Δεκαετίες μεθοδευμένης παραπλάνησης, εξαγοράς της επιστήμης και θεσμικής αιχμαλωσίας φέρνει στο φως αποκαλυπτική έκθεση του Κέντρου για την Κλιματική Ακεραιότητα των ΗΠΑ
Του Χάρη Φραντζή
Η διαμόρφωση κοινών αντιλήψεων και στάσεων γύρω από την κλιματική κρίση ουδέποτε υπήρξε μια αυθόρμητη ή ουδέτερη διαδικασία, αλλά συνιστούσε πάντα ένα πεδίο συστηματικής ιδεολογικής και επικοινωνιακής επικυριαρχίας του ορυκτού κεφαλαίου. Όπως αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου οι μισοί Αμερικανοί πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το φυσικό αέριο αποτελεί μια «καθαρή» πηγή ενέργειας. Αυτή η ευρεία κοινωνική πεποίθηση είναι το ώριμο «προϊόν» μιας πολυετούς, προσεκτικά σχεδιασμένης εκστρατείας μάρκετινγκ και παραπληροφόρησης, την οποία ενορχήστρωσε η βιομηχανία πετρελαίου και αερίου.
Η ταμπέλα του «καθαρού» καυσίμου αποτελεί έναν πλήρως κατασκευασμένο μύθο. Το μεθάνιο, που αποτελεί το κύριο συστατικό του, είναι ένα αέριο του θερμοκηπίου με ισχύ παγίδευσης της θερμότητας πολλαπλάσια εκείνης του διοξειδίου του άνθρακα. Η νέα έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα το Κέντρο για την Κλιματική Ακεραιότητα (Center for Climate Integrity – CCI) αποδομεί πλήρως αυτό το αφήγημα, αποκαλύπτοντας ότι οι πολυεθνικές του τομέα γνώριζαν την πραγματικότητα ήδη από τη δεκαετία του 1960.
Η βιομηχανία της αμφιβολίας και τα κρυμμένα ντοκουμέντα του ’60
Η γνώση των εταιρειών για την επικινδυνότητα του καυσίμου προηγείται κατά δεκαετίες της δημόσιας συζήτησης για την κλιματική αλλαγή. Ήδη από το 1966, μια εσωτερική έκθεση του πετρελαϊκού κολοσσού της Shell αναγνώριζε με αφοπλιστική κυνικότητα ότι το μεθάνιο απελευθερωνόταν σε «ντροπιαστικά μεγάλες ποσότητες» στα πεδία εξόρυξης πετρελαίου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1968, μια επιστημονική ανασκόπηση που χρηματοδοτήθηκε από το ίδιο το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου κατέγραφε ρητά ότι η ατμοσφαιρική συγκέντρωση μεθανίου συνδεόταν άμεσα με τα κοιτάσματα πετρελαίου και ότι η διαρροή του ήταν «όχι απίθανη».
Αντί όμως να φέρουν στο φως τα ευρήματα αυτά, οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων τα κουκούλωσαν χρηματοδοτώντας και προωθώντας δικές τους «ανεξάρτητες» έρευνες, ιδρύοντας παράλληλα φορείς όπως το Ινστιτούτο Ερευνών Φυσικού Αερίου. Ο αντικειμενικός στόχος αυτής της τακτικής ήταν η κατασκευή μιας επίφασης επιστημονικής αντικειμενικότητας, η αλλαγή του δημόσιου αφηγήματος και, κυρίως, η συστηματική αποσιώπηση κάθε ανεξάρτητης επιστημονικής μελέτης που υποδείκνυε ότι το φυσικό αέριο προκαλεί σοβαρές βλάβες στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

A motorist pumps gas near the Gen. James Gavin Power Plant, a coal-fired power plant
Το πράσινο περιτύλιγμα και η υποταγή του ελεγκτικού κράτους
Κατά τη δεκαετία του 1970, η στρατηγική της βιομηχανίας πέρασε στη φάση της μαζικής επικοινωνιακής εφόδου. Η Αμερικανική Ένωση Φυσικού Αερίου, ένας ισχυρός εμπορικός σύνδεσμος, σε στενή συνεργασία με εξειδικευμένες εταιρείες δημοσίων σχέσεων, εξαπέλυσε το 1971 μια γιγαντιαία εκστρατεία με τίτλο «ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ, ΚΑΘΑΡΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ». Σε επόμενη έκθεσή της, το 1972, η Ένωση ισχυριζόταν ότι τα «περιβαλλοντικά οφέλη μιας επαρκούς προμήθειας φυσικού αερίου είναι εξαιρετικά», πλασάροντας το ορυκτό καύσιμο ως μια «πολύ θετική απάντηση» στη διογκούμενη συλλογική ανησυχία της κοινωνίας για την προστασία του πλανήτη.
