Δεν υπάρχουν ευκολίες με αυτόν τον νέο φασισμό, ακριβώς επειδή δεν είναι μόνο μια λούμπεν και περιθωριακή περίμετρος αλλά έχει κάποια ερείσματα και υπαρκτά, πρόθυμα ακροατήρια.
ΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΘΟΡΥΒΟΥ, και μόνο το να μιλάς και να ασχολείσαι με τον Κασιδιάρη είναι σαν τον εγκαθιστάς στο κέντρο της προσοχής. Ο «τίτλος» απονέμεται από την αχόρταγη δημοσιότητα και την πορνογραφία της εικόνας. Αυτό όμως, ενώ είναι σωστό σε φιλοσοφικό επίπεδο, δεν μπορεί να το ακολουθήσουμε στην πράξη. Κανείς δεν μπορεί να αποσιωπά δημοσιογραφικά είτε ως κριτικός αναλυτής πρόσωπα που παίζουν, υπογείως ή ευθέως, στο πολιτικό παιχνίδι. Αφήνοντας όμως έξω τη νομική συζήτηση για τις δυνατότητες πολιτικής καθόδου του αποφυλακισμένου τέως χρυσαυγίτη, στέκομαι, αναπόφευκτα, στο τι ψάχνει να εκφράσει αυτό το πρόσωπο και η κίνηση γύρω από αυτό.
Ο Κασιδιάρης, λοιπόν, υπάρχει ως ανθρωπότυπος μέσα στην κοινωνία, ανεξάρτητα από τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τις προθέσεις του. Υφίσταται σε επίπεδο ζήτησης, αφού ένας κόσμος έχει ταυτιστεί με ένα ακροδεξιό φάσμα ιδεών και συναισθημάτων. Μπορεί αυτές οι ιδέες να είναι εξαιρετικά περιορισμένες και φτωχές, εκείνο όμως που μετράει είναι ότι έχει διαμορφωθεί ένα συναίσθημα που επιλέγει ως «ήρωα» τον Κασιδιάρη. Το ότι χρησιμοποιείται από καιρό το μικρό όνομα και μάλιστα με ένα υποκοριστικό (Ηλίας - «Λιάκος») είναι δείγμα μιας οικειότητας που τρέφει προσδοκίες ή κατασκευάζει κάτι θερμό.
Αν θέλουμε να αποτρέψουμε την ενδυνάμωση του «κασιδιαρισμού», χρειαζόμαστε περισσότερα από την ηθική μας αγανάκτηση για ένα πρόσωπο ή νομικά αντίμετρα και προσδοκίες από αποφάσεις του Άρειου Πάγου.
Είναι αυτό το ίδιο συναίσθημα με το οποίο έχουμε ήδη συναντηθεί εκ του σύνεγγυς και στον ψηφιακό κόσμο. Όλες αυτές οι φωνές που παρουσιάζουν το έθνος υπό κατοχή από κάποιους εισβολείς της «Αφρικής» ή της «Ασίας», όλες οι σαρωτικές καταδίκες για τη Μεταπολίτευση ως υποθετικά αριστερού καθεστώτος σήψης και διαφθοράς, όλες οι χειρονομίες χυδαίας άρνησης της διαφορετικότητας και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και οι εκδοχές μανικής αναζήτησης της υπεροπλίας και της αστυνομικής επιβολής, όλα αυτά έχουν τα δικά τους κοινά. Πολλές από αυτές τις ιδέες έχουν φυτρώσει εδώ και χρόνια, αναπτύχθηκαν στις ρίζες του παλαιού χρυσαυγιτισμού και ανακυκλώνονται, πάλι, με καινούργιες προσθήκες.
Υπάρχει αναμφίβολα κάτι επίμονα αυταρχικό που παρασιτεί σε αιτήματα λαϊκής δικαιοσύνης, συγχέοντας κατά σύστημα τη δικαιοσύνη με τη θεαματική τιμωρία και την ψυχο-εκτονωτική εκδίκηση. Κάτι που έχει μετατρέψει τις προσδοκίες «εξυγίανσης των θεσμών» σε κυνήγι διαφόρων εχθρών, δίχως κανένα πολιτικό βάθος και σχέδιο, πέρα από την ηλεκτρική διέγερση που προκαλεί σε έναν κόσμο το να προξενεί «φόβο».
Βλέπει κανείς μια διέγερση, τα μούσκουλα ως απόδειξη ανθεκτικότητας και, φυσικά, τη δηλητηριώδη αισθητικοποίηση της εθνικής υπεροχής (ως κακοφορμισμένης ιδέας περί ανδρείας).
