Νέα έκθεση-καταπέλτης της Liberties αποκαλύπτει ένα τοξικό μείγμα σωματικής βίας, δικαστικής παρενόχλησης και πολιτικής κηδεμονίας που στραγγαλίζει την πολυφωνία στην Ευρώπη
Σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης εισέρχεται η ελευθεροτυπία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι δημοκρατικές δικλίδες ασφαλείας υποχωρούν μπροστά σε μια συντονισμένη επίθεση κατά των λειτουργών της ενημέρωσης. Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Guardian, η πέμπτη ετήσια έκθεση της Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών για την Ευρώπη (Liberties) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το 2025, καταγράφοντας μια ανησυχητική διολίσθηση: οι δημοσιογράφοι στοχοποιούνται με πρωτοφανή αγριότητα, οι ιδιοκτησίες των μέσων συγκεντρώνονται σε ελάχιστα χέρια και η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει καταρρακωθεί. Η Έβα Σιμόν, ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης, προειδοποιεί ότι η αποδυνάμωση του κράτους δικαίου μετατρέπει τηνελευθερία του Τύπου σε «εύκολο θύμα» κυβερνητικών μεθοδεύσεων ή θεσμικής αδράνειας.
Η ασφάλεια των δημοσιογράφων σε σημείο μηδέν
Η σωματική ακεραιότητα των ρεπόρτερ στην Ευρώπη δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, με την ασφάλειά τους να αγγίζει «σημείο κρίσης». Η έκθεση αναφέρεται σε ακραίες μορφές εκφοβισμού, όπως η χρήση εκρηκτικών μηχανισμών. Στην Ιταλία, ο ερευνητής Σιγκφρίντο Ρανούτσι έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης, ενώ συνολικά στη χώρα καταγράφηκαν 118 επιθέσεις, με αποτέλεσμα 20 δημοσιογράφοι να τελούν υπό μόνιμη αστυνομική φύλαξη. Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στον ευρωπαϊκό νότο, καθώς και στην Ολλανδία παρατηρείται ραγδαία αύξηση των περιστατικών βίας και εκφοβισμού για τρίτη συνεχή χρονιά, αποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο προσλαμβάνει πανευρωπαϊκές διαστάσεις.
Ψηφιακή τρομοκρατία και η «μάστιγα» των Slapps
Παράλληλα με τη σωματική βία, ο Τύπος πολιορκείται από μια βιομηχανία δικαστικών διώξεων και ψηφιακού μίσους. Το 2025 σημειώθηκε ιστορικό υψηλό 377 σοβαρών διαδικτυακών επιθέσεων, που περιλάμβαναν ευθείες απειλές κατά της ζωής. Ταυτόχρονα, οι στρατηγικές αγωγές κατά της συμμετοχής του κοινού (Slapps) παραμένουν το «αγαπημένο» όπλο όσων επιδιώκουν να φιμώσουν την έρευνα, εκμεταλλευόμενοι την αργή ενσωμάτωση της σχετικής ευρωπαϊκής οδηγίας στα εθνικά δίκαια. Σε χώρες όπως η Μάλτα και η Ουγγαρία, η ρητορική μίσους εκπορεύεται συχνά από το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το οποίο δαιμονοποιεί τα ανεξάρτητα μέσα χαρακτηρίζοντάς τα «μηχανισμούς ξένης προπαγάνδας».
Η διάβρωση της πολυφωνίας και ο κρατικός έλεγχος
Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης σε μια κλειστή ελίτ αποτελεί, σύμφωνα με τη Liberties, μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημοκρατία. Στη Γαλλία ο έλεγχος περνά σε λίγους δισεκατομμυριούχους, ενώ στην Ουγγαρία η κυβέρνηση Όρμπαν ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του τοπίου μέσω ελεγχόμενων ιδρυμάτων. Αντίστοιχες ανησυχίες εκφράζονται για τη Γερμανία, την Ελλάδα και τη Σλοβακία, όπου η ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων υπονομεύεται από πολιτικές παρεμβάσεις και οικονομικό στραγγαλισμό. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι στην Ουγγαρία ο φιλοκυβερνητικός τηλεοπτικός χρόνος άγγιξε το 73% πριν από τις εκλογές, ενώ στη Σλοβακία η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχει τεθεί υπό άμεσο πολιτικό έλεγχο.
Κρίση αξιοπιστίας και θεσμική δυσλειτουργία
Το αποτέλεσμα αυτής της πολυεπίπεδης πολιορκίας είναι η κατάρρευση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ μέσων ενημέρωσης και κοινωνίας. Η έκθεση επισημαίνει ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, τα επίπεδα εμπιστοσύνης είναι απελπιστικά χαμηλά. Η καθυστέρηση στην εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Νόμου για την Ελευθερία των Μέσων αφήνει ένα κενό προστασίας που εκμεταλλεύονται αυταρχικές πρακτικές. Η Liberties καταλήγει ότι η θωράκιση της διαφάνειας στην ιδιοκτησία και η προστασία των δημοσιογράφων δεν είναι πλέον μια τυπική νομική υποχρέωση, αλλά ο μοναδικός τρόπος να αποτραπεί η πλήρης αποδόμηση του δημοκρατικού λόγου στην Ευρώπη.
