Ακρίβεια: Η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει την πραγματική πίεση στα νοικοκυριά – Το ντόμινο των αυξήσεων που ξεκινά από πετρέλαιο και ενέργεια και φτάνει στο σούπερ μάρκετ

Η πίεση που ασκείται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς από το αυξημένο κόστος ζωής αποτυπώνεται στα νεότερα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025. Σύμφωνα με τα δεδομένα, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές διαμορφώθηκε στα 1.820,20 ευρώ, έναντι 1.724,54 ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5,5%.

 

Της Μαρίας-Ειρήνης Δημουλά

 

Σε ετήσια βάση, η μέση δαπάνη έφτασε τα 21.842,40 ευρώ, ενώ για το 50% των νοικοκυριών το αντίστοιχο ποσό ξεπερνά τα 1.414,60 ευρώ τον μήνα. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η επίδραση του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση της μέσης δαπάνης ανέρχεται σε 2,9%, δηλαδή κατά 611,93 ευρώ, με βάση τον μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του 2025, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,59%.

 

Ανά άτομο, η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη ανήλθε σε 9.225,12 ευρώ, αυξημένη κατά 484,92 ευρώ ή 5,5% σε σύγκριση με τα 8.740,20 ευρώ του προηγούμενου έτους.

 

Η κατανομή των εξόδων δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος κατευθύνεται σε απολύτως βασικές ανάγκες. Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,4% του μέσου προϋπολογισμού, ενώ ακολουθούν η στέγαση με 14,7% και οι μεταφορές με 13,6%. Συνολικά, οι τρεις αυτές κατηγορίες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ της μηνιαίας καταναλωτικής δαπάνης.

 

Ιδιαίτερα υψηλή είναι η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά που δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία. Όσοι καταβάλλουν ενοίκιο διαθέτουν κατά μέσο όρο το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους για τη στέγαση, ενώ μόνο η δαπάνη του ενοικίου αντιστοιχεί στο 17,3%.

 

Οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα συνεχίζουν παράλληλα να επηρεάζουν αισθητά την καθημερινότητα των καταναλωτών. Σε σχέση με το 2024, μεγαλύτερες αυξήσεις στη μέση μηνιαία δαπάνη καταγράφονται στον καφέ, το τσάι και το κακάο, με 11,9%, ενώ ακολουθούν το κρέας με 9,9% και τα ψάρια με 8%. Αυξημένες ήταν επίσης οι δαπάνες για ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σοκολάτα και συναφή προϊόντα κατά 6,5%, για φρούτα κατά 5,4% και για γαλακτοκομικά και αυγά κατά 4,9%.

 

Μικρότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στα αναψυκτικά, τους χυμούς και τα μεταλλικά νερά, στα προϊόντα αλευριού, ψωμιού και δημητριακών, καθώς και στα λαχανικά. Αντίθετα, μειώθηκε η μέση δαπάνη για έλαια και λίπη κατά 11,2%, ενώ περιορισμένη ήταν και η υποχώρηση στα υπόλοιπα είδη διατροφής.

 

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν παράλληλα τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα νοικοκυριά με χαμηλότερα και υψηλότερα εισοδήματα. Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν συνολικά το 54,4% της μέσης δαπάνης. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 34,5%, γεγονός που αποτυπώνει τη διαφορετική βαρύτητα των βασικών εξόδων ανάλογα με το διαθέσιμο εισόδημα.

 

Σε άλλες κατηγορίες, η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση των δαπανών σημειώθηκε στα διαρκή αγαθά, όπου έφτασε το 8,9%. Ακολούθησαν η στέγαση με 8,3% και η εκπαίδευση με 8,2%. Αντίθετα, οι δαπάνες που αφορούν ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες μειώθηκαν κατά 2,4%.

 

Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανάλογα με τη σύνθεση κάθε οικογένειας. Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως 16 ετών εμφανίζεται να έχει μέση μηνιαία δαπάνη περίπου 2.700 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 149,8% της μέσης δαπάνης όλων των νοικοκυριών της χώρας. Πρόκειται, δηλαδή, για δαπάνη που είναι περίπου μιάμιση φορά υψηλότερη από τον γενικό μέσο όρο.

 

Στον αντίποδα, ένα άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω που ζει μόνο του εμφανίζει μέση δαπάνη ίση με το 45,6% της αντίστοιχης μέσης δαπάνης για το σύνολο των νοικοκυριών.

