Βενζίνη: Η Ευρώπη των τριών ταχυτήτων – Βουλευτής της ΝΔ για ακρίβεια: Όποιος δεν έχει 10 ευρώ βενζίνη, ας πάρει τα μέσα μαζικής μεταφοράς

Η εικόνα που αντικρίζει ένας οδηγός στην αντλία όταν σταματά για να βάλει βενζίνη μπορεί να μοιάζει αρκετά παρόμοια από χώρα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η πραγματική επιβάρυνση που προκαλεί το κόστος των καυσίμων στους πολίτες διαφέρει σημαντικά, καθώς καθορίζεται όχι μόνο από την τιμή του λίτρου αλλά και από το ύψος των εισοδημάτων.

 

Της Μαρίας-Ειρήνης Δημουλά

 

Η σύγκριση της τιμής της αμόλυβδης 95 οκτανίων με τους μέσους μισθούς αποκαλύπτει μεγάλες ανισότητες στην αγοραστική δύναμη. Έτσι, ενώ οι διαφορές στην τιμή της βενζίνης μεταξύ των κρατών-μελών μπορεί να μην είναι εντυπωσιακές, η ποσότητα καυσίμου που μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μηνιαίο μισθό του παρουσιάζει τεράστιες αποκλίσεις.

 

Στις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, τα εισοδήματα επιτρέπουν στους εργαζόμενους να προμηθεύονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμου. Ενδεικτικά, στο Λουξεμβούργο, τη Δανία, την Ολλανδία και την Αυστρία, ο μέσος μηνιαίος μισθός αντιστοιχεί σε περίπου 1.800 έως και περισσότερα από 2.400 λίτρα βενζίνης.

 

Σε διαφορετικό επίπεδο βρίσκονται χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Εκεί, τα μέσα εισοδήματα επιτρέπουν την αγορά περίπου 1.200 έως 1.600 λίτρων καυσίμου τον μήνα.

 

Στον αντίποδα βρίσκονται η Ελλάδα και αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Σε αυτές τις αγορές, ένας μέσος μισθός αντιστοιχεί σε περίπου 500 έως 800 λίτρα βενζίνης, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική διαφορά στην πραγματική δυνατότητα των πολιτών να καλύψουν τα έξοδα μετακίνησής τους.

 

Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική για τα νοικοκυριά. Με έναν μέσο καθαρό μισθό της τάξης των 1.150 ευρώ και την τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στα επίπεδα που καταγράφονται, ένας εργαζόμενος μπορεί να αγοράσει περίπου 525 λίτρα καυσίμου τον μήνα. Την ίδια στιγμή, εργαζόμενοι στη Γερμανία ή τη Γαλλία, με βάση τα αντίστοιχα εισοδήματα και τις τιμές καυσίμων, μπορούν να προμηθευτούν περισσότερα από 1.300 λίτρα.

 

Ακόμη και ένα απλό γέμισμα ενός ρεζερβουάρ χωρητικότητας 40 λίτρων αποτελεί για έναν Έλληνα οδηγό αισθητή δαπάνη σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημά του. Η αυξημένη τιμή των καυσίμων έχει ως αποτέλεσμα αρκετά νοικοκυριά να περιορίζουν τις μετακινήσεις τους και να αναζητούν τρόπους εξοικονόμησης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επηρεάζονται ακόμη και άλλες βασικές δαπάνες του οικογενειακού προϋπολογισμού.

 

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την τιμή που εμφανίζεται στην αντλία. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι τιμές των καυσίμων επηρεάζονται από τη διεθνή αγορά πετρελαίου και παρουσιάζουν μικρότερες αποκλίσεις, ενώ οι μισθοί παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη διαφοροποίηση από χώρα σε χώρα.

 

Παράλληλα, σημαντικό μέρος της τελικής τιμής της βενζίνης προέρχεται από τη φορολογία. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ επιβαρύνουν αισθητά κάθε λίτρο που αγοράζει ο καταναλωτής, με τη φορολογική επιβάρυνση να αποτελεί σε αρκετές χώρες περισσότερο από το μισό της τελικής τιμής.

 

Επιπλέον, το κόστος μεταφοράς και διανομής επηρεάζει περισσότερο τις περιοχές που βρίσκονται μακριά από τα βασικά κέντρα εφοδιασμού, όπως τα νησιά και άλλες απομακρυσμένες περιοχές. Το στοιχείο αυτό μπορεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο τις διαφορές στο κόστος μετακίνησης.

 

Κατά συνέπεια, η τιμή που εμφανίζεται στην πινακίδα ενός πρατηρίου δεν αποτυπώνει από μόνη της το πραγματικό βάρος της βενζίνης για έναν εργαζόμενο. Η ουσιαστική σύγκριση προκύπτει όταν το κόστος του καυσίμου συνδεθεί με το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη κάθε πολίτη. Και σε αυτό το επίπεδο, οι διαφορές μεταξύ Βορρά, Νότου και Ανατολικής Ευρώπης γίνονται πολύ πιο έντονες.

