Το φόντο των τρισ. και η “φτώχεια” στις συμφωνίες. Γεωπολιτικός ανταγωνισμό, οικονομική αλληλεξάρτηση στο δείπνο Τραμπ-Σι

Η Ουάσιγκτον θέλει να κρατήσει το τεχνολογικό προβάδισμα, το Πεκίνο θέλει να διασφαλίσει πρόσβαση σε αγορές και τεχνολογία, ενώ οι αμερικανικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί θέλουν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Το δείπνο που παραχώρησε ο Τραμπ στον Σι στον Λευκό Οίκο, σίγουρα δεν σηματοδοτεί το τέλος του εμπορικού και τεχνολογικού πολέμου ΗΠΑ–Κίνας. Δείχνει όμως την προσπάθεια να μετατραπεί η ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση σε έναν διαχειριζόμενο ανταγωνισμό.

 

 «Διαφέρουμε αλλά με διάλογο μπορούμε να κατανοήσουμε  ο ένας τον άλλον» | LiFO

 

Γι’ αυτό και η εικόνα του δείπνου είναι τόσο χαρακτηριστική: δίπλα στον Τραμπ και τον Σι κάθονται οι άνθρωποι που βρίσκονται στην καρδιά της επόμενης παγκόσμιας οικονομίας. Τα πραγματικά ποσά που θα κρίνουν το αποτέλεσμα είναι τα δεκάδες δισεκατομμύρια των chips, των Boeing, των αγροτικών προϊόντων, της ενέργειας και των επενδύσεων, αλλά κυρίως το ποιος θα ελέγχει τις τεχνολογικές υποδομές πάνω στις οποίες θα στηριχθεί η οικονομία των επόμενων δεκαετιών.

 

Στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν οι επικεφαλής της Nvidia, AMD, Apple, OpenAI, Google, Microsoft, Amazon, Meta, Tesla και Boeing, αλλά και κορυφαία στελέχη της Wall Street. Η εικόνα είχε έντονο συμβολισμό: την ώρα που Ουάσιγκτον και Πεκίνο εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για τους ημιαγωγούς, την τεχνητή νοημοσύνη και τις στρατηγικές πρώτες ύλες, ο Λευκός Οίκος συγκέντρωσε γύρω από τον Σι ένα μεγάλο τμήμα της αμερικανικής επιχειρηματικής και τεχνολογικής ελίτ.

 

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται λιγότερο στο μενού και περισσότερο σε όσα βρίσκονταν πίσω από αυτό. Η επίσκεψη δεν παρήγαγε μια μεγάλη νέα εμπορική συμφωνία τρισεκατομμυρίων.

 

Παρήγαγε όμως μια σειρά από δυνητικά τεράστιες οικονομικές συνέπειες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαίωσε ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας μεταφέρεται πλέον όλο και περισσότερο από τους παραδοσιακούς δασμούς στην τεχνολογική υποδομή της παγκόσμιας οικονομίας.

 Τι συζήτησαν, τι ζήτησε ο Κινέζος πρόεδρος για Ιράν...

Η εμπορική εκεχειρία παρατείνεται, αλλά ο πόλεμος δεν τελειώνει

 

Το πρώτο χειροπιαστό αποτέλεσμα ήταν η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας. Η συμφωνία που επρόκειτο να λήξει στις 10 Νοεμβρίου παρατείνεται, σύμφωνα με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Η παράταση δίνει στις δύο πλευρές χρόνο να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις, χωρίς όμως να λύνει τα βασικά προβλήματα.

 

Στο τραπέζι παραμένουν οι δασμοί, οι κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, οι σπάνιες γαίες και οι περιορισμοί στην τεχνολογία. Το Reuters επισημαίνει ότι η παράταση μεταφέρει ουσιαστικά τα δυσκολότερα ζητήματα στον επόμενο γύρο διαπραγματεύσεων.

 

Παράλληλα, από τις προηγούμενες συμφωνίες παραμένει ενεργό το σχέδιο για έναν Board of Trade, με αμοιβαίες μειώσεις δασμών σε περίπου 30 δισ. δολάρια μη ευαίσθητων προϊόντων από κάθε πλευρά. Στο ίδιο πλαίσιο έχουν συζητηθεί αγροτικές αγορές και η προώθηση του εμπορίου ενέργειας.

 

Το πραγματικό «χρυσάφι»: τα chips και η Nvidia

 

Πίσω από το δείπνο των τεχνολογικών κολοσσών βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά ζητήματα της εποχής: ποιος θα ελέγχει την υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για την τεχνητή νοημοσύνη.