 

Διαφορές προκύπτουν και ανάλογα με την εργασιακή κατάσταση του υπεύθυνου του νοικοκυριού. Όταν πρόκειται για οικονομικά μη ενεργό ή άνεργο άτομο, η μέση δαπάνη αντιστοιχεί στο 68,6% του εθνικού μέσου όρου. Αντίθετα, στα νοικοκυριά όπου ο υπεύθυνος είναι αυτοαπασχολούμενος και απασχολεί μισθωτούς, η αντίστοιχη δαπάνη φτάνει στο 217,9%.

 

Τα στοιχεία της έρευνας σκιαγραφούν έτσι μια εικόνα κατά την οποία το κόστος των βασικών αναγκών καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος των οικογενειακών προϋπολογισμών, με την επιβάρυνση να είναι εντονότερη για τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα και για τις οικογένειες με αυξημένες καθημερινές ανάγκες.

 

Το ντόμινο των αυξήσεων που ξεκινά από πετρέλαιο και ενέργεια και φτάνει στο σούπερ μάρκετ

 

Το ντόμινο των αυξήσεων που ξεκινά από πετρέλαιο και ενέργεια και φτάνει στο σούπερ μάρκετ

 

Οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί αναμένεται να βρεθούν αντιμέτωποι με νέες πιέσεις τους επόμενους μήνες, καθώς οι αυξημένες τιμές της ενέργειας και οι αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, από την παραγωγή και τις μεταφορές έως τα τελικά προϊόντα στα καταστήματα. Οι πρώτες νέες ανατιμήσεις εκτιμάται ότι θα κάνουν την εμφάνισή τους στα ράφια από τον Οκτώβριο, ενώ οι πιέσεις στην αγορά αναμένεται να ενισχυθούν προς το τέλος του 2026 και στις αρχές του 2027.

 

Ήδη στις αρμόδιες υπηρεσίες φτάνουν νέοι τιμοκατάλογοι που περιλαμβάνουν αυξήσεις σε βασικά είδη διατροφής, όπως γαλακτοκομικά, τυροκομικά προϊόντα και αρτοσκευάσματα. Οι επιχειρήσεις του κλάδου επισημαίνουν ότι το πραγματικό κόστος παραγωγής έχει διαμορφωθεί υψηλότερα από τις προβλέψεις που είχαν γίνει την άνοιξη, με αποτέλεσμα να περιορίζονται σημαντικά τα περιθώρια απορρόφησης των πρόσθετων επιβαρύνσεων.

 

Η ενέργεια αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που τροφοδοτούν το αυξημένο κόστος. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου επιβαρύνει τόσο τη λειτουργία των εργοστασίων όσο και τις μεταφορές, ενώ επηρεάζει παράλληλα και το κόστος των υλικών συσκευασίας. Τα πλαστικά συνδέονται άμεσα με τα πετρελαϊκά παράγωγα, ενώ η παραγωγή χαρτιού είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα. Εκτιμάται ότι μια αύξηση κατά 10 δολάρια το βαρέλι στην τιμή του αργού μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση έως και 0,16 ευρώ ανά κιλό στο κόστος των ρητινών που χρησιμοποιούνται στις πλαστικές συσκευασίες.

 

Επιπλέον επιβαρύνσεις δημιουργούνται από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το διεθνές εμπόριο και ειδικότερα οι μεταφορές. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε εμπορικές θαλάσσιες διαδρομές και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα στη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις και αυξημένο κόστος στις μετακινήσεις εμπορευμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, ένα προϊόν μπορεί να έχει ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά πριν φτάσει στο εργοστάσιο ή στο κατάστημα, καθώς αυξάνεται το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών, συσκευασιών και τελικών προϊόντων.

 

Την ίδια στιγμή, σημαντικές πιέσεις καταγράφονται και στον αγροτικό τομέα. Η μέση τιμή των φωσφορούχων λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε τον Αύγουστο του 2026 στα 739 ευρώ ανά τόνο, έναντι 569 ευρώ τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση περίπου 30%.

 

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής των τροφίμων. Οι αγρότες καλούνται να πληρώσουν περισσότερα για λιπάσματα, καύσιμα και ενέργεια, ενώ αντίστοιχη πίεση αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι λόγω του αυξημένου κόστους των ζωοτροφών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του αγελαδινού γάλακτος, όπου η τιμή παραγωγού έχει ανέλθει στα 0,58 ευρώ ανά λίτρο, από 0,55 ευρώ πριν από έναν χρόνο. Η διαφορά μπορεί να μοιάζει περιορισμένη σε κάθε λίτρο ξεχωριστά, όμως αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν αφορά μεγάλες ποσότητες παραγωγής και προστίθεται στα αυξημένα έξοδα επεξεργασίας, συσκευασίας και διανομής.

