Μικρό καλάθι κρατούν οι αναλυτές για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που προανήγγειλε χθες ο πρωθυπουργός στο πεδίο της ενεργειακής κρίσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε σε παρέμβαση ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να διατεθεί στην αγορά σε τιμή κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, καθώς και σε οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης.
Του Κωνσταντίνου Σαββόπουλου
Άφησε, παράλληλα, ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης στο περιθώριο κέρδους. Για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης είπε ότι «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός», προσθέτοντας, ωστόσο, ότι αν υπήρχε ειδική άδεια από την Ευρώπη, «βεβαίως και θα το κάναμε».
Ο κ. Μητσοτάκης διευκρίνισε ότι μια τέτοια παρέμβαση θα γινόταν έκτακτα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για όσο διαρκεί η κρίση.
Την ώρα, εντούτοις, που ο κ. Μητσοτάκης δρομολογεί ημίμετρα –κατά την κρίση της αντιπολίτευσης–, σε μια σειρά από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η συζήτηση στρέφεται και προς άλλα πεδία.
Μειώσεις ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης, αυτόματοι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται όταν αυξάνονται οι τιμές, αλλά και φορολόγηση των έκτακτων κερδών των ενεργειακών εταιρειών βρίσκονται στο τραπέζι ή έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Η πίεση, άλλωστε, εντείνεται όσο πλησιάζει ο χειμώνας.
Γερμανία: Στο τραπέζι ΦΠΑ 7% στα καύσιμα
Στη Γερμανία η συζήτηση για νέα παρέμβαση έχει ήδη ανοίξει. Η υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας Κατερίνα Ράιχε πρότεινε χθες την προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα από το 19% στο 7%, προκειμένου να περιοριστεί η επιβάρυνση των καταναλωτών από την εκτόξευση των τιμών.
Την ίδια ώρα, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει προαναγγείλει ότι ένα νέο σχέδιο ελάφρυνσης των καταναλωτών θα παρουσιαστεί «πολύ σύντομα», χωρίς να αποκαλύπτει ακόμη το περιεχόμενό του.
Στον κυβερνητικό συνασπισμό υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις: ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ τάσσεται υπέρ της φορολόγησης των έκτακτων κερδών των ενεργειακών εταιρειών και υποστηρίζει τη συζήτηση για πλαφόν στις τιμές των καυσίμων, ενώ το υπουργείο Οικονομίας εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στο πλαφόν.
Το Βερολίνο έχει ήδη χρησιμοποιήσει, πάντως, το φορολογικό εργαλείο μέσα στη φετινή κρίση. Τον Μάιο και τον Ιούνιο μείωσε τον ενεργειακό φόρο, με αποτέλεσμα η ελάφρυνση στην τιμή της βενζίνης και του ντίζελ να φτάσει περίπου τα 17 λεπτά ανά λίτρο.
Ιταλία: Παραμένει η μείωση του ΕΦΚ
Στην Ιταλία η κυβέρνηση Μελόνι εξακολουθεί να παρεμβαίνει απευθείας στη φορολογία των καυσίμων. Το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε χθες να παρατείνει έως τις 5 Οκτωβρίου τη μείωση του ειδικού φόρου στο ντίζελ, με σταδιακή, ωστόσο, αποκλιμάκωσή της.
Παράλληλα, η Ρώμη ανοίγει και άλλο φορολογικό μέτωπο: από το 2027 καταργείται ο φόρος κυκλοφορίας για αυτοκίνητα έως 80 kW και για μοτοσικλέτες, μια παρέμβαση που, σύμφωνα με το Reuters, αφορά περίπου 14,5 εκατ. οχήματα και κοστίζει πάνω από 2 δισ. ευρώ.
Έξι χώρες ανοίγουν θέμα φορολόγησης των υπερκερδών
Η συζήτηση, όμως, δεν περιορίζεται στα εθνικά μέτρα. Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Πολωνία και Αυστρία έχουν, από τις 24 Αυγούστου, ζητήσει να συζητηθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ένας μηχανισμός φορολόγησης των έκτακτων κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών.
