Πατρίς, θρησκεία, τηλεθέαση... Αντώνης Μπατζιάς

Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

 

Η τηλεόραση δείχνει μια παρέλαση. Πλάνα από χαμηλά, μέταλλο που γυαλίζει, κινητήρας που κάνει τον καναπέ να τρέμει. Στο τραπέζι υπάρχει ένα κινητό με ανοιχτή την εφαρμογή για ραντεβού σε γιατρό.

 

Η ημερομηνία που βολεύει δεν υπάρχει και η ημερομηνία που υπάρχει δεν βολεύει. Κάπου ανάμεσα στις δύο οθόνες κάθεται ένας άνθρωπος και προσπαθεί να υπολογίσει πόσο θα κοστίσει να αρρωστήσει.

 

Η σκηνή είναι φανταστική. Γι’ αυτό και μπορείς να τη συναντήσεις σε πολλά σπίτια. Δεν χρειάζεται να μισείς την παρέλαση ή το αεροπλάνο για να αναρωτηθείς ποιος αποφάσισε ότι αυτή είναι η μόνη εικόνα της πατρίδας που αξίζει να καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη.

 

Γιατί στην άλλη, τη μικρή οθόνη με το ραντεβού, βρίσκεται επίσης η πατρίδα. Μόνο που δεν έχει soundtrack.

 

Στα παιχνίδια, *skin* είναι η εμφάνιση που φοράει ένας χαρακτήρας. Του αλλάζεις χρώματα, στολή, ύφος. Εδώ το προϊόν φοράει σημαία, ύμνο, πολεμική γραμματοσειρά κι άλλοτε εμφανίζεται σε τηλεοπτικό στούντιο, άλλοτε σε βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων.

 

Το αντικείμενο της συναλλαγής είναι σταθερό, η αγωνία σου, μεταποιημένη σε θέαμα, θυμό και, αν πάνε καλά οι δουλειές, σε ψήφο.

 

Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

 

Από εκείνη τη στιγμή, η ιστορία δεν αφορά μόνο τη γελοιοποίηση της πατρίδας στην οθόνη, αφορά το τι συμβαίνει όταν η οθόνη συναντά την κάλπη.

 

Από τα F-16 στα «Skins» του TikTok

 

Η πατρίδα, πριν γίνει πάνελ, χωρούσε το σπίτι της γιαγιάς και μια κοινή ιστορία με τα καλά και τα εγκλήματά της. Στο πρωινάδικο μικραίνει. «Μας προκαλούν;», «Θα απαντήσουμε;», «Ποιος πρόδωσε;».

 

Ο παρουσιαστής υψώνει τη φωνή, ο καλεσμένος το φρύδι, κάτω στην οθόνη υψώνεται η σημαία. Μετά διαφημίσεις. Η εθνική αξιοπρέπεια επιστρέφει αμέσως μετά το απορρυπαντικό.

 

Η τηλεόραση δεν επινόησε τον εθνικισμό, του πρόσφερε όμως ένα πολύ πρακτικό εξάρτημα με το κουμπί της έντασης. Κάθε διαφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως μάχη για την επιβίωση του έθνους.

 

Κάθε δύσκολη ερώτηση για μισθούς, νοσοκομεία ή σχολεία μπορεί να περιμένει ώσπου να τελειώσει η μάχη. Και επειδή η μάχη είναι τηλεοπτική, δεν τελειώνει ποτέ. Αύριο έχει καινούριο επεισόδιο.

 

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η στρατιωτική εικόνα ταξιδεύει σήμερα από την κρατική τελετή στο προσωπικό προφίλ ενός πολιτικού.

 

Στις 28 Μαρτίου 2026 ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανέβασε στο TikTok βίντεο με οπλικά συστήματα που εμφανίστηκαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

 

Η συνοδευτική του τοποθέτηση μιλούσε για τεχνολογική υπεροχή και αποτρεπτική ισχύ. Τα πλάνα έδειχναν, μεταξύ άλλων, τεθωρακισμένα, τορπίλες και αντιαεροπορικό σύστημα.

 

Το παλιό «κοιτάξτε στον ουρανό» έγινε «κοιτάξτε την οθόνη».

 

Ένας υπουργός Άμυνας έχει λόγο να ενημερώνει για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όταν όμως η ενημέρωση υιοθετεί τη λογική του προσωπικού feed, η στρατηγική της άμυνας μεταφράζεται σε διαδοχή εντυπωσιακών εικόνων.

 

Θα σταματήσει το δάχτυλο; Θα πατήσει καρδιά; Ο υπουργός αποκτά content. Ο πολίτης αποκτά αίσθημα. Οι ερωτήσεις για σκοπούς, κόστος και προτεραιότητες χάνουν χρόνο στην οθόνη.

