Χρήστος Κουφάκος
Παρά τον λαμπρό βίο και τα μοναδικά επιτεύγματά της, η Μαρία Κάλλας αποτελεί μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα
Η Μαρία Κάλλας ανταποκρίνεται στις επευφημίες ενός πλήρους κοινού στο Civic Opera House του Σικάγου, στις 22 Ιανουαρίου 1958. (AP/Ed Maloney)
Σαν σήμερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας, η τραγουδίστρια όπερας που έβγαλε πάθος πάνω στη σκηνή όσο λίγοι, πέθανε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 53 ετών. Όπως οι τραγικές ηρωίδες που υποδύθηκε, έτσι ήταν κι ο βίος της Μαρίας Κάλλας, με παιδικά τραύματα, τοξικές σχέσεις κι έναν θάνατο στην αφάνεια.
Παιδικά και εφηβικά χρόνια
Στις 2 Δεκεμβρίου 1923 γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης η Άννα Μαρία Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου, γνωστή στο ευρύ κοινό ως Μαρία Κάλλας. Αναφορικά με την ημερομηνία γέννησής της, η ίδια η Κάλλας, μαζί με τα σχολικά αρχεία, είχε δηλώσει ότι γεννήθηκε στις 3, ενώ η μητέρα της είχε ισχυριστεί πως είχε γεννηθεί την 4η Δεκεμβρίου.
Γονείς της ήταν δύο Έλληνες μετανάστες, ο Γεώργιος Καλογερόπουλος και η Ευαγγελία «Λίτσα» Δημητριάδη. Η Μαρία ήταν το τρίτο τους παιδί, μετά από μια άλλη κόρη και έναν γιο, που έφυγε από τη ζωή περίπου σε ηλικία 3 ετών.
Όσον αφορά το επώνυμο της οικογενείας, που ήταν «Καλογερόπουλος», άρχισαν να χρησιμοποιούν το «Κάλος» και μετέπειτα το «Κάλλας», το οποίο ήταν πιο εύηχο στους αγγλόφωνους πληθυσμούς που συναναστρέφονταν.
Σε ηλικία 7 ετών, η Κάλλας ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα κλασικού πιάνου, με το biography.com να αναφέρει πως έγινε, έτσι ώστε να μην επισκιαστεί από τη μεγαλύτερη αδερφή της, Τζάκι, η οποία θεωρούνταν όμορφη και χαρισματική. Παρόλα αυτά, όπως έδειξε και η μετέπειτα πορεία της, αποδείχθηκε επιδέξια στο τραγούδι και ώθησε τη μητέρα της να την προωθήσει για τραγουδίστρια όπερας.
Το 1937, όταν η Κάλλας βρισκόταν στην εφηβεία, οι γονείς της χώρισαν, με τη μητέρα της να την παίρνει μαζί με την αδερφή της και να μετακομίζουν στην Αθήνα. Κατά την παραμονή της στην Αθήνα, μπήκε στο Ωδείο Αθηνών, όπου σπούδασε φωνητική ως σοπράνο, με δασκάλα την Μαρία Τριβέλλα.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1939, ξεκίνησε τις σπουδές της στο Ωδείο Αθηνών με καθηγήτρια την Ελβίρα ντε Ιδάλγο. Το ίδιο διάστημα, ως μαθήτρια, έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή, σε μια σχολική παραγωγή της όπερας Cavalleria Rusticana. Το ωδείο την τίμησε για την εκθαμβωτική της ερμηνεία στον ρόλο της Σαντούτσα.
Τα πρώτα βήματα στην όπερα
Το 1941, κι ενώ βρισκόταν ακόμα στην περίοδο της εφηβείας, η Κάλλας έκανε το επαγγελματικό της ντεμπούτο με τη Βασιλική Όπερα των Αθηνών με έναν μέτριο ρόλο στην οπερέτα Βοκκάκιο, του Φραντς φον Σουπέ. Αργότερα την ίδια χρονιά, ανέλαβε τον πρώτο της σημαντικό ρόλο στην Τόσκα, όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι.