Οι έξι χώρες υποστηρίζουν την επαναφορά της συζήτησης για ένα ευρωπαϊκό εργαλείο που θα επιτρέπει την άντληση πόρων από τα υπερκέρδη που δημιουργεί η ενεργειακή κρίση. Μάλιστα, η Πορτογαλία προχώρησε ήδη στην επιβολή έκτακτου φόρου 33% στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων.
Το ζήτημα προωθείται προς συζήτηση στη συνάντηση των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών του Σεπτεμβρίου.
Η Ευρώπη έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο των φορολογικών μειώσεων
Οι νέες συζητήσεις δεν ξεκινούν από το μηδέν. Μια σειρά ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τη φορολογία για να συγκρατήσουν το ενεργειακό κόστος.
Στην Ισπανία χρησιμοποιήθηκαν μειώσεις του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στα καύσιμα δημιουργήθηκε μηχανισμός που συνδέει τη φορολογική ελάφρυνση με την εξέλιξη των τιμών.
Η Πορτογαλία έχει επιλέξει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον μοντέλο: τα πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ που προκύπτουν επειδή αυξάνεται η τιμή των καυσίμων χρησιμοποιούνται για αντίστοιχη μείωση του φόρου πετρελαιοειδών, του ISP.
Έτσι, το κράτος επιχειρεί να επιστρέψει στην αντλία το πρόσθετο φορολογικό όφελος που αποκομίζει από την ίδια την ανατίμηση.
Στην Πολωνία η παρέμβαση περιέλαβε τόσο τον ΦΠΑ όσο και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα, ενώ η Ιρλανδία προχώρησε σε μεγάλες μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης της βενζίνης και του ντίζελ και ανέβαλε προγραμματισμένη αύξηση του φόρου άνθρακα.
Η Ουγγαρία κατέβασε τους ειδικούς φόρους στα κατώτατα επίπεδα που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ η Σουηδία εξασφάλισε τη δυνατότητα να κινηθεί προσωρινά ακόμη και κάτω από τα ευρωπαϊκά κατώτατα όρια.
Αυτόματοι «κόφτες» όταν ανεβαίνουν οι τιμές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χώρες που επιχειρούν να συνδέσουν απευθείας το ύψος της φορολογίας με την πορεία των τιμών.
Στη Ρουμανία, ανάλογα με την εξέλιξη των διεθνών και λιανικών τιμών, ο ειδικός φόρος στο ντίζελ μπορεί να μειώνεται προσωρινά από 5% έως 25%.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη της σταθερής επιδότησης: όταν η τιμή ανεβαίνει, ενεργοποιείται ή ενισχύεται η φορολογική ελάφρυνση, ώστε μέρος της ανατίμησης να μην περνά στον καταναλωτή.
Κύπρος: ΕΦΚ στα καύσιμα και ΦΠΑ 5% στο ρεύμα
Στον δρόμο της φορολογικής ελάφρυνσης κινείται και η Κύπρος. Η Λευκωσία έχει μειώσει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης σε βενζίνη και ντίζελ κατά 8,33 λεπτά ανά λίτρο, ενώ το μέτρο έχει παραταθεί έως τις 30 Νοεμβρίου 2026.
Παράλληλα, ο ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα για τα νοικοκυριά έχει μειωθεί στο 5%, με χρονικό ορίζοντα έως τον Μάρτιο του 2027.
Η Κροατία έχει επίσης μειώσει δραστικά τον ΦΠΑ στο φυσικό αέριο, ενώ Σλοβενία, Σλοβακία, Εσθονία και Λιθουανία έχουν χρησιμοποιήσει διαφορετικού τύπου μειώσεις, απαλλαγές ή αναστολές αυξήσεων στη φορολογία της ενέργειας.
Η διαφορετική επιλογή της Γαλλίας
Δεν ακολουθούν, βέβαια, όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τον ίδιο δρόμο. Η Γαλλία έχει επιλέξει περισσότερο στοχευμένες ενισχύσεις αντί μιας νέας γενικευμένης μείωσης των φόρων στα καύσιμα.