 

Το Reuters Institute κατέγραψε το 2025 ότι το 64% των Ελλήνων που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο ενημερώνεται μέσω κοινωνικών δικτύων, ενώ το TikTok χρησιμοποιείται για ειδήσεις από το 17%.

 

Οι πολιτικοί πηγαίνουν εκεί όπου βρίσκεται το κοινό και μαθαίνουν τη γραμματική του μέσου, δηλαδή λίγη ιστορία, πολλή εικόνα, καθαρός αντίπαλος, συναίσθημα έτοιμο για αποστολή.

 

Κι αν η τηλεόραση ήθελε ένα πάνελ, το κινητό χρειάζεται μόνο έναν αντίχειρα. Η υπερηφάνεια πακετάρεται, αναπαράγεται και καταναλώνεται στο διάλειμμα της δουλειάς.

 

Η πατρίδα χωράει πια σε κάθετη οθόνη, ο λογαριασμός της, πάλι, έρχεται οριζόντια, σε όλο το τραπέζι.

 

Το πιο ύπουλο σημείο της συσκευασίας είναι η απαίτηση να χειροκροτήσεις πριν ρωτήσεις. Όποιος ζητήσει λογαριασμό παρουσιάζεται σαν άνθρωπος που δεν συγκινείται από τη σημαία.

 

Η συγκίνηση γίνεται ασπίδα του ομιλητή και τεστ υπακοής του θεατή. Πατάς «μου αρέσει» ή απολογείσαι.

 

Η επικίνδυνη γραφικότητα των ψηφιακών ταγμάτων

 

Έχουμε μια κακή συνήθεια, όταν κάποιος κραυγάζει ότι η χώρα κινδυνεύει από μια λέξη, γελάμε. Τον λέμε γραφικό, κάνουμε ένα αστείο για το κεφαλαίο στο «ΕΛΛΑΣ», συνεχίζουμε το scrolling.

 

Το αστείο είναι αναγκαίο, αλλιώς θα ζούσαμε με το σαγόνι σφιγμένο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η περιφρόνηση της γραφικότητας μάς εμποδίζει να δούμε τη δουλειά που κάνει. Βάζει ένα όριο ανάμεσα στον «αληθινό» και στον «ψεύτικο». Μετά ζητά να αποφασίσουμε ποιος έχει δικαίωμα να σταθεί μέσα στο όριο.

 

Στις 8 Ιουλίου 2025, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη Βόρεια Μακεδονία, η Αφροδίτη Λατινοπούλου αυτοχαρακτηρίστηκε «περήφανη Μακεδόνισσα» και αποκάλεσε τους κατοίκους της γειτονικής χώρας «μουσαντένιους» Μακεδόνες.

 

Το κόμμα της δημοσίευσε την ομιλία ως δελτίο Τύπου και ενσωμάτωσε την ανάρτησή της στο Instagram. Δεν πρόκειται για ανώνυμο σχόλιο κάτω από βίντεο. Πρόκειται για λόγο εκλεγμένης εκπροσώπου, σχεδιασμένο να ταξιδέψει από το κοινοβουλευτικό έδρανο στην οθόνη του τηλεφώνου.

 

Μπορεί κάποιος να ασκήσει αυστηρή κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών, μπορεί να διαφωνήσει για ιστορία, γλώσσα, όρους εφαρμογής, διπλωματία, όταν όμως αποκαλείς «μουσαντένιους» τους ανθρώπους μιας χώρας, έχεις εγκαταλείψει την κριτική μιας συμφωνίας.

 

Έχεις περάσει στην αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους. Κι εκεί το πολιτικό θέαμα βρίσκει το πιο φτηνό του καύσιμο, δηλαδή την ιδέα ότι η δική σου ύπαρξη γίνεται πιο αληθινή αν γελοιοποιήσεις του γείτονα.

 

Η ομιλία έγινε στο Ευρωκοινοβούλιο και αναρτήθηκε στο Instagram, που τα «skins» του τίτλου αφορούν τη συνολική γλώσσα των πλατφορμών. Κόβεις μια πρόταση, προσθέτεις υπότιτλους, σημαία, μουσική τελικής μάχης.

 

Το απόσπασμα αποσπάται από τη συζήτηση και ταξιδεύει μόνο του. Η πολιτική διαφωνία γίνεται διαγωνισμός καταγγελίας.