 

 

Βουλευτής της ΝΔ για ακρίβεια: Όποιος δεν έχει 10 ευρώ βενζίνη, ας πάρει τα μέσα μαζικής μεταφοράς

 

(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

 

Η λεωφόρος Συγγρού δείχνει ότι ο κόσμος αντέχει τις «τσιμπημένες» τιμές στα καύσιμα σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Σπύρος Κουλκουδίνας. Μιλώντας στο κανάλι της Βουλής, επισήμανε ότι «η ελληνική οικονομία προς το παρόν αντέχει, υπάρχουν πολλοί δείκτες».

 

Σύμφωνα με το σκεπτικό του, η λεωφόρος Συγγρού είναι γεμάτη, με την κίνηση στους δρόμους να αποτελεί έναν δείκτη. «Υπάρχει κανένας δείκτης που να δείχνει επειδή η τιμή στην βενζίνη αυξήθηκε, μειώθηκε; Κανένας δείκτης τέτοιο» είπε ο βουλευτής Πιερίας της ΝΔ και συμπλήρωσε:

 

«Δεν έχει αυξηθεί η κίνηση στα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα οποία έχουν εκσυγχρονιστεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Όταν κάποιος δεν το αντέχει, θα χρησιμοποιεί μέσο μαζικής μεταφοράς ξέρετε. Αν δεν το αντέχεις να δώσεις 10 ευρώ βενζίνη για να πας και να έρθεις στην δουλειά σου.... Δεν χρησιμοποιούν. Δεν είναι καμία δικαιολογία αυτό, λέω τι συμβαίνει την πραγματικότητα. …Προς το παρόν δεν έχει παρατηρηθεί μείωση στους δρόμους. Προς το παρόν δείχνει να υπάρχει μία ανθεκτικότητα».

 

Οι διευκρινίσεις του Κουλκουδίνα

 

Οι δηλώσεις προκάλεσαν αίσθηση, με τον Σπύρο Κουλκουδίνα να επανέρχεται με γραπτή του δήλωση και να καταγγέλλει «συνειδητή προσπάθεια διαστρέβλωσης».

 

Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι «δυστυχώς, ορισμένα μέσα επέλεξαν να απομονώσουν μεμονωμένες φράσεις, αποσιωπώντας πλήρως τη θεσμική αυτή πρωτοβουλία και κατασκευάζοντας ένα εντελώς ψευδές αφήγημα. Παρουσιάζουν ανυπόστατα ότι δήθεν δήλωσα πως «η κυβέρνηση δεν μειώνει τον ΕΦΚ επειδή υπάρχει κίνηση στους δρόμους».

 

Η απομόνωση μιας φράσης από το γενικότερο πλαίσιο της ανάλυσής μου και η αυθαίρετη σύνδεσή της με τις αποφάσεις για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) αποτελεί κλασικό δείγμα δημοσιογραφικής αλλοίωσης και φτηνής μικροπολιτικής εκμετάλλευσης».

 

Αναλυτικά η δήλωσή του

 

«Με έκπληξη και απογοήτευση παρακολουθώ τις τελευταίες ώρες συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης να επιδίδονται σε μια συνειδητή προσπάθεια διαστρέβλωσης των όσων δήλωσα σε πρόσφατη τηλεοπτική μου συνέντευξη.

 

Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής μου, ανέπτυξα μια ολοκληρωμένη επιχειρηματολογία για τον τρόπο εξειδίκευσης των κυβερνητικών μέτρων στήριξης των πολιτών, καθώς και για την ανθεκτικότητα που επιδεικνύει η ελληνική οικονομία απέναντι στις διεθνείς πιέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερα ως ενδεικτικό στοιχείο αυτής της αντοχής το γεγονός ότι, παρά την αύξηση των καυσίμων, οι επίσημοι δείκτες δεν καταγράφουν μείωση της κίνησης των οχημάτων.

 

Τόνισα μάλιστα με απόλυτη σαφήνεια ότι η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρόκειται να θέσουν το ζήτημα άμεσα στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τη διεκδίκηση και την εξασφάλιση του απαιτούμενου δημοσιονομικού χώρου που θα επιτρέψει περαιτέρω ελαφρύνσεις.

 

Δυστυχώς, ορισμένα μέσα επέλεξαν να απομονώσουν μεμονωμένες φράσεις, αποσιωπώντας πλήρως τη θεσμική αυτή πρωτοβουλία και κατασκευάζοντας ένα εντελώς ψευδές αφήγημα. Παρουσιάζουν ανυπόστατα ότι δήθεν δήλωσα πως «η κυβέρνηση δεν μειώνει τον ΕΦΚ επειδή υπάρχει κίνηση στους δρόμους».

 

Η απομόνωση μιας φράσης από το γενικότερο πλαίσιο της ανάλυσής μου και η αυθαίρετη σύνδεσή της με τις αποφάσεις για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) αποτελεί κλασικό δείγμα δημοσιογραφικής αλλοίωσης και φτηνής μικροπολιτικής εκμετάλλευσης».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