Μάλιστα, χθες ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ζήτησε την παράταση έως το τέλος του έτους των στοχευμένων μέτρων στήριξης για τους επαγγελματικούς κλάδους που πλήττονται περισσότερο από την αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Θα κατευνάσει αυτή η συνταγή την κοινωνική ένταση; Στη νότια Γαλλία, ψαράδες έχουν στήσει μπλόκα σε λιμάνια και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διαμαρτυρόμενοι για το κόστος του πετρελαίου κίνησης, ενώ σημειώθηκαν συγκρούσεις με αστυνομικές δυνάμεις.
Στον βορρά, διαδηλωτές έβαλαν στο στόχαστρο πρατήρια, την ώρα που περίπου ένα στα οκτώ πρατήρια στη χώρα αντιμετωπίζει έλλειψη τουλάχιστον ενός τύπου καυσίμου.
Η τιμή της αμόλυβδης έχει φτάσει περίπου τα 2,18 ευρώ το λίτρο και του ντίζελ τα 2,35 ευρώ, ενώ στο Στρασβούργο καταγράφηκαν τιμές που άγγιξαν τα 3 ευρώ το λίτρο, οδηγώντας ορισμένους καταναλωτές ακόμη και στο Βέλγιο για να βάλουν βενζίνη…
Καύσιμα: Η Ελλάδα στις έξι ακριβότερες χώρες της ΕΕ στη βενζίνη – Η μεγάλη «ψαλίδα» τιμών και μισθών

Η νέα ένταση στην ενεργειακή κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο το κόστος των καυσίμων, με την Ελλάδα να βρίσκεται μεταξύ των ακριβότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βενζίνη και ταυτόχρονα να εμφανίζει ένα πρόσθετο μειονέκτημα – τα σημαντικά χαμηλότερα εισοδήματα σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όπου οι οδηγοί πληρώνουν αντίστοιχα υψηλές τιμές στην αντλία.
Με την κυβέρνηση να προετοιμάζει νέο πακέτο στήριξης και τις μέχρι στιγμής πληροφορίες να τοποθετούν το ύψος των παρεμβάσεων περίπου στα 200 εκατ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ο πρωθυπουργός προανήγγειλε την Πέμπτη και «εθνική παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης», καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους απειλεί να επιβαρύνει περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν αποτυπώνεται πλήρως μόνο από την τιμή ενός λίτρου βενζίνης ή ντίζελ. Καθοριστική παράμετρος είναι η αγοραστική δύναμη, δηλαδή πόση ποσότητα καυσίμου μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μισθό του.
Και σε αυτή τη σύγκριση η θέση της Ελλάδας γίνεται αισθητά δυσμενέστερη.
Έκτη ακριβότερη στην ΕΕ η Ελλάδα στη βενζίνη
Τα στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις 14 Σεπτεμβρίου τοποθετούν τη μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης στην Ελλάδα στα 2,158 ευρώ ανά λίτρο.
Με αυτή την τιμή, η χώρα καταλαμβάνει την έκτη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ακρίβεια της βενζίνης.
Υψηλότερες τιμές καταγράφονται στη Δανία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και τη Γαλλία.
Η μέση ελληνική τιμή βρίσκεται περίπου 9,5 λεπτά ανά λίτρο υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Διαφορετική είναι η κατάταξη στο ντίζελ. Με μέση τιμή 2,122 ευρώ το λίτρο, η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση μεταξύ των ακριβότερων κρατών-μελών, ενώ η τιμή της είναι περίπου 3,7 λεπτά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν έχει σε κάθε κατηγορία καυσίμου την υψηλότερη τιμή στην Ευρώπη. Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης προκύπτει όταν οι τιμές στην αντλία συνδυαστούν με το επίπεδο των αποδοχών.
Μεταξύ των έξι χωρών που εμφανίζουν τις υψηλότερες τιμές βενζίνης, η Ελλάδα έχει τον χαμηλότερο μέσο μικτό μισθό.
Μισθός 1.496 ευρώ στην Ελλάδα – Πόση βενζίνη αγοράζει
Ο μέσος μικτός ετήσιος μισθός που χρησιμοποιείται στη συγκεκριμένη σύγκριση ανέρχεται στην Ελλάδα σε 17.954 ευρώ, δηλαδή περίπου 1.496 ευρώ τον μήνα.
