Επικαλούμενους νομικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απέρριψε τα αιτήματα, παρά τα νέα στοιχεία και τις δημόσιες αποκαλύψεις του Ταλ Ντίλιαν για τη διάθεση του παράνομου λογισμικού σε κρατικές αρχές
Λίγες μόνο ημέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο και εν μέσω της καλοκαιρινής ραστώνης, με προφανή σκοπό να υπάρξουν όσο το δυνατόν λιγότερες αντιδράσεις, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας, με ξεχωριστές πράξεις του, απέρριψε τα αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, που εκπροσωπεί θύματα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων (ανάμεσά τους και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης που ξεκίνησε την αποκάλυψη του σκανδάλου), για να ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών.
Ο Ευ. Μπακέλας, επικαλούμενους νομικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους, απέρριψε χθες τα εν λόγω αιτήματα, παρά τα στοιχεία που μεσολάβησαν, παρά την πολύμηνη δικαστική διαδικασία και παρά τις δημόσιες αποκαλύψεις του Ταλ Ντίλιαν για τη διάθεση του παράνομου λογισμικού Predator σε κρατικές αρχές. Επίσης, παρά την ύπαρξη επίσημου δικαστικού εγγράφου -προερχόμενο από αγωγή που έχει καταθέσει για συκοφαντική δυσφήμηση ο ίδιος ο Ντίλιαν σε βάρος θύματος του Predator- στο οποίο δηλώνει ο Ντίλιαν ότι πούλησε το Predator στις κρατικές αρχές στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η πώληση αυτή ήταν απολύτως νόμιμη.
Μάλιστα ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υποστηρίζει ανάμεσα σε άλλα πως δεν καλεί τον ιδρυτή της Intellexa ούτε να καταθέσει αλλά ούτε να προσκομίσει το έγγραφο ως στοιχείο, καθώς είναι εμπλεκόμενος στις υποκλοπές και δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, καθώς η μαρτυρία του θα τεθεί αμέσως εκτός δικογραφίας σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ενώ το ίδιο σημειώνεται και για τους άλλους τρεις που καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές από το δικαστήριο.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει και η απόφαση ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες και άλλοι πέντε ιδιώτες για τους οποίους έχει δικαστικά στραφεί εναντίον τους ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης. Ο εισαγγελέας με ένα δικαστικό ισχυρισμό που θεωρείται καινοφανής δικαστική κατασκευή, επικαλείται ως πρόσκομμα το γεγονός ότι έχει κατατεθεί αγωγή εναντίον τους. Πρόκειται για τους: α) Μερόπ Χαρπάζ, γενικό διευθυντή της Intellexa στην Ελλάδα, β) Εϊνάτ Σεμάνα, ανώτερο στέλεχος της εταιρείας, με ενεργό συμμετοχή στην εγκατάσταση και τη λειτουργία της στην Ελλάδα, γ) Δημήτριο Ξυπτέρα, δ) Ιωάννη Τουμπή και ε) Ιωάννη Μπόλιαρη. Οι τελευταίοι είχαν πρόσβαση στους σέρβερ της Intellexa και αποτελούν τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στην αιφνίδια αφαίρεση και απομάκρυνση των εν λόγω σέρβερ στις 16 Δεκεμβρίου 2021, ημερομηνία κατά την οποία η Meta αποκάλυψε τη λειτουργία του Predator (και) στην Ελλάδα.
Για τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ζητούσε την πλήρη διερεύνηση της παγίδευσης του τηλεφώνου του, το σκεπτικό είναι ότι δεν προσκομίστηκε κάτι που να μην είχε ήδη εξεταστεί από τις προηγούμενες εισαγγελικές έρευνες, μεταξύ άλλων εκείνη του Αχιλλέα Ζήση και εκείνη του πρώην πλέον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα.
Ανάλογη είναι η αντιμετώπιση και του αιτήματος του Χρήστου Σπίρτζη, το αίτημα του οποίου ζητούσε την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης, προσκομίζοντας μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από το κινητό του, μεταξύ των οποίων και ένα με την ένδειξη «απόρρητο». Στην ειδική πράξη αναφέρεται ότι δεν εισφέρουν νέα δεδομένα πέραν όσων είχαν εξεταστεί στη δίκη των τεσσάρων ιδιωτών.