 

Η έρευνα SILENT WAVE, που παρουσιάστηκε το 2026, εξέτασε 102 ενημερωτικούς ιστότοπους και χιλιάδες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα της Ελλάδας. Οι ερευνητές περιγράφουν την κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου και τη συγκρότηση ενός ισχυρού, αναγνωρίσιμου λεξιλογίου.

 

Το ΕΚΚΕ έχει επίσης μελετήσει τις ψηφιακές μορφές πολιτικής δράσης και συσπείρωσης του ακροδεξιού χώρου. Δεν σημαίνει ότι κάθε θυμωμένος λογαριασμός ανήκει σε «τάγμα», σημαίνει ότι οι λέξεις, οι εικόνες και οι στόχοι κυκλοφορούν σε περιβάλλον όπου μπορούν να συνδεθούν και να επαναληφθούν με τρομακτική ευκολία.

 

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε από τον Δομοκό μετά την έκτιση της ποινής του για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.

 

Τον περίμεναν υποστηρικτές. Εκείνος δήλωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή». Η αποφυλάκιση είναι συνέπεια της έκτισης μιας ποινής, όχι σβήσιμο της καταδίκης.

 

Ούτε ψηφοφορία για το αν η Χρυσή Αυγή υπήρξε εγκληματική οργάνωση. Αυτό έχει κριθεί.

 

Έξι μέρες αργότερα, με βίντεο ανακοίνωσε τη στήριξή του στη «Συμμαχία Ελλήνων», σχήμα στο οποίο συμμετέχουν ανεξάρτητοι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες».

 

Η δική του υποψηφιότητα παραμένει αδιευκρίνιστη, αφού ο ίδιος παρέπεμψε τις αποφάσεις για τον τρόπο συμμετοχής του στην κατάθεση των υποψηφιοτήτων. Και το αν ένα κόμμα θα μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές δεν το αποφασίζει ένα βίντεο, θα το κρίνει ο Άρειος Πάγος βάσει του ισχύοντος πλαισίου, εξετάζοντας και την ενδεχόμενη υποκρυπτόμενη ηγεσία.

 

Το σημαντικό, πολιτικά, έχει ήδη συμβεί από την πύλη της φυλακής στη σκηνοθετημένη ανακοίνωση μιας εκλογικής σύμπραξης μέσα σε λιγότερο από εβδομάδα.

 

Ο Δένδιας, η Λατινοπούλου κι ο Κασιδιάρης δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο η κρατική προβολή της στρατιωτικής ισχύος, άλλο ο επιθετικός εθνικιστικός λόγος, άλλο ένας καταδικασμένος για τη διεύθυνση ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης που αναζητεί εκλογικό δρόμο. Το κοινό τους πεδίο είναι η αγορά της προσοχής, η διαφορά στην ευθύνη τους είναι τεράστια.

 

Γι’ αυτό και το βίντεο του Κασιδιάρη δεν είναι ακόμη ένα «γραφικό» κλιπ. Δοκιμάζει αν η ίδια πλατφόρμα που μετατρέπει τον θυμό σε ακόλουθο μπορεί να τον μετατρέψει και σε πολιτική νομιμοποίηση.

 

Η περίπτωση Κασιδιάρη υπενθυμίζει ακόμη πως η οργανωμένη βία της Χρυσής Αυγής δεν ήταν ποτέ μεταφορά. Όταν πουλάς ξανά ως πολιτικό προϊόν τον καταδικασμένο καθοδηγητή της, η μνήμη γίνεται όρος δημόσιας ασφάλειας.

 

Πώς η εθνική ρητορική κρύβει την εγκατάλειψη της δημόσιας υγείας και παιδείας

 

Το πιο βολικό με την πατρίδα των συνθημάτων είναι ότι δεν κλείνει ποτέ ραντεβού. Δεν περιμένει σε τηλεφωνική γραμμή. Δεν πληρώνει εξέταση. Δεν στέκεται μπροστά σε σχολείο και ψάχνει τι λείπει από μέσα. Είναι πάντοτε υγιής, πάντοτε μορφωμένη, πάντοτε όρθια, αρκεί να την κοιτάζεις από τη σωστή γωνία. Η χώρα των ανθρώπων έχει την αγένεια να διακόπτει αυτή την προβολή.

 

Στις 21 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του βίντεο, ο Γιώργος Μανούσος, ανεξάρτητος βουλευτής που είχε εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες», είπε στη Βουλή ότι εκπροσωπεί ουσιαστικά τη «Συμμαχία Ελλήνων» κι ότι το κόμμα θεωρεί την παιδεία «ύψιστο αγαθό».