 

Παράλληλα, προβληματισμός υπάρχει και για την πορεία των διεθνών τιμών των σιτηρών. Οι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες που επικράτησαν το καλοκαίρι σε τμήματα της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης έχουν επηρεάσει τις εκτιμήσεις για τη φετινή σοδειά, ενώ τα προβλήματα στις εξαγωγές μέσω της Μαύρης Θάλασσας δυσκολεύουν την ομαλή τροφοδοσία των αγορών. Ο διεθνής δείκτης τιμών των σιτηρών αυξήθηκε κατά 6% τον Σεπτέμβριο, ενώ οι τιμές στα άλευρα που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές εμφανίζονται κατά 22% υψηλότερες σε σύγκριση με πέρυσι.

 

Οι αυξήσεις αυτές δημιουργούν μια αλυσιδωτή επιβάρυνση σε πολλά βασικά προϊόντα. Η άνοδος στην τιμή του σιταριού αυξάνει το κόστος για την παραγωγή αλευριού, ψωμιού και αρτοσκευασμάτων, ενώ οι ακριβότερες ζωοτροφές επηρεάζουν το κόστος παραγωγής γάλακτος, τυριών και κρέατος. Όταν σε αυτά προστεθούν οι αυξημένες δαπάνες για ενέργεια, συσκευασίες και μεταφορές, η επίδραση μπορεί να επεκταθεί σε μεγάλο μέρος των προϊόντων που περιλαμβάνονται στο καθημερινό καλάθι των καταναλωτών.

 

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς οι νέες αυξήσεις προστίθενται σε ένα ήδη σημαντικά αυξημένο επίπεδο τιμών. Τον Αύγουστο του 2026 οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα ήταν υψηλότερες κατά 36,35% σε σχέση με τον Αύγουστο του 2020 και κατά 24,5% σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2022. Επομένως, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη νέα αύξηση μπορεί να έχει αισθητή επίδραση σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που έχει ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια.

 

Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται επίσης στο κόστος των καυσίμων. Η τιμή της αμόλυβδης διαμορφώνεται περίπου στα 2,20 ευρώ το λίτρο, από 1,75 ευρώ πριν από έναν χρόνο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται επίσης κοντά στα 2,20 ευρώ, έναντι 1,54 ευρώ. Με βάση τη μέση κατανάλωση, η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση από τα καύσιμα κίνησης υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 310 εκατ. ευρώ.

 

Με την έναρξη της περιόδου θέρμανσης, οι δαπάνες των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω. Ακόμη και στην περίπτωση που το πετρέλαιο θέρμανσης διατηρηθεί στην περιοχή των 1,75 ευρώ ανά λίτρο, η τιμή του θα είναι περίπου 60 λεπτά υψηλότερη από την αντίστοιχη περσινή. Έτσι, για μια παραγγελία 500 λίτρων, η διαφορά μεταφράζεται σε περίπου 300 ευρώ επιπλέον κόστος για ένα νοικοκυριό. Την ίδια ώρα, αυξητικές τάσεις εμφανίζονται και στις τιμές του φυσικού αερίου.

 

Αβεβαιότητα εξακολουθεί να υπάρχει και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Περίπου επτά στα δέκα νοικοκυριά έχουν κυμαινόμενα τιμολόγια, γεγονός που τα καθιστά περισσότερο ευάλωτα στις μεταβολές των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς. Τα σταθερά τιμολόγια προσφέρουν μεγαλύτερη δυνατότητα προγραμματισμού της δαπάνης, ωστόσο και αυτά έχουν γίνει ακριβότερα. Κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026, η μέση μηνιαία χρέωσή τους εμφανίστηκε αυξημένη κατά 19,82% σε σχέση με το 2025.

 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αυξήσεις που αναμένονται στους μισθούς το 2027, μέσω του κατώτατου μισθού, των τριετιών και των χαμηλότερων ασφαλιστικών εισφορών, είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν σημαντικές πιέσεις από το αυξημένο κόστος διαβίωσης. Οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα, θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια μπορούν να απορροφήσουν μέρος ή και σημαντικό ποσοστό του πρόσθετου εισοδήματος, διατηρώντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών υπό πίεση και κατά τη διάρκεια του 2027.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