Ισραηλινοί εκπαιδεύουν σκυλιά να βιάζουν Παλαιστίνιους - Η «αποφασιστική στιγμή» της φρίκης

Φύλακες στο διαβόητο στρατόπεδο βασανιστηρίων Σντε Τεϊμάν του Ισραήλ παραδέχθηκαν ότι συνάδελφοί τους χρησιμοποιούν σκύλους για να βιάζουν Παλαιστίνιους κρατούμενους, σύμφωνα με γνωστό Ισραηλινό αναλυτή.

 

Ο Σαϊέλ Μπεν-Εφραΐμ, γεωπολιτικός αναλυτής που αντιτίθεται στη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα, δήλωσε ότι μίλησε με δύο φύλακες της εγκατάστασης για αυτή τη φρικιαστική μορφή βασανιστηρίων που αφορά «περισσότερες από μία περιπτώσεις».

 

«Κάποιοι έχουν πει ότι οι ισχυρισμοί πως το Ισραήλ χρησιμοποιεί σκύλους για να κακοποιεί σεξουαλικά κρατουμένους είναι αντισημιτικές συκοφαντίες αίματος», έγραψε ο Μπεν-Εφραΐμ στο Χ την Παρασκευή. «Δυστυχώς, υπάρχει σημαντικός όγκος αποδείξεων».

 

Από τους δύο φρουρούς με τους οποίους μίλησε, «ο ένας είχε δει να συμβαίνει αυτό και είπε πως ήταν υπερβολικά φρικτό ακόμη και για να το περιγράψει. Ο άλλος είπε ότι το είχε ακούσει από συναδέλφους και πίστευε πως ήταν αλήθεια. Αυτό συνέβη. Αυτό συνεχίζει να συμβαίνει. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά».

 

Ανέδειξε επίσης αρκετές υποθέσεις που έχουν καταγραφεί από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μέσα ενημέρωσης.

 

Μεταξύ αυτών είναι η μαρτυρία ενός άνδρα στο Παλαιστινιακό Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (PCHR): «Μας έγδυσαν εντελώς. Στρατιώτες έφεραν σκύλους που ανέβηκαν πάνω μας και ούρησαν πάνω μου», είπε. «Ύστερα ένας από τους σκύλους με βίασε… Υπέστην σοβαρή ψυχολογική κατάρρευση και βαθιά ταπείνωση».

 

«Ξέρουν ότι μόλις βιάσουν κάποιον με σκύλο ή με ραβδί, αυτοί οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους ή να ζήσουν φυσιολογικά τη ζωή τους», δήλωσε πέρυσι στο Novara Media ο Μπάσελ Αλσουράνι, υπεύθυνος διεθνούς συνηγορίας του PCHR. «Είναι μέρος της γενοκτονικής τους πρόθεσης να καταστρέψουν [τους Παλαιστινίους]».

 

Το Σντε Τεϊμάν έγινε παγκοσμίως διαβόητο πέρυσι, όταν διέρρευσαν πλάνα που έδειχναν στρατιώτες να βιάζουν ομαδικά έναν κρατούμενο εκεί το 2024.

 

Η «αποφασιστική στιγμή» της φρίκης

 

israel epoikos H αντιπαράθεση για τη φωτογραφία ενός Ισραηλινού εποίκου που παρενοχλεί μια Παλαιστίνια αποκαλύπτει τα όρια της κατανόησής μας για τη φωτογραφία ως εργαλείο προπαγάνδας - του Άρη Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών

 

 Άρη Χατζηστεφάνου 

 

Η δημοσίευση στο περιοδικό L’Espresso της φωτογραφίας ενός Ισραηλινού εποίκου που παρενοχλεί μια Παλαιστίνια προκάλεσε την κινητοποίηση του ισραηλινού ΥΠΕΞ, που έκανε λόγο για αντισημιτική απεικόνιση. Η αντιπαράθεση που ακολούθησε αποκαλύπτει τα όρια της κατανόησής μας για τη φωτογραφία ως εργαλείο έκφρασης και προπαγάνδας.

 

«Παραποιητική χρήση φωτογραφίας». Έτσι χαρακτήρισε ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ιταλία, Τζόναθαν Πέλεντ, το εξώφυλλο του περιοδικού L’ Espresso που απαθανάτισε τη φρικτή έκφραση ενός ένοπλου Ισραηλινού εποίκου και τη συνόδευσε με τον τίτλο L’ Abuso (Η κακοποίηση). Το επιχείρημα του πρέσβη, το οποίο έκτοτε προωθούν εκατοντάδες φιλοϊσραηλινοί λογαριασμοί σε όλον τον κόσμο, ήταν ότι η εικόνα αναπαράγει στερεότυπα για τα χαρακτηριστικά των Εβραίων. Αρκετοί μάλιστα έκαναν αντιπαράθεση της φωτογραφίας με σκίτσα του ναζιστικού περιοδικού Der Sturmer που παρουσίαζαν τους Εβραίους με τερατόμορφα χαρακτηριστικά.

 

Απαντώντας σε αυτά τα επιχείρημα αρκετοί υποστήριξαν ότι ενώ ένας σκιτσογράφος έχει απόλυτο έλεγχο στην παραγωγή της τελικής εικόνας (και συνεπώς μπορεί να προωθεί ρατσιστικά μηνύματα παραποιώντας τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των Εβραίων), ένας φωτογράφος απλώς καταγράφει την πραγματικότητα. Ή όπως έλεγαν και κάποιοι παλιοί φωτογράφοι νυχτερινών κέντρων στους απογοητευμένους πελάτες τους, «η μηχανή ό,τι βλέπει βγάζει, κύριος».