 

Όταν ξέσπασαν αντιδράσεις, διευκρίνισε πως «δεν είμαστε κόμμα Κασιδιάρη». Κατανοητό, η στήριξη ενός καταδικασμένου ναζιστή χωράει στο βίντεο, αλλά δυσκολεύει όταν την προφέρεις ολόκληρη μέσα στη Βουλή.

 

  • Στο Health at a Glance 2025 του ΟΟΣΑ, το 12,1% των ανθρώπων στην Ελλάδα δήλωσε ανεκπλήρωτη ανάγκη για ιατρική φροντίδα, έναντι 3,4% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ με συγκρίσιμα δεδομένα. Το 27% δήλωσε ικανοποιημένο από τη διαθεσιμότητα ποιοτικής περίθαλψης, έναντι 64% στον μέσο όρο. Οι δείκτες μετρούν διαφορετικά πράγματα και οι δύο όμως σε αφορούν όταν χρειάζεσαι βοήθεια εδώ και τώρα.
  • Στο Education at a Glance 2025, ο ΟΟΣΑ καταγράφει για το 2022 συνολικές επενδύσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στο 3,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στις χώρες του. Η πραγματική αμοιβή των δασκάλων της πρωτοβάθμιας είναι κατά 31% χαμηλότερη από εκείνη άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση πλήρους απασχόλησης, έναντι διαφοράς 17% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Δεν τα λέει κάποιος «εθνομηδενιστής» κάτω από την παρέλαση. Τα γράφουν οι συγκριτικοί πίνακες.

 

Ένα βίντεο υπουργού δεν προκάλεσε τις ελλείψεις στην υγεία. Μία ομιλία ευρωβουλεύτριας δεν αφαίρεσε χρήματα από σχολείο. Το ερώτημα είναι γιατί δαπανούμε τόση ενέργεια για το ποιος αγαπά αρκετά τη χώρα και τόσο λίγη για το πώς ζουν οι άνθρωποι μέσα της.

 

Και τώρα που ένας καταδικασμένος νεοναζί ζητά πολιτικό χώρο επικαλούμενος το έθνος, το ερώτημα αποκτά δεύτερη όψη, ποιον καλεί να αγαπήσει αυτή η εκδοχή της πατρίδας και ποιον ετοιμάζεται να αποκλείσει;

 

Ο τζινγκοϊσμός, ο θορυβώδης εθνικισμός που θέλει κάθε διαφωνία να μοιάζει με πόλεμο, προσφέρει μια εξαιρετικά οικονομική λύση, δίνει στον πολίτη την αίσθηση πως συμμετέχει σε κάτι μεγάλο, ενώ του αφήνει όλες τις μικρές αποδείξεις πληρωμής. «Έχουμε ισχύ», «Μας σέβονται», «Ψηλά το κεφάλι». Το σηκώνει όσο πρέπει για να δει τον αριθμό προτεραιότητας.

 

Αυτό είναι το πραγματικό εμπορικό κόλπο. Πουλούν αξιοπρέπεια σε μορφή εικόνας, ενώ η αξιοπρέπεια χρειάζεται υλικά, υπηρεσίες που λειτουργούν, ανθρώπους που αμείβονται, χρόνο που δεν ξοδεύεται σε ουρές, ένα σχολείο που δεν σου ζητά να αγοράσεις ιδιωτικά όσα υποσχέθηκε δημόσια.

 

Η σημαία δεν φταίει γι’ αυτά. Η σημαία γίνεται άλλοθι όταν την υψώνουν μπροστά τους σαν κουρτίνα και σου ζητούν να μη ρωτάς τι συμβαίνει πίσω της. Κι όσο πιο πολύ ανεβάζουν την ένταση στα εμβατήρια, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να καλύψουν τον θόρυβο από τα άδεια ψυγεία.

 

Θέλεις να μιλήσουμε σοβαρά για το τι σημαίνει να αγαπάς αυτόν τον τόπο; Τότε ας μιλήσουμε για το αν ο άνθρωπος στο απομακρυσμένο χωριό βρίσκει γιατρό χωρίς να κάνει ημερήσια εκδρομή. Για το αν ο δάσκαλος μπορεί να ζήσει εκεί όπου διορίστηκε.

 

Για το αν ο γείτονας, ακόμη κι όταν διαφωνεί μαζί σου για την ιστορία, παραμένει γείτονας και όχι στόχος. Αυτά δεν βγαίνουν ωραία σε κάθετο βίντεο.

 

Δεν έχουν εύκολο φίλτρο. Έχουν όμως ανθρώπους που μπορούν να απαντήσουν, να οργανωθούν και να ζητήσουν περισσότερα. Εκεί η πατρίδα παύει να είναι σκηνικό και γίνεται ευθύνη.