Ωστόσο, η πλέον ανησυχητική αποκάλυψη της έκθεσης του Κέντρου για την Κλιματική Ακεραιότητα αφορά τη θεσμική αιχμαλωσία των ίδιων των κρατικών μηχανισμών. Έως το 1996, η Αμερικανική Ένωση Φυσικού Αερίου διεξήγαγε κοινές μελέτες με την ίδια την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA). Τα εσωτερικά έγγραφα και οι επικοινωνίες που δημοσιεύονται στην έκθεση αποκαλύπτουν μια σοκαριστική πραγματικότητα όπου αξιωματούχοι της EPA παραδέχονταν ιδιωτικά ότι η κρατική υπηρεσία «απλώς δεν διαθέτει την τεχνογνωσία» για να εξετάσει ανεξάρτητα τα δεδομένα που παρείχε η βιομηχανία, συμπληρώνοντας ότι ήταν «απίθανο να εντοπίσουν προβλήματα ακόμα κι αν αυτά υπήρχαν». Αν και η EPA απέφυγε να σχολιάσει άμεσα τα ευρήματα της έκθεσης, η ιστορική καταγραφή αποδεικνύει πώς η ελεγκτική εξουσία παραδόθηκε στις ορέξεις των πολυεθνικών.

The Jeffrey Energy Center coal-fired power plant operates near Emmett, Kan.
Από το fracking στις πράσινες επιδοτήσεις
Η αποτελεσματικότητα αυτής της πολυετούς επικοινωνιακής πλάνης υπήρξε καθοριστική για τις οικονομικές εξελίξεις του 21ου αιώνα. Στη δεκαετία του 2000, με την τεχνολογική τομή της υδραυλικής ρωγμάτωσης (fracking), οι υποδομές εξόρυξης και μεταφοράς φυσικού αερίου στις ΗΠΑ επεκτάθηκαν με αλματώδεις ρυθμούς. Το αποκορύφωμα της αυθαιρεσίας ήταν ότι οι επιχειρήσεις που κατασκεύαζαν αυτές τις ρυπογόνες υποδομές κρίνονταν συχνά επιλέξιμες για κρατικές επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές που προορίζονταν για «πράσινα» καύσιμα.
Ακόμη και σήμερα, η θεσμοθετημένη παραπλάνηση συνεχίζεται. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται νομικά ως «πράσινο» σε τουλάχιστον τέσσερις αμερικανικές πολιτείες, ενώ ο επιχειρηματικός βραχίονας των οικιακών συσκευών αερίου ασκεί αμείλικτο λόμπινγκ για να αποτρέψει την επιβολή υποχρεωτικών προτύπων σήμανσης που θα προειδοποιούσαν τους καταναλωτές για τις επιβλαβείς επιπτώσεις των προϊόντων τους.
Όπως υπογράμμισε ο πρόεδρος του Κέντρου για την Κλιματική Ακεραιότητα, Ρίτσαρντ Γουάιλς, στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης της έκθεσης, όσοι αξιωματούχοι συνεχίζουν να δικαιολογούν την επέκταση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο ισχυριζόμενοι ότι είναι καθαρό ή ασφαλές για το κλίμα, αναπαράγουν απλώς το ίδιο σενάριο που επινόησαν τα εταιρικά επιτελεία και οι ομάδες δημοσίων σχέσεων πριν από δεκαετίες. Η αποδόμηση αυτών των επικίνδυνων ψευδών και η οριστική τοποθέτησή τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας συνιστά πλέον όρο επιβίωσης απέναντι στην κλιματική καταστροφή.