Οι διαφορές με άλλες χώρες της ίδιας ομάδας είναι μεγάλες.
Στη Γαλλία ο αντίστοιχος μέσος μικτός ετήσιος μισθός φθάνει τα 43.790 ευρώ, στη Γερμανία τα 53.791 ευρώ και στη Δανία τα 71.565 ευρώ.
Η απόσταση αυτή γίνεται ακόμη περισσότερο αντιληπτή όταν οι μισθοί μετατραπούν σε λίτρα καυσίμου που μπορούν θεωρητικά να αγοράσουν.
Με έναν μέσο μικτό μηνιαίο μισθό, ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα μπορεί να αγοράσει περίπου 675 λίτρα βενζίνης.
Στη Γαλλία η αντίστοιχη ποσότητα φθάνει τα 1.200 λίτρα, στη Γερμανία τα 1.230 λίτρα, στην Ολλανδία περίπου τα 1.343 λίτρα, στη Φινλανδία τα 1.370 λίτρα και στη Δανία τα 1.450 λίτρα.
Έτσι, παρότι η βενζίνη στη Δανία είναι ακριβότερη από ό,τι στην Ελλάδα, ο μέσος μισθός εκεί αντιστοιχεί σε 3,36 φορές περισσότερα λίτρα.
Αντίστοιχα, στη Γαλλία, όπου η τιμή της βενζίνης βρίσκεται πολύ κοντά στην ελληνική, η αγοραστική δυνατότητα ως προς το συγκεκριμένο καύσιμο είναι 2,42 φορές μεγαλύτερη.
Αυτή ακριβώς η σχέση τιμής και εισοδήματος αποτυπώνει πληρέστερα την οικονομική επιβάρυνση που προκαλούν τα καύσιμα. Για τον Έλληνα εργαζόμενο, η αγορά της ίδιας ποσότητας βενζίνης δεσμεύει σημαντικά μεγαλύτερο μέρος του μισθού του.
Ένα γέμισμα 50 λίτρων αποκαλύπτει την απόσταση
Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση του κόστους για ένα γέμισμα 50 λίτρων βενζίνης.
Στην Ελλάδα απαιτούνται περίπου 108 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,2% του μέσου μικτού μηνιαίου μισθού.
Στη Δανία, τα ίδια 50 λίτρα είναι ακριβότερα σε απόλυτους αριθμούς και κοστίζουν περίπου 128 ευρώ. Ωστόσο, λόγω του σημαντικά υψηλότερου εισοδήματος, η συγκεκριμένη δαπάνη αντιπροσωπεύει μόλις το 2,15% του μέσου μηνιαίου μισθού.
Η σύγκριση δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι υψηλές τιμές της βενζίνης επιβαρύνουν και τον Δανό καταναλωτή. Αναδεικνύει όμως πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πραγματική οικονομική επίπτωση της ίδιας ενεργειακής κρίσης από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το ύψος των εισοδημάτων.
Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, όπου για μεγάλο μέρος των πολιτών η χρήση του αυτοκινήτου δεν αποτελεί απλώς επιλογή, αλλά συνδέεται άμεσα με την εργασία και τις αναγκαίες καθημερινές μετακινήσεις.

Ακόμη μεγαλύτερη η διαφορά στο ντίζελ
Παρόμοια, και ακόμη πιο έντονη, είναι η εικόνα όταν η σύγκριση μεταφέρεται στο ντίζελ.
Η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση μεταξύ των ακριβότερων χωρών, με μέση τιμή 2,122 ευρώ ανά λίτρο.
Με βάση τον μέσο μικτό μισθό, στην Ελλάδα μπορούν θεωρητικά να αγοραστούν περίπου 705 λίτρα ντίζελ.
Στο Λουξεμβούργο, παρά το γεγονός ότι η τιμή του καυσίμου είναι σχεδόν ίδια, ο αντίστοιχος μισθός μπορεί να αγοράσει περίπου 3.257 λίτρα.
Η αγοραστική δυνατότητα ως προς το ντίζελ είναι επομένως περίπου 4,6 φορές μεγαλύτερη στο Λουξεμβούργο.
