Αναβαλλόμενος φόρος: Γιατί οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν εξαίρεση στην Ευρωζώνη και τι αλλάζει έως το 2030

Μαρία-Ειρήνη Δημουλά

 

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να παρουσιάζουν μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες τράπεζες της ευρωζώνης, καθώς σημαντικό μέρος των εποπτικών τους κεφαλαίων εξακολουθεί να συνδέεται με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Παρότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με τραπεζικές ζημιές, στις περισσότερες περιπτώσεις η εξάρτηση έχει περιοριστεί αισθητά τα τελευταία χρόνια.

 

Στην Ιταλία, για παράδειγμα, το ποσοστό των μετατρέψιμων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων σε σχέση με τα κεφάλαια CET1 περιορίστηκε από περίπου 23% το 2016 σε 6% το 2025. Στην Ελλάδα, αντίθετα, το αντίστοιχο ποσοστό εξακολουθεί να κινείται πάνω από το 40%.

 

Με βάση τα στοιχεία για το τέλος του 2025, οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC) των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 11,5 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στο 43,4% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1.

 

Με απλά λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του κεφαλαίου που υπολογίζεται για τους εποπτικούς δείκτες των τραπεζών δεν αποτελείται αποκλειστικά από κεφάλαια που έχουν εισφέρει οι μέτοχοι, αποθεματικά ή κέρδη που έχουν παραμείνει στις τράπεζες. Συνδέεται με φορολογικές απαιτήσεις οι οποίες έχουν ειδική μεταχείριση και κρατική αναγνώριση.

 

Η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλες τις τράπεζες. Στην Εθνική Τράπεζα το ποσοστό των DTC επί του CET1 διαμορφωνόταν περίπου στο 38%, στην Πειραιώς στο 57%, στην Alpha Bank στο 44% και στη Eurobank στο 37%.

 

Ο μηχανισμός αυτός δημιουργήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες είχαν υποστεί τεράστιες ζημιές, κυρίως εξαιτίας του PSI και της συσσώρευσης προβληματικών δανείων. Η αναβαλλόμενη φορολογία επέτρεψε στις τράπεζες να αναγνωρίσουν φορολογικά οφέλη από τις ζημιές αυτές, τα οποία θα μπορούσαν να συμψηφιστούν με μελλοντικούς φόρους όταν θα επέστρεφαν σε κερδοφορία.

 

Μια απλή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, ωστόσο, έχει αξία μόνο εφόσον υπάρχουν στο μέλλον επαρκή φορολογητέα κέρδη. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε στην Ελλάδα ένα ειδικό καθεστώς, μέσω του οποίου συγκεκριμένες φορολογικές απαιτήσεις μπορούσαν να μετατραπούν σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου. Πρόκειται για τις λεγόμενες αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις ή DTC.

 

Η συγκεκριμένη ρύθμιση επέτρεψε στις τράπεζες να συνυπολογίζουν αυτές τις απαιτήσεις στα κεφάλαια CET1, χωρίς να τις αφαιρούν από τον εποπτικό τους δείκτη. Παράλληλα, προβλέφθηκε η έκδοση δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα κρατικής συμμετοχής υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

 

Το πρόβλημα που επισημαίνεται από εποπτικούς φορείς αφορά κυρίως την ποιότητα αυτών των κεφαλαίων. Τα χρήματα που έχουν εισφέρει οι μέτοχοι ή τα κέρδη που έχουν παρακρατηθεί μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για την κάλυψη ζημιών. Οι φορολογικές απαιτήσεις, αντίθετα, συνδέονται με μελλοντικούς φορολογικούς συμψηφισμούς και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, με υποχρέωση του Δημοσίου.

 

Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, μια τράπεζα που εμφανίζει 100 ευρώ CET1 και από αυτά τα 43 ευρώ προέρχονται από DTC δεν έχει την ίδια κεφαλαιακή σύνθεση με μια τράπεζα της οποίας και τα 100 ευρώ προέρχονται από μετοχικά κεφάλαια, αποθεματικά και συσσωρευμένα κέρδη. Ο εποπτικός δείκτης μπορεί να είναι ο ίδιος, η οικονομική ποιότητα όμως των κεφαλαίων διαφέρει.

 

Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα που χρησιμοποίησε τέτοιου είδους μηχανισμό. Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στην έκταση και στη διάρκεια της χρήσης του μηχανισμού.

 

Στην Ιταλία, οι μετατρέψιμες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 23% του CET1 το 2016, ενώ το 2025 το ποσοστό είχε περιοριστεί στο 6%. Στην Ελλάδα, η αποκλιμάκωση υπήρξε πολύ πιο αργή.

 

Τον Ιούνιο του 2024, τα DTC των ελληνικών τραπεζών έφταναν περίπου τα 12,5 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 50% του CET1. Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε τότε επισημάνει ότι η συγκεκριμένη σύνθεση επηρεάζει την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

 

Έναν χρόνο αργότερα, στο τέλος του 2025, το ποσό είχε υποχωρήσει στα 11,5 δισ. ευρώ, ενώ το ποσοστό έναντι του CET1 είχε περιοριστεί στο 43,4%. Παρά τη βελτίωση, η συμμετοχή παραμένει ιδιαίτερα υψηλή σε σύγκριση με άλλες χώρες.