 

Η παρουσία του Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia μόνο τυχαία δεν ήταν. Η εταιρεία βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής για τους προηγμένους επεξεργαστές, ενώ η κινεζική αγορά AI εκτιμάται από τη Nvidia περίπου στα 50 δισ. δολάρια. Για τα H200, παλαιότερης γενιάς αλλά ιδιαίτερα ισχυρά chips τεχνητής νοημοσύνης, έχει αναφερθεί δυνητική ζήτηση έως και 1,5 εκατ. μονάδες, αξίας περίπου 30 δισ. δολαρίων.

 

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ έχουν εγκρίνει πωλήσεις H200 σε περίπου δέκα κινεζικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Alibaba, Tencent, ByteDance και JD.com. Το ζήτημα όμως παραμένει πολιτικά και στρατηγικά ευαίσθητο, καθώς οι προηγμένοι ημιαγωγοί αντιμετωπίζονται πλέον όχι απλώς ως εμπορεύματα αλλά ως στρατηγική υποδομή εθνικής ασφάλειας.

 

Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής: η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει το τεχνολογικό προβάδισμα έναντι της Κίνας, αλλά οι αμερικανικές εταιρείες θέλουν πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά. Η Nvidia, η Apple, η Tesla και άλλοι κολοσσοί έχουν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα στην Κίνα. Η τεχνολογική αποσύνδεση επομένως δεν είναι τόσο απλή όσο εμφανίζεται σε πολιτικό επίπεδο.

 

Τα «τρισ.» του δείπνου δεν ήταν νέα συμβόλαια

 

Η εντυπωσιακή παρουσία των επιχειρηματιών δημιούργησε την εικόνα ενός δείπνου «τρισεκατομμυρίων». Ωστόσο, το ποσό των περίπου 2,2 τρισ. δολαρίων αφορά τη συνολική καθαρή περιουσία των μεγιστάνων της τεχνολογίας που επρόκειτο να παραστούν και όχι την αξία συμφωνιών που υπογράφηκαν με την Κίνα.

 

Το ουσιαστικό επιχειρηματικό μήνυμα είναι άλλο: στο ίδιο δωμάτιο συγκεντρώθηκαν εταιρείες που έχουν τεράστια έκθεση στην κινεζική αγορά και ταυτόχρονα εξαρτώνται από αμερικανική τεχνολογική και χρηματοδοτική ισχύ.

 

Η Apple χρειάζεται την κινεζική παραγωγική αλυσίδα και αγορά. Η Tesla έχει σημαντική παραγωγική βάση στη Σαγκάη. Η Nvidia θέλει να πουλήσει chips. Η Microsoft, Google, Amazon, Meta και OpenAI ανταγωνίζονται για την επόμενη φάση της παγκόσμιας οικονομίας της AI.

 

Με άλλα λόγια, το δείπνο έφερε στο ίδιο τραπέζι δύο πράγματα που συχνά εμφανίζονται ως αντίθετα: τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό και την οικονομική αλληλεξάρτηση.

 

Boeing, αγροτικά προϊόντα και LNG: το εμπορικό πακέτο

 

Το δεύτερο επίπεδο του παζαριού αφορά τους παραδοσιακούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας.

 

Η Κίνα έχει δεσμευθεί για αγορά 200 αεροσκαφών Boeing, μια συμφωνία που είχε ανακοινωθεί τον Μάιο αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί πλήρως. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, περίπου 140 παραγγελίες βρίσκονται σε καλή κατάσταση και άλλες δέκα βρίσκονται στη διαδικασία οριστικοποίησης.

 

Στον αγροτικό τομέα, η Ουάσιγκτον πιέζει για μεγαλύτερες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων. Η προηγούμενη συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, σημαντικές αγορές αγροτικών προϊόντων και 25 εκατ. τόνους αμερικανικής σόγιας ετησίως.

 

Ανάλογη σημασία έχει η ενέργεια. Οι δύο πλευρές συζητούν μείωση ή κατάργηση των κινεζικών δασμών στις αμερικανικές εξαγωγές LNG, ενώ ένα ευρύτερο πακέτο δασμολογικών μειώσεων έχει υπολογιστεί γύρω στα 30 δισ. δολάρια.

 

Οι σπάνιες γαίες είναι το κινεζικό ισχυρό χαρτί

 

Αν όμως υπάρχει ένας τομέας όπου το Πεκίνο εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα, αυτός είναι οι σπάνιες γαίες.