 

Το συγκεκριμένο επιχείρημα όμως είναι προβληματικό σε πολλά επίπεδα. Ένας φωτογράφος έχει στη διάθεσή του αναρίθμητα εργαλεία για να «παραποιήσει» την πραγματικότητα – και στην περίπτωση του φωτορεπορτάζ να προωθήσει μια πολιτική άποψη. Ο φακός που θα επιλέξει, η γωνία λήψης ή το βάθος πεδίου είναι μερικά μόνο από αυτά. Χωρίς την παραμικρή ψηφιακή επεξεργασία μπορεί να ηρωοποιήσει ή να γελοιοποιήσει ένα πρόσωπο, να του προσφέρει οικεία ή εχθρικά χαρακτηριστικά, να το απομονώσει από το περιβάλλον του ή ακόμη και να απομακρύνει την προσοχή μας από αυτό. Στη συνέχεια ο ίδιος ή ο photo editor μιας εφημερίδας μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε δεκάδες ή εκατοντάδες καρέ που τραβήχτηκαν με διαφορά μερικών δευτερολέπτων και κάθε ένα από τα οποία μπορεί να μεταφέρει μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

 

Η σοβαρότητα και η εγκυρότητα μιας φωτογραφίας λοιπόν, δεν καθορίζονται από μια αφηρημένη έννοια «αντικειμενικότητας» -η οποία δεν υπάρχει στο φωτορεπορτάζ, όπως δεν υπάρχει και εν γένει στη δημοσιογραφία- αλλά από το αν η εικόνα είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας, την οποία η μηχανή απαθανατίζει σταματώντας τον χρόνο.

 

Όταν ο φωτογράφος Ντον ΜακΚάλιν κατέγραψε το σπαρακτικό κλάμα μιας Τουρκοκύπριας που είδε τους Ελληνοκύπριους να δολοφονούν τον άντρα της το 1964 (φωτογραφία αριστερά), επέλεξε την πρωταγωνίστρια της εικόνας του, όχι για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσώπου της, αλλά γιατί συμπύκνωνε τη φρίκη που βίωσαν δεκάδες οικογένειες.

 

Αντίστοιχα, η θρυλική μητέρα της Μεγάλης Ύφεσης (φωτογραφία δεξιά), δεν ατένιζε νυχθημερόν τον ορίζοντα με ύφος απελπισίας. Το επόμενο δευτερόλεπτο ενδέχεται να γελούσε παίζοντας με τα παιδιά της. Επιλέγοντας όμως, το συγκεκριμένο καρέ η φωτογράφος, Ντοροθέα Λανγκ, κατάφερε να συνοψίσει τις κακουχίες που έζησαν χιλιάδες εσωτερικά εκτοπισμένοι Αμερικανοί πολίτες σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις του καπιταλισμού του 20ού αιώνα.

 

Το Πούλιτζερ

 

O ΜακΚάλιν έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ και η Λανγκ αποθεώθηκε για την εμβληματική φωτογραφία της, επειδή είχαν το πολιτικό και κοινωνικό κριτήριο να επιλέξουν τις πιο αντιπροσωπευτικές εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Όπως θα εξηγούσε ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν στο δοκίμιό του για την «αποφασιστική στιγμή», «η φωτογραφία είναι η ταυτόχρονη αναγνώριση, σε κλάσματα δευτερολέπτου, της σημασίας ενός γεγονότος καθώς και της ακριβούς διάταξης των μορφών που προσδίδουν σε αυτό το γεγονός την κατάλληλη έκφραση».

 

Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν, για τη φωτογραφία του Ισραηλινού εποίκου είναι αν το μίσος (και όχι τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά) του προσώπου του μας μεταφέρει την κατάσταση στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Και εδώ τα στοιχεία είναι ατράνταχτα. Όταν στο σύνολο της ισραηλινής κοινωνίας (εξαιρουμένων των Αράβων Ισραηλινών), το 82% υποστηρίζει την εθνοκάθαρση και σχεδόν το 50% τη γενοκτονία, στους παράνομους οικισμούς η πρόθεση γίνεται πράξη. Τους τελευταίους μήνες καταγράφονται διαρκώς δολοφονίες Παλαιστινίων από εποίκους και διαρκής καταστροφή περιουσιών, που παραπέμπει στη ναζιστική Νύχτα των Κρυστάλλων.

 

Όπως εξηγούσε σε πρόσφατο κείμενό του στο περιοδικό Jacobin ο Ε.Α. Χαλεβί, αναλυτής του Ιδρύματος Center for Strategic Politics, αρκετά από τα ανήλικα παιδιά που βλέπουμε σε φωτογραφίες και βίντεο να τραμπουκίζουν Παλαιστίνιους αντιμετώπιζαν προβλήματα βίαιης συμπεριφοράς και προσαρμογής και εγκατέλειψαν το σχολείο ή ακόμη και την υποχρεωτική θητεία στον IDF. Αντί όμως να υπάρξει ειδική μέριμνα, κρατικές υπηρεσίες και ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται με εκατομμύρια δολάρια και από εβραϊκές οργανώσεις στις ΗΠΑ τα στέλνουν στους πιο απομακρυσμένους παράνομους οικισμούς, όπου λειτουργούν σαν το μακρύ χέρι των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Ουσιαστικά πρόκειται για παρακρατικές συμμορίες ανηλίκων, οι οποίες όμως δρουν με τα όπλα και την κάλυψη που τους παρέχουν το κράτος, η κυβέρνηση και εν τέλει η κοινωνία του Ισραήλ.

 

Σε αυτό το σκηνικό, η φωτογραφία που κατέγραψε o φωτογράφος Πιέτρο Μαστούρζο για το περιοδικό L’Espresso δικαιούται πέραν πάσης αμφιβολίας το βραβείο Πούλιτζερ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