 

Οι εκτιμήσεις που έχουν διατυπωθεί από τις ίδιες τις τράπεζες και τους οίκους αξιολόγησης δείχνουν ότι το ποσοστό ενδέχεται να κινηθεί κοντά στο 40% στο τέλος του 2026.

 

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες η διαδικασία περιορισμού της αναβαλλόμενης φορολογίας έχει προχωρήσει περισσότερο. Στην Πορτογαλία, για παράδειγμα, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σημαντικές φορολογικές πιστώσεις στο πλαίσιο του σχετικού καθεστώτος, ενώ στην Ισπανία εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ποσά φορολογικών απαιτήσεων. Ωστόσο, το μέγεθος και η σχέση τους με τα τραπεζικά κεφάλαια διαφέρουν σημαντικά από την ελληνική περίπτωση.

 

Η Ιταλία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο, περιορίζοντας τη δυνατότητα των τραπεζών να μετατρέπουν νέες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις σε φορολογικές πιστώσεις με κρατική προστασία. Παράλληλα, έχουν εφαρμοστεί αλλαγές στον χρόνο αξιοποίησης ορισμένων φορολογικών εκπτώσεων των τραπεζών.

 

Οι εξελίξεις αυτές συνδυάστηκαν με πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις για τις ιταλικές τράπεζες, ενώ έχουν υπάρξει και συζητήσεις για νέα έκτακτη φορολόγηση τα επόμενα χρόνια.

 

Στην Ελλάδα, οι τράπεζες έχουν ήδη ξεκινήσει να μειώνουν σταδιακά την παρουσία των DTC στους εποπτικούς τους δείκτες, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με ταχύτερο ρυθμό από αυτόν που προβλεπόταν αρχικά. Μέρος της διαδικασίας συνδέεται και με τις διανομές προς τους μετόχους.

 

Ο στόχος που έχει τεθεί είναι το ποσοστό των DTC στο CET1 να υποχωρήσει περίπου στο 20%-30% μέχρι το τέλος του 2027, ενώ η πλήρης εποπτική εξάλειψη εκτιμάται ότι μπορεί να επιτευχθεί στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε πολύ αργότερη ολοκλήρωση της διαδικασίας.

 

Για να πραγματοποιηθεί αυτή η μετάβαση χωρίς να προκύψουν πιέσεις στους κεφαλαιακούς δείκτες, οι τράπεζες θα πρέπει να δημιουργούν επαρκή κεφάλαια από την κερδοφορία τους και να διακρατούν μέρος των κερδών.

 

Εδώ δημιουργείται μια νέα ισορροπία. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των κερδών που επιστρέφεται στους μετόχους μέσω μερισμάτων ή επαναγορών μετοχών, τόσο μικρότερο είναι το ποσό που παραμένει διαθέσιμο για την ενίσχυση των κεφαλαίων και την αντικατάσταση των DTC.

 

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αυξήσει σημαντικά τις διανομές προς τους μετόχους, με το ποσοστό των κερδών που επιστρέφεται να έχει φτάσει περίπου στο 50%, ενώ έχουν διατυπωθεί σχέδια για περαιτέρω αύξησή του.

 

Η πραγματική αντοχή της κεφαλαιακής δομής, πάντως, θα δοκιμαστεί σε περίπτωση που η οικονομία περάσει σε φάση επιβράδυνσης και η κερδοφορία των τραπεζών περιοριστεί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάγκη για κεφάλαια υψηλής ποιότητας θα γίνεται μεγαλύτερη ακριβώς τη στιγμή που θα είναι δυσκολότερο να δημιουργηθούν νέα κεφάλαια από τα κέρδη.

 

Το ΔΝΤ έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη περαιτέρω περιορισμού της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από την αναβαλλόμενη φορολογία. Παράλληλα, έχει αναγνωρίσει ότι ο άμεσος δεσμός μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου έχει περιοριστεί, επισημαίνοντας όμως ότι οι δυνητικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τα DTC, αλλά και με τις κρατικές εγγυήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής», θα μπορούσαν σε περίπτωση σοβαρής χρηματοπιστωτικής αναταραχής να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και να επηρεάσουν την αντίδραση των αγορών.

 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έχει υπογραμμίσει την ανάγκη σταδιακής μείωσης της συμμετοχής των DTC στα εποπτικά κεφάλαια. Παράλληλα, έχει επισημάνει ότι μια απότομη αλλαγή στο καθεστώς φορολογικών συμψηφισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για τις τράπεζες.

 

Το ζητούμενο, επομένως, είναι η σταδιακή αντικατάσταση των φορολογικών απαιτήσεων από κεφάλαια που προέρχονται από πραγματική κερδοφορία, αποθεματικά και ίδια κεφάλαια. Όσο οι τράπεζες συνεχίζουν να εμφανίζουν υψηλά κέρδη, η διαδικασία μπορεί να προχωρά χωρίς μεγάλες αναταράξεις.

 

Η μεγαλύτερη δοκιμασία θα προκύψει σε έναν οικονομικό κύκλο όπου τα κέρδη θα μειωθούν και οι ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης θα αυξηθούν. Τότε θα αποδειχθεί στην πράξη πόσο έχει περιοριστεί η εξάρτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την αναβαλλόμενη φορολογία και κατά πόσο η σημερινή βελτίωση μπορεί να διατηρηθεί σε δυσμενέστερες συνθήκες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