Υπουργικό συμβούλιο με το βλέμμα στη ΔΕΘ. Τι θα συζητηθεί - ΔΕΘ 2026: Ποιοι θα πάρουν την ελάφρυνση και ποιοι θα μείνουν πάλι με την υπόσχεση

Η «αυλαία» της θερινής περιόδου έπεσε την Κυριακή για την κυβέρνηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επαναφέρει την εβδομαδιαία ανασκόπηση γράφοντας για «επιτυχίες» ενώ η Ελλάδα καιγόταν. Ουσιαστικά ο πρωθυπουργός έδωσε το «σήμα» για το πώς οι υπουργοί του θα κληθούν να χειριστούν επικοινωνιακά μία σειρά ζητημάτων που έχουν φέρει την κοινωνία στα κάγκελα και το Μαξίμου σε δύσκολη θέση, ενόψει ΔΕΘ. Το πρώτο συνολικό briefing θα γίνει σήμερα στις 11:30 στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.

 

Τα θέματα που θα τεθούν επί τάπητος θα είναι επτά, σύμφωνα με την ενημέρωση του Μαξίμου, όπως η ακρίβεια για την οποία ο πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι υπουργοί θα προχωρήσουν σε ένα νέο επικοινωνιακό μοτίβο για «την αντιμετώπιση του φαινομένου» την ώρα που εκατομμύρια νοικοκυριά ζητούν άμεσες λύσεις βλέποντας τις τιμές της ενέργειας να ετοιμάζονται για νέο ράλι ανόδου.

 

Στο τραπέζι θα τεθούν επίσης ο απολογισμός του «περιβόητου» Ελλάδα 2.0, η έναρξης της σχολικής χρονιάς, η υλοποίηση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τη μείωση των τιμών, το πρόγραμμα «Περιφέρεια 2030» και το «Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο» για τον τουρισμό.

 

Τέλος, θα παρουσιαστεί  το νομοσχέδιο για τη διαχείριση και την ενίσχυση των αναπτυξιακών προγραμμάτων.

 

ΔΕΘ 2026: Ποιοι θα πάρουν την ελάφρυνση και ποιοι θα μείνουν πάλι με την υπόσχεση

 

ΔΕΘ 2026: Ποιοι θα πάρουν την ελάφρυνση και ποιοι θα μείνουν πάλι με την υπόσχεση

 

Της Μαρίας-Ειρήνης Δημουλά

 

Η ΔΕΘ πλησιάζει και μαζί της επιστρέφει το γνώριμο κυβερνητικό σκηνικό: πολλές υποσχέσεις, μεγάλες προσδοκίες και στο τέλος ένας προϋπολογισμός που θυμίζει περισσότερο λογιστήριο παρά ουσιαστική στήριξη της κοινωνίας. Το οικονομικό επιτελείο αναζητά τρόπο να παρουσιάσει ένα πακέτο μέτρων ως σημαντική παρέμβαση, την ώρα που τα διαθέσιμα περιθώρια παραμένουν περιορισμένα και η ακρίβεια έχει ήδη εξανεμίσει μεγάλο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών.

 

Το ποσό των περίπου 1,6 δισ. ευρώ που υπολογίζεται ότι υπάρχει διαθέσιμο για φορολογικές ελαφρύνσεις και ενισχύσεις το 2027 ακούγεται εντυπωσιακό μόνο μέχρι να αρχίσει η κατανομή του. Από εκεί και πέρα, η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο λαμπερή. Κάθε μέτρο έχει κόστος, κάθε μόνιμη φορολογική ελάφρυνση αφαιρεί έσοδα από τον προϋπολογισμό και κάθε κυβερνητική εξαγγελία πρέπει να μεταφραστεί σε πραγματικό όφελος για τους πολίτες.

 

Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις είναι από τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν σχετικά εύκολα και κοστίζουν περίπου 240 εκατ. ευρώ ετησίως. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να την παρουσιάσει ως σημαντική ανάσα για την επιχειρηματικότητα, όμως η κοινωνία εύλογα θα αναρωτηθεί ποια άλλα προβλήματα λύνονται με αυτόν τον τρόπο. Γιατί όταν οι οικογένειες δυσκολεύονται να πληρώσουν το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και το ενοίκιο, η συζήτηση για φορολογικές ελαφρύνσεις χωρίς σαφή κοινωνική στόχευση μοιάζει περισσότερο με άσκηση πολιτικής επικοινωνίας παρά με ολοκληρωμένο σχέδιο.

 

Ανάλογη είναι η εικόνα και με τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών. Μια μείωση κατά 0,5 μονάδα θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 245 εκατ. ευρώ. Το επιχείρημα περί ενίσχυσης της απασχόλησης είναι γνωστό, όμως το ζητούμενο είναι εάν το όφελος θα φτάσει πραγματικά στους εργαζόμενους ή θα παραμείνει κυρίως στις επιχειρήσεις. Σε μια κυβέρνηση που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνικά ευαίσθητη, αυτή η διαφορά κάθε άλλο παρά λεπτομέρεια είναι.

