Νέα αναστάτωση έχει προκαλέσει η διάδοση πληροφοριών σχετικά με τη δεύτερη δικογραφία για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σύμφωνα με νεότερα στοιχεία, η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας φέρεται να έχει φτάσει πριν λίγη ώρα στον Άρειο Πάγο.
Οι φήμες αναφέρουν ότι η υπόθεση περιλαμβάνει οκτώ πολιτικά πρόσωπα, ωστόσο από τα ανώτατα κλιμάκια της δικαιοσύνης τα δεδομένα, αλλά και τα… στόματα παραμένουν μέχρι στιγμής ερμητικά κλειστά.
Το θρίλερ γύρω από το ζήτημα κρατά σε αγωνία πολιτικούς και νομικούς κύκλους, ενώ η συνέχεια αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
ΟΟΣΑ: Eκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» χωρίς επένδυση, ανισότητες χωρίς απάντηση

Χρήστος Πιλάλης
Οι δαπάνες παραμένουν κατά πολύ κατώτερες των αναγκών που η ίδια η κυβερνητική ρητορική αναγνωρίζει.
Η έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την εκπαίδευση στην Ελλάδα μόλις δημοσιεύθηκε (Assessment and recommendations: Improving Learning Outcomes in Greece | OECD ), σε μια συγκυρία κατά την οποία η κυβέρνηση παρουσιάζει την εκπαιδευτική πολιτική ως πεδίο σταθερότητας, συνέπειας και θεσμικής ωρίμανσης. Όπου η «αξιολόγηση» σχολείων και εκπαιδευτικών, η ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας, η ψηφιακή μετάβαση και η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών προβάλλονται από το Υπουργείο Παιδείας ως αποδείξεις ενός συνεκτικού σχεδίου εκσυγχρονισμού. Η έκθεση του ΟΟΣΑ καταγράφει τις κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής, χωρίς όμως να αμφισβητεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές διαμορφώνονται. Ταυτόχρονα, τεκμηριώνει ότι οι παρεμβάσεις αυτές εξελίσσονται μέσα σε ένα πεδίο βαθιών δομικών αντιφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε προβλήματα εφαρμογής, αλλά συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές επιλογές που καθορίζουν τα όρια και τις αντοχές του δημόσιου σχολείου.
Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς διαχρονικών δημοσιονομικών περιορισμών. Το στοιχείο όμως αυτό γίνεται αποδεκτό ως δεδομένο πλαίσιο πολιτικής και όχι ως ζήτημα πολιτικής επιλογής που θα μπορούσε να ανατραπεί. Οι προτάσεις του ΟΟΣΑ εστιάζουν κυρίως στη βελτίωση της διακυβέρνησης, της οργάνωσης και της αποδοτικότητας, αφήνοντας στο περιθώριο το ζήτημα της επάρκειας των πόρων. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της παρούσας κυβέρνησης, η οποία έχει επενδύσει πολιτικά στη λογοδοσία, στην «αξιολόγηση» και στη διοικητική αναδιάρθρωση, χωρίς κάποια δέσμευση για ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Το αντίθετο! Παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για «αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου», οι δαπάνες παραμένουν κατά πολύ κατώτερες των αναγκών που η ίδια η κυβερνητική ρητορική αναγνωρίζει. Κρίσιμες και μεγάλες ανάγκες – από τη σχολική στέγη έως τις υποστηρικτικές δομές και τη σταθερή στελέχωση των σχολείων μέσω πολλών και μόνιμων προσλήψεων – καλύπτονται αποσπασματικά, συχνά μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και όχι μέσα από σταθερή δημόσια επένδυση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τον ΟΟΣΑ στη σχολική αυτονομία, η οποία προβάλλεται ως απάντηση στον συγκεντρωτισμό του ελληνικού συστήματος. Η έκθεση, καταδεικνύει ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει από τα πιο κεντρικά στον Οργανισμό, ενώ οι διοικητικές και παιδαγωγικές δυνατότητες των σχολικών μονάδων διαφέρουν έντονα ανάλογα με τη γεωγραφική και κοινωνική τους θέση. Όμως παρά τη σαφή αυτή διαπίστωσή της, καταγράφει ότι η ενίσχυση της αυτονομίας δεν συνοδεύεται από ισχυρούς και δεσμευτικούς μηχανισμούς αναδιανομής πόρων και στήριξης των σχολείων που λειτουργούν σε μειονεκτικά περιβάλλοντα. Προφανώς υπό αυτές τις συνθήκες, η αυτονομία δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο ενδυνάμωσης αλλά ως πολιτική μεταφορά ευθύνης προς τις σχολικές μονάδες.