Σάρα Ρότζερς: Η «σταυροφόρος» της ελευθερίας του λόγου που προωθεί το MAGA στην Ευρώπη

Με σημαντικούς οικονομικούς πόρους στη διάθεσή της, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επηρεάσει την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή
Η Σάρα Ρότζερς, υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη δημόσια διπλωματία, έχει εξελιχθεί σε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης. Άλλοι τη θεωρούν απλώς μια προκλητική φιγούρα του κινήματος MAGA που παρεμβαίνει στην ευρωπαϊκή πολιτική, ενώ άλλοι τη βλέπουν ως υπερασπίστρια της ελευθερίας λόγου και της «διάσωσης» της ευρωπαϊκής ταυτότητας, σημειώνει το Politico.
Με σημαντικούς οικονομικούς πόρους στη διάθεσή της, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επηρεάσει την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, με βασικούς άξονες την αντίθεση στη μαζική μετανάστευση, την κριτική στις ευρωπαϊκές ελίτ και την καταπολέμηση των νόμων που ρυθμίζουν τον λόγο στο διαδίκτυο.
Η ρητορική της είναι σκόπιμα αιχμηρή. Σε ανάρτησή της στο Χ (πρώην Twitter), χαρακτήρισε τη μετανάστευση στη Γερμανία με ακραία έκφραση («ορδές βιαστών»), λέγοντας αργότερα ότι το έκανε επίτηδες για να αναδείξει,κατά την άποψή της, τους περιορισμούς της ελευθερίας λόγου στη χώρα.
Η στάση αυτή αντικατοπτρίζει τη γενικότερη προσέγγισή της: σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες που, όπως υποστηρίζει, περιορίζουν την ελευθερία έκφρασης και επηρεάζουν αρνητικά και τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις της στην Ευρώπη, έχει υπερασπιστεί απόψεις που θεωρεί ότι λανθασμένα χαρακτηρίζονται «ψευδείς», όπως ζητήματα γύρω από την εγκληματικότητα μεταναστών, την αποτελεσματικότητα των εμβολίων κατά της COVID-19 και την προέλευση του ιού. Οι θέσεις αυτές, ωστόσο, αμφισβητούνται έντονα από μεγάλο μέρος της επιστημονικής και πολιτικής κοινότητας.
Η δράση της δεν περιορίζεται στη ρητορική. Όπως επισημαίνει το Politico, έχει συναντηθεί και συνεργαστεί με πολιτικούς και φορείς της ευρωπαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς, όπως συνεργάτες του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, στελέχη του κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ στο Ηνωμένο Βασίλειο και πολιτικούς της Εναλλακτικής για τη Γερμανία. Παράλληλα, ανακοίνωσε χρηματοδότηση 500 εκατομμυρίων δολαρίων για πρωτοβουλίες που προωθούν την «ψηφιακή ελευθερία», εξετάζοντας ακόμη και επιχορηγήσεις σε οργανώσεις με παρόμοιες θέσεις.
Οι υποστηρικτές της ,κυρίως από συντηρητικούς και φιλελεύθερους κύκλους υπέρ της ελευθερίας λόγου, τη θεωρούν σημαντικό σύμμαχο απέναντι σε αυτό που βλέπουν ως υπερβολική λογοκρισία στην Ευρώπη. Αντίθετα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες την κατηγορούν για προκλητική παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών τους και για επιδείνωση των διατλαντικών σχέσεων.
Νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής
Η στρατηγική της εντάσσεται στο νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ, που δίνει έμφαση στην ενίσχυση «πατριωτικών» και εθνικιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η Ρότζερς έχει ασκήσει έντονη κριτική σε ευρωπαϊκές νομοθεσίες όπως ο Κανονισμός Ψηφιακών Υπηρεσιών της ΕΕ και ο βρετανικός νόμος για την ασφάλεια στο διαδίκτυο, θεωρώντας ότι προωθούν τη λογοκρισία.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ έχουν προχωρήσει ακόμη και σε κυρώσεις εναντίον Ευρωπαίων που συνδέονται με αυτές τις πολιτικές, όπως ο Τιερί Μπρετόν και ο ακτιβιστής Ιμράν Άχμεντ, κατηγορώντας τους ότι προωθούν περιορισμούς στην αμερικανική ελευθερία έκφρασης.
Παρότι η Ρότζερς απολαμβάνει την υποστήριξη του Τραμπ και έχει προταθεί για ηγετική θέση στο διεθνές δίκτυο Voice of America, η προσέγγισή της προκαλεί ανησυχία ακόμη και εντός των ΗΠΑ, καθώς θεωρείται ότι μπορεί να βλάψει τις σχέσεις με συμμάχους και να αποπροσανατολίσει από βασικά ζητήματα όπως η ασφάλεια και το εμπόριο.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη υπάρχει διπλή τάση: από τη μία, πολλοί πολίτες ανησυχούν για περιορισμούς στην ελευθερία λόγου· από την άλλη, εξίσου πολλοί φοβούνται τη ρητορική μίσους, την παραπληροφόρηση και την ανεξέλεγκτη δράση των κοινωνικών δικτύων.
Συνολικά, η Σάρα Ρότζερς εκπροσωπεί μια νέα, πιο επιθετική μορφή «δημόσιας διπλωματίας», που επιδιώκει άμεση επιρροή στις κοινωνίες και όχι μόνο στις κυβερνήσεις — μια στρατηγική που ενισχύει τους πολιτικούς διχασμούς τόσο στην Ευρώπη όσο και στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.