 

Τα συγκεκριμένα μέταλλα είναι απαραίτητα για ηλεκτρονικά συστήματα, ημιαγωγούς, ηλεκτρικά οχήματα, ανανεώσιμες τεχνολογίες αλλά και στρατιωτικά συστήματα. Η Κίνα διαθέτει περίπου 60% των γνωστών παγκόσμιων κοιτασμάτων και κυριαρχεί ακόμη περισσότερο στην επεξεργασία τους.

 

Γι’ αυτό και η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να επιδιώκει σταθερότητα στις κινεζικές εξαγωγές, ακόμη και ενώ προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Πεκίνο.

 

Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν την κινεζική τεχνολογική επιρροή, αλλά για ένα κρίσιμο τμήμα της αλυσίδας παραγωγής υψηλής τεχνολογίας εξακολουθούν να χρειάζονται την Κίνα.

 

Η AI ως νέα γραμμή αντιπαράθεσης

 

Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο επίπεδο αφορά την τεχνητή νοημοσύνη.

 

Ο Τραμπ έχει επιλέξει μια πολιτική επιτάχυνσης της αμερικανικής AI, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή. Η Κίνα, από την άλλη, επενδύει μαζικά στην εγχώρια τεχνολογική της βάση και προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από αμερικανικά chips.

 

Παράλληλα, οι δύο πλευρές αναζητούν μηχανισμούς επικοινωνίας για τους κινδύνους της AI. Στην Ουάσιγκτον έχει συζητηθεί ακόμη και η δημιουργία ενός μηχανισμού αντίστοιχου με «hotline» του Ψυχρού Πολέμου, ώστε ένα επικίνδυνο περιστατικό στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης να μην εξελιχθεί σε ευρύτερη κρίση.

 

Αυτό δείχνει πόσο έχει αλλάξει η φύση του ανταγωνισμού. Τα chips, τα data centers, τα μοντέλα AI και οι υποδομές υπολογιστικής ισχύος δεν αποτελούν πλέον απλώς εμπορικά προϊόντα. Συνδέονται με την οικονομική παραγωγικότητα, την άμυνα, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τη διεθνή ισχύ.

 

Ο Σι απέναντι στην «παγίδα του Θουκυδίδη»

 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αναφορά του Σι στην «Παγίδα του Θουκυδίδη». Ο Κινέζος πρόεδρος υποστήριξε ότι οι δύο χώρες μπορούν να αποφύγουν την αντιπαράθεση και να επωφεληθούν από τη συνεργασία, ζητώντας παράλληλα ισχυρότερους μηχανισμούς επικοινωνίας και πρόληψης κρίσεων.

 

Το μήνυμα συνδέεται άμεσα με την οικονομία. Ο Σι γνωρίζει ότι η Κίνα χρειάζεται σταθερό εξωτερικό περιβάλλον για την ανάπτυξή της, ενώ ο Τραμπ χρειάζεται οικονομικά αποτελέσματα και χαμηλότερη ένταση σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές επιχειρήσεις πιέζουν για μεγαλύτερη πρόσβαση στην κινεζική αγορά.

 

 "ΗΠΑ και Κίνα πρέπει να...  | Διεθνή Ειδήσεις

 

Ταϊβάν και προειδοποιήσεις

 

Παράλληλα καθώς η Κίνα θεωρεί πως οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποτρέψουν την ανάδυσή της ως υπερδύναμης, ο Σι απηύθυνε προειδοποίηση για μη παρέμβαση της Ουάσιγκτον στα σχέδιά της —ιδίως όσον αφορά το εμπόριο, την τεχνολογία και την Ταϊβάν.

 

Στην κατ’ιδίαν συνάντησή του με τον Τραμπ, ο Σι προειδοποίησε πως η υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν θα μπορούσε να περιπλέξει τις μελλοντικές σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, κάλεσε τις ΗΠΑ να «μείνουν στη σωστή πλευρά στα περί ανεξαρτησίας της Ταϊβάν».

 

Στο θέμα της Ταϊβάν -της οποίας την επανένωση με την ηπειρωτική χώρα επιδιώκει το Πεκίνο- οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πολιτική «στρατηγικής αμφισημίας», ενισχύοντας την άμυνα του ημιαυτόνομου νησιού Ταϊβάν μέσω πωλήσεων όπλων, χωρίς όμως να δεσμεύονται ποτέ να την υπερασπιστούν ενάντια σε κινεζική επίθεση.

 

Και καθώς ο Τραμπ επιδιώκει τη βελτίωση των σχέσεων με την Κίνα, δεν έχει ακόμη εγκρίνει ένα πακέτο όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊβάν, παρά τις πιέσεις από βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων και Ρεπουμπλικάνων.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