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα της προκαταβολής φόρου. Η μείωσή της θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ρευστότητα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνη της μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση. Πρόκειται περισσότερο για μετατόπιση του χρόνου καταβολής φόρου παρά για μια ουσιαστική αλλαγή που λύνει τα προβλήματα της αγοράς.

 

Και μετά έρχεται ο ΕΝΦΙΑ. Μια μικρή έκπτωση μπορεί να παρουσιαστεί ως «ανάσα» για τους ιδιοκτήτες, αλλά όταν κάποιος πληρώνει 600 ευρώ και η ελάφρυνση είναι 60 ευρώ τον χρόνο, δύσκολα μπορεί να μιλά κανείς για μεγάλη ανακούφιση. Ειδικά όταν το συνολικό κόστος ζωής έχει αυξηθεί τόσο πολύ, τέτοιες παρεμβάσεις κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως επικοινωνιακά πυροτεχνήματα παρά ως πραγματική οικονομική στήριξη.

 

Στη φορολογία των ενοικίων τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα. Η κυβέρνηση μπορεί να εξετάζει αλλαγές στους συντελεστές και στα κλιμάκια, όμως κάθε αλλαγή έχει νικητές και χαμένους. Και το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μια τέτοια μεταρρύθμιση θα συμβάλει πραγματικά στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης ή απλώς θα αναδιανείμει τη φορολογική επιβάρυνση χωρίς να αγγίξει την ουσία του προβλήματος.

 

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συζήτηση για τη μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από το 22% στο 20%. Μια επιχείρηση με κέρδη 500.000 ευρώ θα μπορούσε να εξοικονομήσει 10.000 ευρώ ετησίως. Για μια οικογένεια που παλεύει κάθε μήνα με τους λογαριασμούς, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Το ερώτημα που θα έπρεπε να απαντήσει η κυβέρνηση είναι απλό: σε ποιον θέλει να κατευθύνει τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο;

 

Το μεγαλύτερο πολιτικό φιάσκο, ωστόσο, βρίσκεται στο τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών. Η κυβέρνηση δημιούργησε ένα σύστημα που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από επαγγελματίες, καθώς φορολογεί με βάση τεκμαρτά εισοδήματα και όχι αποκλειστικά τα πραγματικά δηλωθέντα κέρδη. Τώρα βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα εάν θα το διατηρήσει, θα το τροποποιήσει ή θα το περιορίσει.

 

Η πλήρης κατάργηση θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κόστος που υπολογίζεται περίπου στα 600 εκατ. ευρώ. Και εδώ αποκαλύπτεται η αντίφαση: η κυβέρνηση θέλει να εμφανίζεται ως μεταρρυθμιστική, αλλά όταν οι συνέπειες μιας δικής της φορολογικής επιλογής γίνονται πολιτικά δυσάρεστες, αναζητά τρόπους να τη «διορθώσει» χωρίς να χάσει τα έσοδα.

 

Τελικά, η ΔΕΘ κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη μία παράσταση αριθμών. Δισεκατομμύρια επί χάρτου, μέτρα υπό εξέταση, φορολογικές ελαφρύνσεις με αστερίσκους και παροχές που πρέπει πρώτα να περάσουν από το κόσκινο του προϋπολογισμού.

 

Για την κυβέρνηση, το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους πίνακες του υπουργείου Οικονομικών. Ζουν στην πραγματική αγορά. Πληρώνουν ακριβότερα τρόφιμα, υψηλότερα ενοίκια, αυξημένους λογαριασμούς και δυσβάσταχτα καθημερινά έξοδα. Εκεί θα κριθεί και η επιτυχία των μέτρων.

 

Όσο λοιπόν το Μέγαρο Μαξίμου ετοιμάζει το πακέτο της ΔΕΘ και αναζητά ποια μέτρα «χωράνε» στα 1,6 δισ. ευρώ, η κοινωνία περιμένει κάτι πολύ πιο απλό: να δει πραγματική διαφορά στην τσέπη της. Γιατί μετά από τόσες εξαγγελίες, το επικοινωνιακό περιτύλιγμα δεν αρκεί πλέον. Και αν η μεγάλη κυβερνητική «παρέμβαση» της ΔΕΘ καταλήξει σε μικρές ελαφρύνσεις, περιορισμένες παροχές και μέτρα που ευνοούν περισσότερο όσους έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα, τότε το μήνυμα θα είναι σαφές: η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει για τους αριθμούς, αλλά οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν τον λογαριασμό.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