Δεν είναι καινούργια πράγματα όλα αυτά. Υπήρξαν και γέννησαν μάλιστα πολιτικά την ισχυροποιημένη Χρυσή Αυγή της δεκαετίας του 2010, στον τότε κύκλο των κοινωνικών θυμών και της κατάρρευσης του παλαιού δικομματισμού. Σήμερα, φαινομενικά, αυτός ο χώρος βρίσκεται πολυδιασπασμένος πολιτικά και κάποιες δυνάμεις του εμφανίζονται επιμελημένα πιο «μετριοπαθείς» αν όχι πρόθυμες για συμβιβασμούς με τον συμβατικό συντηρητικό χώρο.
Το καινούργιο είναι όμως οι ευκαιρίες που προσφέρουν οι πλατφόρμες, η επίσης σε έκσταση εικονιστική σφαίρα που έχει εξελιχθεί σε ένα σύμπαν με fakes και τρολ. Η επικοινωνία ως αισθητική της βίας είχε πάντα τη σημασία της στην ακροδεξιά, τώρα όμως οι τεχνολογίες, τα νεανικά κοινά και οι «λογαριασμοί» λειτουργούν σαν προσθετικά μέλη για νέες ποικιλίες προπαγάνδας.
Και πώς να μην υπολογίσουμε το βάρος της συγκυρίας; Πέρα από εμάς, μια τραμπική συναισθηματική σφαίρα έχει εγκαταστήσει μια παγκόσμια αντιδραστική φούσκα με αιχμή τη λατρεία της ισχύος, την επιστροφή στην κουλτούρα του πολέμου και την απατηλή (αλλά φωνακλάδικη) «δικαίωση» μιας κατακτητικής και γεμάτης περιφρόνησης «αρρενωπότητας». Ορισμένες πεποιθήσεις που πριν από δέκα χρόνια κολυμπούσαν μόνο στην άκρα δεξιά, όπως η θεωρία περί φυλετικής-πολιτισμικής αντικατάστασης των λευκών χριστιανών Ευρωπαίων από λαούς του Νότου, έχουν περάσει στην κοινωνική βάση και κομμάτων της συμβατικής δημοκρατικής σκηνής. Ανάλογες φαντασιώσεις ευνουχισμού και θυματοποίησης (των κανονικών ανδρών και γυναικών, της οικογένειας κ.λπ.) έχουν αποικίσει τα λόγια και τις σκέψεις πολύ περισσότερων ανθρώπων – πέρα από το αν αισθάνονται ή και ψηφίζουν άκρα δεξιά.
Πάνω απ’ όλα: Η φαντασμαγορία μιας δύναμης που θα διαλύσει όλα τα προβλήματα διώχνοντας, με μια σκούπα ή με κλοτσιές, τα μίζερα θεάματα, τους εξαθλιωμένους, τους πεινασμένους, σαν ένα είδος τεχνητού καθαρισμού που θα ξαναγεννήσει με μαγικό τρόπο μια άφθαρτη χώρα και καινούργιες, λευκασμένες πόλεις. Δεν χρειάζεται αυτό επιχειρήματα ούτε θεωρητικά μανιφέστα, γιατί «πρόγραμμα» γίνεται η ίδια η μπρουτάλ αμεσότητα που περιφρονεί τη γνώση ως αδυναμία ή ματαιόσπουδη, ελιτίστικη υπόθεση.
Γι’ αυτόν τον ύστερο φασισμό των συναισθημάτων, γνώση είναι τελικά μόνο η εξουσία της ισχύος σαν σιδερογροθιά ή λάμα μαχαιριού. Αν θέλουμε, επομένως, να αποτρέψουμε την ενδυνάμωση του «κασιδιαρισμού», χρειαζόμαστε περισσότερα από την ηθική μας αγανάκτηση για ένα πρόσωπο ή νομικά αντίμετρα και προσδοκίες από αποφάσεις του Άρειου Πάγου. Το αντίδοτο είναι μια τριπλή, παράλληλη μάχη ενάντια στην κοινωνική υποβάθμιση της ζωής, στα είδωλα της υπεροχής και της επιβολής (σε κάθε πεδίο) και στον ολιγαρχικό επαγγελματισμό που κάνει τη δημοκρατία να μαραζώνει, μετατρέποντάς τη σε μια νυσταλέα υπόθεση βολεμένων. Δεν υπάρχουν ευκολίες με αυτόν τον νέο φασισμό, ακριβώς επειδή δεν είναι μόνο μια λούμπεν και περιθωριακή περίμετρος αλλά έχει κάποια ερείσματα και υπαρκτά, πρόθυμα ακροατήρια. Το στοίχημα είναι πάντα η διαμόρφωση μιας άλλης συναισθηματικής και λαϊκής νοημοσύνης. Τα δικαστήρια, οι εκλογικές νομοθεσίες ή ο καθηγητικός «ορθολογισμός» (μας) δεν μπορούν να κάνουν πολλά σε αυτή την εποχή των τεράτων.