Ενώ η πόλη των Αθηνών βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, η νεαρή, τότε, σοπράνο, τραγούδησε απαιτητικούς ρόλους στην όπερα, όπως η Τόσκα και η Λεονόρα στο Fidelio του Μπετόβεν. Το 1945, η Μαρία Κάλλας επέστρεψε στις ΗΠΑ. Επιλέχθηκε να τραγουδήσει την Τουραντότ του Πουτσίνι για τα εγκαίνια μιας νέας, διάσημης όπερας στο Σικάγο, αλλά αυτή χρεοκόπησε πριν από την πρεμιέρα.
Ωστόσο, η Κάλλας στάθηκε τυχερή, όπως επισημαίνει ο επίσημος ιστότοπος της θρυλικής σοπράνο, καθώς την εντόπισε ο βετεράνος Ιταλός τενόρος Τζοβάνι Τζενατέλο, ο οποίος αναζητούσε ταλέντα για το φεστιβάλ όπερας στην Αρένα της Βερόνας. Χάρις σε αυτή τη γνωριμία, έκανε το ντεμπούτο της στην Ιταλία το 1947, πρωταγωνιστώντας στην όπερα La Gioconda του Ponchielli. Ο μαέστρος της, Τούλιο Σεραφίν, έμελλε να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα στην καριέρα της.
Οι πρώτοι μεγάλοι ρόλοι
Μετά το ντεμπούτο της στην Αρένα της Βερόνας, η καριέρα της Μαρίας Κάλλας σημείωνε διαρκή αύξηση. Η σοπράνο εγκαταστάθηκε στην Ιταλία και παντρεύτηκε έναν πλούσιο επιχειρηματία, τον Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι.

Σταδιακά, έλαβε σημαντικούς ρόλους που την ανέδειξαν, όπως η Τουραντότ, η Αΐντα και η Νόρμα. Νέες επαγγελματικές ευκαιρίες ήρθαν για τη Μαρία Κάλλας το 1949, όταν, στην όπερα La Fenice της Βενετίας, όπου αντικατέστησε μια διάσημη σοπράνο στον ευαίσθητο, περίτεχνο ρόλο της Ελβίρα στην όπερα I puritani του Μπελίνι.
Μετέπειτα, ξεκίνησε τις πρώτες της ηχογραφήσεις και σύντομα κλήθηκε στις κορυφαίες όπερες της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης από όλες, της Σκάλας του Μιλάνου.
Το διάστημα 1951-52, με τις πρώτες της εμφανίσεις ως Βιολέτα στην Τραβιάτα, η Κάλλας, ξεκίνησε μια ριζική αλλαγή στην εξωτερική της εμφάνιση. Εντός 18 μηνών έχασε 30 κιλά, αποκτώντας μια εντυπωσιακά κομψή σιλουέτα τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εκτός αυτής. Για αυτή την αλλαγή, ο μαέστρος Κάρλο Μαρία Τζουλίνι την περιέγραψε με τα παρακάτω λόγια: «Έγινε μια άλλη γυναίκα… και ένας άλλος κόσμος έκφρασης άνοιξε μπροστά της… Με κάθε έννοια, είχε μεταμορφωθεί».
Σημείο – σταθμός: La Scala του Μιλάνου
Το ντεμπούτο της Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου πραγματοποιήθηκε το 1950. Πολύ σύντομα έγινε prima donna assoluta του θεάτρου, τιμώμενη με την έναρξη της σεζόν έξι φορές μέσα σε μια δεκαετία.
Σημαντικές επιτυχίες κατέγραψε στο ενεργητικό της με τον σκηνοθέτη Λουκίνο Βισκόντι με πιο γνωστές τις: La Sonnambula του Bellini, τη Latraviata του Verdi την Anna Bolena του Donizetti, αποτελώντας για πολλούς την κορύφωση της σχέσης της με τη Σκάλα του Μιλάνου.
Το 1958, σημειώθηκαν εντάσεις μεταξύ της Κάλλας και του διευθυντή της εταιρείας, Αντόνιο Γκιρινγκέλι, με τη σοπράνο να απομακρύνεται από τη La Scala. Επέστρεψε εκεί το 1960, με το έργο Poliuto του Ντονιτσέττι, ενώ το 1962 εμφανίστηκε εκεί για τελευταία φορά, ως η Μήδεια του Κερουμπίνι.
Καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Σκάλα του Μιλάνου συνοδεύτηκε και με μερικές από τις πιο σημαντικές ηχογραφήσεις της Κάλλας. Η δημοφιλέστερη εξ αυτών θεωρείται από πολλούς αυτής της Tosca, υπό τη διεύθυνση του Βίκτορ ντι Σαμπάτα.
Η «Θεά» Μαρία Κάλλας
Στην περίοδο που η Κάλλας μεσουρανούσε στη Σκάλα του Μιλάνου, οι θαυμαστές της την ονόμασαν La Divina (η Θεά), καθώς θεωρείτο πως βασίλευε σαν θεά επί σκηνής. Παράλληλα, με τη δημοφιλία της να έχει εκτοξευτεί, η Κάλλας ήταν περιζήτητη στις κορυφαίες όπερες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
Τραγούδησε για πρώτη φορά στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου το 1953 και την επόμενη χρονιά έκανε το ντεμπούτο της στο Civic Opera House του Σικάγου. Το 1955 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Βερολίνο, με μαέστρο τον Χέρμπερτ φον Καράγιαν, ενώ το 1956 την οδήγησε στην Κρατική Όπερα της Βιέννης και, τελικά, στη Μητροπολιτική Όπερα της πόλης όπου γεννήθηκε, τη Νέα Υόρκη.
Το 1958 έκλεισε με το ντεμπούτο της στην Όπερα του Παρισιού, πραγματοποιώντας μια θεαματική συναυλία που αποτέλεσε το κοινωνικό γεγονός της σεζόν. Στο κοινό βρισκόταν ένας άνδρας που θα άλλαζε τη ζωή της, ο Έλληνας εφοπλιστής, Αριστοτέλης Ωνάσης.
Η τραυματική σχέση με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Για αρκετούς μελετητές και ενδιαφερόμενους του βίου της Κάλλας, σημαντικό μέρος καταλαμβάνει ο θυελλώδης έρωτας με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Για πολλούς, θεωρείται πως η συγκεκριμένη σχέση με τον Ωνάση ήταν το γεγονός που σημάδεψε την καριέρα και την «πτώση» της Κάλλας.
Όσον αφορά τη σχέση Κάλλας και Ωνάση, αυτή χρονολογείται από το 1959. Τότε, η Κάλλας και ο σύζυγός της, Τζιοβάνι Μενεγκίνι, προσκλήθηκαν από τον Αριστοτέλη Ωνάση να συμμετάσχουν σε μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο με το γιοτ του, το Christina. Μεταξύ των άλλων καλεσμένων ήταν και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ.
Όπως υπογραμμίζει ο επίσημος ιστότοπος της Κάλλας, ένας νέος κόσμος άνοιξε για την Κάλλας λόγω της χημείας με τον γοητευτικό και δυναμικό Έλληνα οικοδεσπότη της. Ο Ωνάσης αποτέλεσε για πολλούς το πρόσωπο που συντέλεσε στον χωρισμό Κάλλας – Μενεγκίνι.
Η ασταθής σχέση της Κάλλας με τον Ωνάση διήρκησε συνολικά εννέα χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό, είχε περιορίσει το πρόγραμμα των παραστάσεών της. Σύμφωνα με τις πηγές, ονειρευόταν να παντρευτεί τον Ωνάση και να αποκτήσει παιδιά μαζί του, ωστόσο, το 1968, τα όνειρά της γκρεμίστηκαν, όταν ο Ωνάσης παντρεύτηκε την Τζάκλιν Κένεντι, χήρα του δολοφονημένου Αμερικανού Προέδρου.
Τα τελευταία χρόνια, ο θάνατος και η παρακαταθήκη της Κάλλας

Κατά το διάστημα της σχέσης με τον Ωνάση, οι εμφανίσεις της Κάλλας ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, με τη φωνή της να είναι πιο εύθραυστη. Κατά τη δεκαετία του 1970, και ειδικότερα το διάστημα 1971-72 ασχολήθηκε με τη διδασκαλία, διδάσκοντας σεμινάρια στο Juilliard της Νέας Υόρκης.
