Μας πίνουν το αίμα και το μοιράζουν στο εξωτερικό: Τα «χρυσά» κέρδη των τραπεζών Σε ποιους πάνε τα κέρδη. Γιατί η κυβέρνηση λέει «όχι» στον έκτακτο φόρο

Φανή Δημητροκάλη

 

Ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας καταγράφουν το 2026 οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες (Eurobank, Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank), με τις εκτιμήσεις για το σύνολο του έτους να αγγίζουν τα 5,1 δισ. ευρώ (έχοντας ήδη φτάσει τα 3,8 δισ. ευρώ στο 9μηνο).

 

Από αυτά, περίπου 2,35 δισ. ευρώ προορίζονται για διανομή στους μετόχους μέσω μερισμάτων, προμερισμάτων και επαναγορών ιδίων μετοχών.

 

Την ίδια ώρα, όμως, η εντυπωσιακή ανάκαμψη του τραπεζικού κλάδου τροφοδοτεί έντονη πολιτική και κοινωνική συζήτηση: γιατί τα κέρδη εκτοξεύονται ενώ οι καταθέτες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ασφυκτιούν, και γιατί η μερίδα του λέοντος καταλήγει εκτός συνόρων;

 

Πώς χτίστηκε το ρεκόρ των 5,1 δισ. ευρώ

Η εκρηκτική κερδοφορία του 2026 (Eurobank ~1,6 δισ., Εθνική ~1,3 δισ., Πειραιώς ~1,2 δισ., Alpha Bank ~1,0 δισ. ευρώ) δεν είναι τυχαία. Στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:

 

Η «ψαλίδα» των επιτοκίων: Παρά τις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, διατηρώντας μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα ακριβά δάνεια και τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια καταθέσεων.

 

Η άνοδος των προμηθειών: Τα έσοδα από προμήθειες αυξάνονται διαρκώς, τόσο από τις καθημερινές συναλλαγές όσο και από τη διαχείριση περιουσίας, καθώς οι τράπεζες κατευθύνουν καταθέτες σε επενδυτικά προϊόντα.

 

Καθαροί ισολογισμοί: Η δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων μέσω του σχεδίου «Ηρακλής» περιόρισε στο ελάχιστο την ανάγκη για νέες προβλέψεις επισφαλειών, επιτρέποντας στα έσοδα να περνούν σχεδόν αυτούσια στην καθαρή κερδοφορία.

 

Πιστωτική επέκταση: Η χορήγηση νέων δανείων —κυρίως προς μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλα επενδυτικά έργα— κινήθηκε με γρήγορους ρυθμούς (8,6 δισ. ευρώ καθαρή επέκταση μόνο στο α’ εξάμηνο), τροφοδοτώντας τόσο τους τόκους όσο και τις προμήθειες.

 

Ποιοι εισπράττουν τα 2,35 δισ. ευρώ των μερισμάτων

Μετά την αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι πλέον βασικός μέτοχος. Έτσι, περίπου το 88% των μερισμάτων (~2 δισ. ευρώ) κατευθύνεται σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια και θεσμικούς επενδυτές, ενώ μόλις το 12% μένει σε Έλληνες ιδιώτες και εγχώρια ταμεία.

 

Στον χάρτη των μεγάλων ξένων μετόχων δεσπόζουν:

 

Στη Eurobank: Ο καναδικός όμιλος Fairfax Financial Holdings (~32,7%), μαζί με διεθνή funds όπως η Fidelity και η Schroders.

 

Στην Alpha Bank: Ο ιταλικός τραπεζικός κολοσσός UniCredit (29,8%), πλαισιωμένος από τη γαλλική Amundi και τη Fidelity.

 

Στην Τράπεζα Πειραιώς: Ο Αμερικανός επενδυτής John Paulson (8,43% μετά τη μείωση του ποσοστού του τον Νοέμβριο του 2026) και μεγάλοι θεσμικοί διαχειριστές όπως η Janus Henderson και η Amundi.

 

Στην Εθνική Τράπεζα: Δεν υπάρχει ένας μεμονωμένος μεγαλομέτοχος άνω του 10%, αλλά ισχυρή διασπορά σε παγκόσμιους κολοσσούς όπως η Vanguard, η BlackRock, η Wellington και η Capital Group.

 

Οι αιχμές και η κοινωνική κριτική

Η αντίθεση ανάμεσα στα ρεκόρ κερδοφορίας και την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων τροφοδοτεί τέσσερα βασικά μέτωπα κριτικής:

 

Ασύμμετρη αγορά: Υψηλό κόστος δανεισμού και χρεώσεων, την ώρα που οι καταθέσεις παραμένουν ουσιαστικά άτοκες.

 

Φυγή κεφαλαίων και ιστορικό διασώσεων: Υπενθυμίζεται ότι οι τράπεζες διασώθηκαν την περίοδο της κρίσης με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ των φορολογουμένων, αλλά σήμερα τα κέρδη φεύγουν στο εξωτερικό.

 

Κλειστή στρόφιγγα για τους μικρούς: Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν ρευστότητα, ενώ το ιδιωτικό χρέος και οι πλειστηριασμοί στα χέρια των servicers παραμένουν ανοιχτή πληγή.

 

Φορολογικές ανισότητες: Ο συμψηφισμός κερδών με παλαιές ζημιές (αναβαλλόμενος φόρος) μειώνει τον πραγματικό φόρο που πληρώνουν οι τράπεζες, ενώ η φορολόγηση των μερισμάτων παραμένει στο 5% (με τους ξένους επενδυτές να απαλλάσσονται λόγω συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας).

 

Τι αποφεύγει η κυβέρνηση

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη απορρίπτει σταθερά την επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη (όπως έκαναν η Ισπανία ή η Ιταλία), εκτιμώντας ότι θα έπληττε την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές και θα μετακυλιόταν στα δάνεια. Παράλληλα, δεν έχει αγγίξει τη φορολογία των μερισμάτων, ενώ το ζήτημα της «ψαλίδας» στα επιτόκια και της πρόσβασης των μικρομεσαίων σε δανεισμό παραμένει άλυτο.

 

Το στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι αν οι στοχευμένες παρεμβάσεις στις χρεώσεις και η ενίσχυση του ανταγωνισμού (μέσω μικρότερων τραπεζών και ψηφιακών παικτών) θα αρκέσουν για να φτάσει μέρος αυτής της τραπεζικής ευημερίας στην πραγματική οικονομία — ή αν η πίεση για πιο δραστικά μέτρα θα επιστρέψει.

 

Ο Μητσοτάκης προστατεύοντας τα υπερκέρδη των τραπεζών και το καθεστώς των funds/servicers, η κυβέρνηση εξασφαλίζει τη διαρκή στήριξη του τραπεζικού συστήματος, μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων (που λαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος των δανείων) και φιλικών μέσων ενημέρωσης.

 

Ο πρωθυπουργός ωφελείται από τους «λαμπερούς» ισολογισμούς των τραπεζών, τους οποίους χρησιμοποιεί ως απόδειξη επιτυχίας της οικονομικής του πολιτικής, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα το κόστος πέφτει στους δανειολήπτες, στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μένουν εκτός χρηματοδότησης.

 

Η άρνηση παρέμβασης στα κέρδη και τα μερίσματα στέλνει σαφές ιδεολογικό μήνυμα στο πιο συντηρητικό κομμάτι των ψηφοφόρων και της αγοράς ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αγγίξει το ιδιωτικό κεφάλαιο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