Ετσι, παραβλέποντας το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, το οποίο επέβαλε βαριές ποινές 126 ετών στους τέσσερις καταδικασθέντες (σ.σ. Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χαμού, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο), ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός κρίνει πως τα στοιχεία δεν είναι αρκετά ούτε νέα ώστε να δικαιολογούν νέα έρευνα δημιουργώντας μια ιδιότυπη δικαστική συνθήκη που θέλει πρόσωπα που ενδέχεται να γνωρίζουν κρίσιμες πλευρές της υπόθεσης να μην μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες επειδή θεωρούνται εμπλεκόμενα, ενώ στοιχεία που προέκυψαν από τη δικαστική διαδικασία δεν θεωρούνται αρκετά νέα για να δικαιολογήσουν νέα έρευνα.
Υπενθυμίζεται πως είναι η τρίτη συνεχόμενη φορά που το ανώτατο δικαστήριο της χώρας αρνείται πεισματικά να ερευνήσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, εξασφαλίζοντας για το σκάνδαλο το πιο ασφαλές καταφύγιο, το αρχείο. Η πρώτη ήταν τον Ιούλιο του 2024, όταν η ολοκλήρωση της πρώτης έρευνας από τον αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση πραγματοποιήθηκε χωρίς να εξεταστούν κρίσιμοι μάρτυρες, μεταξύ των οποίων δεκάδες πρόσωπα που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση τόσο από την ΕΥΠ όσο και μέσω του παράνομου λογισμικού Predator. Η δεύτερη ήρθε τον περασμένο Απρίλιο, όταν με απόφαση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου η υπόθεση των υποκλοπών οδηγήθηκε εκ νέου στο αρχείο, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τον περασμένο Φεβρουάριο, η οποία άνοιγε τον δρόμο για περαιτέρω διερεύνηση ακόμα και για το αδίκημα της κατασκοπίας. Η διαδικασία όχι μόνο δεν ξεκίνησε ποτέ, αλλά, αντιθέτως, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας -ο οποίος είχε θεσμικό ρόλο εποπτείας της ΕΥΠ και είχε υπογράψει την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη- έκρινε τότε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.
Η υπόθεση αναμένεται να έρθει ξανά στο προσκήνιο τον Δεκέμβριο. Τότε έχει προσδιοριστεί η εκδίκασή της σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Εφετείου και εκεί είναι πιθανό να προκύψουν νέα στοιχεία από πρόσωπα που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση μέσω του Predator.

Ζαχαρίας Κεσσές, συνήγορος θυμάτων τηλεφωνικών παρακολουθήσεων
Ζαχαρίας Κεσσές: «Ερμηνευτικές ακροβασίες που λειτουργούν σαν άλλοθι αδράνειας»
Η διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλα για την υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί υπόδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια κρίσιμη έρευνα μπορεί να οδηγηθεί σε αδιέξοδο χωρίς να διεξαχθεί ουσιαστικά. Καμία νέα ανακριτική ενέργεια, καμία αξιοποίηση των νέων αποδεικτικών στοιχείων, καμία προσπάθεια διερεύνησης κρίσιμων πτυχών της υπόθεσης. Αντί αυτών, επιλέχθηκαν ερμηνευτικές ακροβασίες που λειτουργούν ως άλλοθι αδράνειας. Αποκορύφωμα αποτελεί η θέση ότι πέντε κρίσιμοι μάρτυρες δεν πρέπει να εξεταστούν, επειδή στο μέλλον ενδέχεται να θεωρηθούν ύποπτοι για κατασκοπία και τότε οι καταθέσεις τους ίσως δεν θα μπορούν να αξιοποιηθούν. Ο κοινός νους αδυνατεί να παρακολουθήσει αυτή τη συλλογιστική. Ενας εισαγγελέας ταξιδεύει στον χρόνο, γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι θα καταστούν ύποπτοι, προδικάζει το περιεχόμενο καταθέσεων που δεν έχουν δοθεί και, με βάση αυτό το υποθετικό μέλλον, αποφασίζει ότι οι μάρτυρες δεν πρέπει καν να εξεταστούν. Η υπόθεση, όμως, δεν τελειώνει με μια διάταξη. Η αλήθεια δεν αρχειοθετείται. Οπως απέτυχαν όσοι επιχείρησαν πριν από αυτόν να κλείσουν οριστικά την υπόθεση, έτσι θα αποτύχει και αυτή η απόπειρα. Τα πραγματικά στοιχεία έχουν τον δικό τους τρόπο να επιβιώνουν και, τελικά, να εκθέτουν όσους επέλεξαν να μην τα αναζητήσουν. Οταν η πλήρης αλήθεια αποκαλυφθεί, δεν θα εκτεθεί μόνο η συγκάλυψη. Θα εκτεθεί και η επιλογή του κ. Μπακέλα να ταυτίσει το κύρος του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργήματος με μια διάταξη που δύσκολα θα αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου.