Το 1973, μαζί με τον στενό συνεργάτη της, τενόρο, Τζουζέπε ντι Στέφανο, ξεκινούν ένα παγκόσμιο αποχαιρετιστήριο tour, το οποίο δεν θύμιζε σε τίποτα την παλιά της αίγλη. Το ίδιο διάστημα, η υγεία της άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά την περιοδεία, η Κάλλας μετακόμισε στο Παρίσι, ζώντας απομονωμένη, με μοναδική συντροφιά την οικονόμο και καλή της φίλη Bruna Lupoli και τον μπάτλερ της, Φερούτσιο Μετσάντρι.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, σε ηλικία 53 ετών, η Κάλλας φεύγει από τη ζωή ξαφνικά και μυστηριωδώς στο σπίτι της στο Παρίσι. Πιστεύεται ότι η αιτία θανάτου ήταν καρδιακή προσβολή. Η σορός της αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος.
Αν και έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τον θάνατό της, η Μαρία Κάλλας παραμένει «ζωντανή» στις καρδιές των λάτρεις της όπερας, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ελάχιστοι καλλιτέχνες κατάφεραν να αγγίξουν τη φαντασία και την καρδιά του κοινού όπως η Κάλλας. Μάλιστα, πολλοί κάνουν λόγο για την προ-Κάλλας και την μετα-Κάλλας εποχή λόγω του αντίκτυπου που είχε η καριέρα της.
Μέσα από τα επιτεύγματά της, οι συνθέτες του bel canto των αρχών του 19ου αιώνα απέκτησαν νέα φήμη. Σήμερα, οι όπερες των Ροσσίνι, Ντονιτσέττι και Μπελίνι παίζονται πιο συχνά από ποτέ. Πολλοί ερμηνευτές ξεχωρίζουν πλέον στο περίπλοκο στυλ του bel canto, αλλά η Κάλλας εξακολουθεί να κυριαρχεί. Επανειλημμένα, κορυφαίοι τραγουδιστές – ειδικά σοπράνο – δηλώνουν ότι ήταν η Κάλλας που τους ενέπνευσε να κάνουν την όπερα το επάγγελμά τους. Μέχρι και σήμερα, συνεχίζει να καλλιεργεί και εμπνέει νέες γενιές ερμηνευτών, όπως συνεχίζει να φωτίζει, να γοητεύει και να συγκινεί νέο κοινό.
Η «αμφιλεγόμενη» Μαρία Κάλλας
Παρά τον λαμπρό βίο και τα μοναδικά επιτεύγματά της, η Μαρία Κάλλας αποτελεί μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Σημαντικό ρόλο για πολλούς έχουν διαδραματίσει για πολλούς τα οικογενειακά βιώματα της σοπράνο και η τραυματική σχέση με τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Αρκετοί έχουν επιχειρήσει να σκιαγραφήσουν τη ζωή και την ψυχοσύνθεση της Κάλλας, με τις πληροφορίες να συγκλίνουν για το γεγονός ότι η δημοφιλής σοπράνο είχε ψυχολογικά τραύματα από την παιδική της ηλικία και προβλήματα με τους ερωτικούς της συντρόφους, προεξέχοντος του Ωνάση.
Ο Πολ Γουίνκ, συγγραφέας του βιβλίου «Πρίμα Ντόνα: Η Ψυχολογία της Μαρίας Κάλλας», προσφέροντας τη δική του οπτική στην ψυχοσύνθεση της Κάλλας. Όπως αναφέρει στο wbur.com, η Μαρία Κάλλας δημιούργησε μια ζωή — και μια εικόνα — κυριαρχίας και ελέγχου, μια αύρα απαράμιλλης επιτυχίας, η οποία, όμως, τελείωσε κάτω από τη λαβή του εθισμού στα ναρκωτικά.