Η αντίφαση αυτή δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική. Η επίκληση της σχολικής αυτονομίας αποκτά σαφές πολιτικό πρόσημο όταν αποσυνδέεται από την υποχρέωση του κράτους να εγγυάται ίσους όρους εκπαίδευσης. Η αυτονομία δεν μπορεί να προηγείται της ισότητας, ούτε να χρησιμοποιείται ως απάντηση σε ένα βαριά υποχρηματοδοτημένο και άνισο εκπαιδευτικό σύστημα. Όταν τα σχολεία καλούνται να «αυτονομηθούν» χωρίς επαρκείς πόρους, προσωπικό και υποδομές, η αυτονομία απλά συγκαλύπτει την απουσία κοινωνικής πολιτικής στην εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταφορά αρμοδιοτήτων προς τα κάτω δεν συνιστά εκσυγχρονισμό ή εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, αλλά μετακύλιση της ευθύνης για τις ανισότητες σε εκείνους που έχουν τη μικρότερη δυνατότητα να τις αντιμετωπίσουν.
Το ίδιο μοτίβο αναδεικνύεται στο ζήτημα της αξιολόγησης, που αποτελεί κεντρικό άξονα της εκπαιδευτικής πολιτικής της παρούσας κυβέρνησης. Η έκθεση υιοθετεί τη θέση ότι η αξιολόγηση οφείλει να είναι αναπτυξιακή και υποστηρικτική, χωρίς όμως να αποτυπώνει τις πολιτικές προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν αυτόν τον στόχο εφικτό. Όπως όμως ξέρουμε πολύ καλά, στην πράξη η «αξιολόγηση» εφαρμόστηκε στην Ελλάδα ως διοικητικό εργαλείο ελέγχου, πειθάρχησης και αυταρχισμού, χωρίς ουσιαστική παιδαγωγική στήριξη ή επιμόρφωση, ενισχύοντας τη μετακύλιση της ευθύνης για τα μαθησιακά αποτελέσματα προς τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς, σε ένα πλαίσιο όπου η στελέχωση παραμένει επισφαλής και η εργασιακή σταθερότητα δεν διασφαλίζεται.
Η πραγματική κατάσταση των εκπαιδευτικών φωτίζει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή τη δομική αντίφαση. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει τη γήρανση του προσωπικού, τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από αναπληρωτές και τις πολύ χαμηλές αποδοχές σε σύγκριση με άλλες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, τόσο στην έκθεση όσο και στην κυρίαρχη κυβερνητική ρητορική, η αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού συνδέεται κυρίως με τον «επαγγελματισμό», την ατομική αξιολόγηση και τη διαρκή προσαρμογή. Η διαρκής εξάρτηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος από αναπληρωτές εργαζόμενους, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, υπονομεύει κάθε έννοια παιδαγωγικής συνέχειας και σταθερότητας και καταδεικνύει την απουσία συνεκτικής πολιτικής μόνιμων διορισμών ως συνειδητή και διαρκή επιλογή της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Στον τομέα της προσχολικής αγωγής, η έκθεση αναγνωρίζει τη σημασία της δίχρονης υποχρεωτικής φοίτησης και τη συμβολή της στην ενίσχυση της ισότητας. Επισημαίνει ωστόσο, ότι παρότι η προσχολική εκπαίδευση 4–6 ετών υπάγεται θεσμικά στο Υπουργείο Παιδείας, η εφαρμογή της πολιτικής αυτής πραγματοποιείται υπό δομικά άνισους όρους. Κρίσιμες παράμετροι, όπως η σχολική στέγη και η λειτουργική υποστήριξη, εξακολουθούν να επηρεάζονται από άνισες τοπικές υποδομές και διοικητικές δυνατότητες, επιτείνοντας τις ανισότητες από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εκπαιδευτικής διαδρομής των παιδιών.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και στο πεδίο της ψηφιακής εκπαίδευσης. Η έκθεση αναγνωρίζει τις «επενδύσεις» που έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά καταγράφει ότι η παιδαγωγική αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων παραμένει άνιση, αποσπασματική και ανεπαρκώς αξιολογημένη. Η ψηφιοποίηση προωθείται ως τεχνική λύση που υποκαθιστά την ουσιαστική ενίσχυση των δημόσιων δομών, χωρίς σαφή σύνδεση με μια συνολική στρατηγική ισότητας και χωρίς ισχυρό πλαίσιο δημόσιου ελέγχου.
Όπως προκύπτει (και) από τη συστηματική μελέτη της έκθεσης του ΟΟΣΑ, η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να προτάξει τη λογοδοσία και την αξιολόγηση, χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των δημόσιων δομών και χωρίς σταθερή και γενναία πολιτική μόνιμων προσλήψεων, σε ένα σύστημα που στηρίζεται διαχρονικά στην επισφάλεια των αναπληρωτών για την κάλυψη πάγιων αναγκών, μετατρέπει κάθε αναφορά στη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων σε πολιτική προσποίηση.