Κώστας Τσουκαλάς: «Η αρχειοθέτηση της υπόθεσης εμπεδώνει το κλίμα δυσπιστίας»
Σε δήλωσή του ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «στην περίπτωση του κ. Α. Σαμαρά η καταγγελλόμενη απόπειρα παρακολούθησης ενός πρώην Πρωθυπουργού, ο οποίος διαθέτει γνώση και πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες εθνικού ενδιαφέροντος, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική διαφορά. Επιβάλλεται να εξακριβωθεί ποιος τον στοχοποίησε, ποιος διέθετε το παράνομο λογισμικό, ποιος έδωσε την εντολή και ποιο ήταν το επιδιωκόμενο όφελος. Ούτε σε αυτή την περίπτωση προχώρησε η αναγκαία διερεύνηση». Και συνεχίζει με την αίτηση του Χρήστου Σπίρτζη: «Προκύπτει ότι ως αιτιολογικό επιστρατεύεται ότι τα νέα στοιχεία προσκομίστηκαν κατά τη δίκη. Δηλαδή παρότι επιβεβαιώνεται ότι κατά την πρώτη αρχειοθέτηση από τον Αρειο Πάγο δεν υπήρχαν τα εν λόγω νέα στοιχεία, ωστόσο κρίνεται… περιττό να ερευνηθούν».
Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, σύμφωνα με τον Κώστα Τσουκαλά, «σέβεται απολύτως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ο σεβασμός, όμως, στην ανεξαρτησία της δεν συνεπάγεται σιωπή ούτε παραίτηση από την άσκηση θεσμικού και δημοκρατικού ελέγχου. Οσο δεν εντοπίζονται οι εντολείς, οι χρηματοδότες και οι χειριστές του Predator, η αρχειοθέτηση της υπόθεσης εμπεδώνει το κλίμα δυσπιστίας των πολιτών στους θεσμούς και την αίσθηση πως ένα αόρατο χέρι δεν θέλει τη διαλεύκανση του σκανδάλου των υποκλοπών».
Νίκος Παπαδημητρίου
Η Ένωση Εισαγγελέων «ασπίδα» στον Μπακέλα – «Νουθετεί» τα ΜΜΕ που κάνουν λόγο για συγκάλυψη

Το να γίνεται λόγος για «σκυταλοδρομία συγκάλυψης», είναι κάτι που «υπερβαίνει τα όρια της θεμιτής κριτικής», δήλωσε το συλλογικό όργανο των εισαγγελέων
Δήλωση καταδίκης των επικρίσεων προς τη χθεσινή απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, εξέδωσε η Ένωση Εισαγγελέων.
Το να γίνεται λόγος για «σκυταλοδρομία συγκάλυψης», είναι κάτι που «υπερβαίνει τα όρια της θεμιτής κριτικής», δήλωσε το συλλογικό όργανο των εισαγγελέων, σε ανακοίνωση με την οποία δημοσιεύματα στον Τύπο καταγγέλλονται για «βάναυση προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας».