Υπογραμμίζει πως έπεσε θύμα πρώιμης εκμετάλλευσης από έναν πιεστικό και δυσαρεστημένο γονέα, τη μητέρα της. Η καριέρα της Κάλλας φέρεται να οργανώθηκε από τη μητέρα της, η οποία μετακόμισε χωρίς να το επιθυμεί στην Ελλάδα, είδε, όμως, το παιδί της ως τη διέξοδο για πλούτο και εκπλήρωση της δικής της χαμένης φιλοδοξίας να διαπρέψει.
Η Κάλλας, σύμφωνα με τον Γουίνκ, έμαθε να ζει με τις μεγαλεπήβολες φιλοδοξίες και το όραμα της επιτυχίας της μητέρας της. Και τελικά, αυτά τα στοιχεία της προσωπικότητάς της κάλυψαν τη συνεχή και βαθιά ριζωμένη αυτοαμφισβήτηση.
Αντίστοιχα, άλλη μία συγγραφέας του βίου της Κάλλας, η Λίντσι Σπενς, είχε στην κατοχή της μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας της Κάλλας, όπου επιβεβαιώνει την προβληματική σχέση με τη μητέρα της. Μάλιστα, η συγγραφέας αποκαλύπτει πως η Κάλλας αγανακτούσε με τη μητέρα της, η οποία αναγκαζόταν να εργάζεται ως εκδιδόμενη κατά τη διάρκεια του πολέμου, επειδή προσπαθούσε να την πουλήσει σε Ναζί στρατιώτες. Αποκαλύψεις έδωσε η Σπενς και για τη σχέση της Κάλλας με τον πατέρα της, τον οποίο θεωρούσε εξίσου εγωιστή και αδιάφορο, όπως η μητέρα της.
Από το υλικό αντλήθηκαν σημαντικά στοιχεία για τις προβληματικές και σε αρκετές περιπτώσεις κακοποιητικές συμπεριφορές που δεχόταν η Μαρία Κάλλας από τους συντρόφους της. Ως προς τον σύζυγό της επί πολλά έτη, Μενεγκίνι, στην αλληλογραφία της η Κάλλας αναφέρει πως την ενοχλούσε και μετά τον χωρισμό τους, υπογραμμίζοντας πως ήταν η ίδια αφελής και τον άφησε να της κλέψει τη μισή περιουσία. Τον περιέγραφε και ως «ψείρα», διαμαρτυρόμενη ότι «παριστάνει τον εκατομμυριούχο, ενώ δεν έχει ούτε δεκάρα».
Για τη σχέση της με τον Ωνάση, περιγράφονται οι κακοποιητικές συμπεριφορές που βίωνε η Κάλλας. Σύμφωνα με απομνημονεύματα του ημερολογίου φίλης της σοπράνο, η Κάλλας, φέρεται να δεχόταν σωματική βία από τον Έλληνα εφοπλιστή, με αναφορές να κάνουν λόγο για νάρκωσή της με σεξουαλικούς σκοπούς. Για την κατάσταση που βίωνε, η Κάλλας, εμπιστεύτηκε στη γραμματέα της πως «Δεν θα ήθελα να μου τηλεφωνήσει [ο Ωνάσης] και να αρχίσει ξανά να με βασανίζει».
Αναφορικά με τον θάνατο της Κάλλας στο Παρίσι, φέρεται να «έφυγε» στην απόλυτη απελπισία και απομονωμένη. Εξάλλου, η τελευταία της συνέντευξη με τον Γάλλο δημοσιογράφο Φιλίπ Καλόνι την έβρισκε να παραδέχεται πως είχε καταστεί ανίκανη και φάνηκε να ζηλεύει τη νέα γενιά ερμηνευτών και μαέστρων όπερας.
Όσα έχουν γραφτεί για τη ζωή της Κάλλας, φαίνεται να αποτυπώνουν μια άλλη ζωή όταν τα φώτα της σκηνής έσβηναν. Παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε μια ντίβα της όπερας με παγκόσμιο αντίκτυπο, η Κάλλας έχει και την όψη του κακοποιημένου ατόμου, από την οικογένεια και από τους συντρόφους της. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν έναν μύθο γύρω από τον πρόσωπό της, με το ενδιαφέρον να παραμένει αμείωτο μέχρι και σήμερα.










