισσα.

 

[Κι όμως, η μόνη εικονοποιία που εξήχθη στα χρόνια που θυμάμαι, με την εξαίρεση της αντιδικτατορικής αντίστασης, ήταν εθνικολαϊκό φολκλόρ. Από το συρτάκι και τον Ζορμπά έως τον Τσεκλένη και την «Ολυμπιακή» του Ωνάση, η Ελλάδα επιβιβαζόταν στον μοντερνισμό μέσω τουρισμού, ενώ στο εσωτερικό της στέναζαν κλαρίνα και άνθιζαν αναμονές για πανωσήκωμα.]

 

Το Ζάρι δεν φιλοδοξεί, δεν ειρωνεύεται, δεν κοινωνιολογεί, δεν φιλοσοφεί. Είναι ειλικρινές, αφελές, ρηχό, όπως αρμόζει στη Γιουροβίζιόν του, όπως αρμόζει στη χώρα που εκπροσωπεί το 2024.

 

Νίκος Γ. Ξυδάκης