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε πως και πάλι δεν συντρέχει λόγος ανάσυρσης της δικογραφίας των υποκλοπών από τα συρτάρια του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, απορρίπτοντας τα αιτήματα που κατατέθηκαν από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, τον πρώην υπουργό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Χρήστο Σπίρτζη, καθώς και από τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ.
Τα 4 αιτήματα για την επανεκκίνηση της δικαστικής διερεύνησης, δεν στάθηκαν ικανά, κατά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελο Μπακέλα, για να βγει από το αρχείο, παρότι:
- Δεν έκανε καμία έρευνα, δεν πήρε ούτε μια μαρτυρική κατάθεση, δεν ζήτησε την συνδρομή καμίας υπηρεσίας, δεν έλεγξε τον αποχαρακτηρισμό ή όχι των απόρρητων εγγράφων που προσκομίστηκαν, δεν αναζήτησε μέσω δικαστικής συνεργασίας τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Ισραήλ στην αγωγή αποζημίωσης του Ντίλιαν, δεν κάλεσε τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά για κατάθεση, δεν εξέτασε τη συσκευή του κινητού του τηλεφώνου, δεν ερεύνησε ποια προσωπικά δεδομένα διέρρευσαν και αν αφορούσαν υπηρεσιακά ζητήματα. Δεν τόλμησε καν να εξετάσει τα 5 φυσικά πρόσωπα, που διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στην υπόθεση και δεν έχουν κληθεί για κατάθεση ποτέ εδώ και 4 χρόνια.
- Υιοθέτησε την εξωφρενική και προκλητική θέση ότι δεν πρέπει να εξεταστούν οι 5 προτεινόμενοι κρίσιμοι μάρτυρες, επειδή, αν στο μέλλον θεωρηθούν ύποπτοι για το αδίκημα της κατασκοπείας, οι καταθέσεις τους δεν θα μπορούν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά.
- Παράλληλα επικαλείται επιλεκτικά ισχυρισμό του Ταλ Ντίλιαν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ότι ποτέ δεν ήρθε το λογισμικό στην Ελλάδα, ενώ ο Ταλ Ντίλιαν ουδέποτε απολογήθηκε στο δικαστήριο και έχει επανειλημμένα δηλώσει δημόσια ότι προμήθευσε ελληνική κρατική υπηρεσία.
Η ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων:
«Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα και δημόσιες τοποθετήσεις που ακολούθησαν τις εισαγγελικές κρίσεις στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τη χρήση χαρακτηρισμών που υπερβαίνουν τα όρια της αυστηρής κριτικής μιας εισαγγελικής κρίσης, χωρίς προηγουμένως να έχει μελετηθεί η αιτιολογία της και να έχει διατυπωθεί οποιοσδήποτε επιστημονικός αντίλογος επ’ αυτής.
Αναφορές περί “συγκάλυψης” και “σκυταλοδρομίας συγκάλυψης”, καθώς και ισχυρισμοί ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποτελεί “μέρος του προβλήματος” και ότι “με τη νομική του επιχειρηματολογία επιχειρεί να παρεμποδίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης”, υπερβαίνουν τα όρια της θεμιτής κριτικής, όταν δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένα νέα πραγματικά στοιχεία και νομικά επιχειρήματα.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου και δεν επιτρέπεται να υπονομεύεται μέσα από την προσωπική απαξίωση των λειτουργών της ή την ατεκμηρίωτη αμφισβήτηση της ακεραιότητας και των κινήτρων τους. Οποιαδήποτε δε “σύνδεση των αποφάσεων των εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών με τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις” συνιστά βάναυση προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας.
Η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος διαβεβαιώνει, για πολλοστή φορά, ότι οι Έλληνες Εισαγγελείς, στο σύνολό τους, ασκούν το λειτούργημά τους αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα, τον νόμο, τα στοιχεία της δικογραφίας και τη συνείδησή τους, ανεπηρέαστοι από εξωτερικές πιέσεις και απόπειρες προσωπικής ή δημόσιας στοχοποίησης, με πρώτιστο σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του πολίτη».