Ακόμη και η Πορτογαλία, όπου το ντίζελ πωλείται ελαφρώς ακριβότερα από ό,τι στην Ελλάδα, εμφανίζει σαφώς καλύτερη σχέση μισθού και καυσίμου.
Ο μέσος μισθός εκεί αντιστοιχεί σε περίπου 961 λίτρα ντίζελ, δηλαδή σε ποσότητα περίπου 36% μεγαλύτερη από εκείνη που μπορεί να αγοραστεί με τον αντίστοιχο ελληνικό μισθό.
Οι διαφορετικές ευρωπαϊκές επιλογές απέναντι στην ακρίβεια
Η σύγκριση μεταξύ των κρατών-μελών αναδεικνύει και τις διαφορετικές πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί για τον περιορισμό της επιβάρυνσης από τις αυξημένες ενεργειακές τιμές.
Η Μάλτα έχει επιλέξει να διατηρεί διοικητικά σταθερές τις τιμές των καυσίμων μέσω κρατικής στήριξης.
Η Σουηδία προχώρησε σε προσωρινή μείωση της φορολογίας στη βενζίνη και το ντίζελ, ενώ Κύπρος και Ουγγαρία κινήθηκαν επίσης προς τα κατώτατα επίπεδα ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η Σλοβενία επέλεξε έναν συνδυασμό μειωμένης φορολογίας και ρυθμιζόμενων τιμών.
Η Ισπανία, από την πλευρά της, εφάρμοσε στοχευμένη επιδότηση ύψους 20 λεπτών ανά λίτρο για συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
Στην Ελλάδα, η παρέμβαση απευθείας στην αντλία ήταν περισσότερο περιορισμένη, με το βάρος να δίνεται κυρίως στην επιδότηση του ντίζελ.
Την ίδια στιγμή, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στη βενζίνη παραμένει στα 70 λεπτά ανά λίτρο, όταν το ελάχιστο επίπεδο που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι 35,9 λεπτά ανά λίτρο, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στη σύγκριση.
Τι μπορεί να προσφέρει μια επιδότηση 10 ή 15 λεπτών
Ενόψει των νέων κυβερνητικών ανακοινώσεων, ένα από τα βασικά ζητήματα είναι κατά πόσο μια νέα επιδότηση στην αντλία μπορεί να προσφέρει ουσιαστική και διατηρήσιμη ανακούφιση.
Μια παρέμβαση της τάξης των 10 ή 15 λεπτών ανά λίτρο μπορεί πράγματι να συμπιέσει προσωρινά τη λιανική τιμή.
Εάν όμως οι διεθνείς τιμές των καυσίμων εξακολουθήσουν να κινούνται ανοδικά, μέρος ή ακόμη και ολόκληρο το όφελος της επιδότησης μπορεί να εξουδετερωθεί από τις νέες ανατιμήσεις.
Υπάρχει παράλληλα και η εισοδηματική διάσταση. Μια οριζόντια μείωση κατά 10 λεπτά ανά λίτρο έχει διαφορετική βαρύτητα στον προϋπολογισμό ενός νοικοκυριού με υψηλό εισόδημα και διαφορετική σε εκείνον ενός χαμηλόμισθου εργαζομένου.
Επομένως, το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά το εάν θα υπάρξει παρέμβαση στην τελική τιμή των καυσίμων, αλλά και κατά πόσο τα μέτρα θα λάβουν υπόψη τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις τιμές από την πραγματική εισοδηματική δυνατότητα των καταναλωτών.
Ο κίνδυνος να περάσει το ενεργειακό κόστος σε ολόκληρη την οικονομία
Η συνολική εικόνα τοποθετεί την Ελλάδα σε έναν δύσκολο συνδυασμό: έκτη υψηλότερη τιμή βενζίνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά υψηλή τιμή ντίζελ και αισθητά χαμηλότερο μέσο εισόδημα από πολλές από τις χώρες με αντίστοιχα ακριβά καύσιμα.
Γι’ αυτό και η πίεση που προκαλεί η ενεργειακή κρίση δεν αποτυπώνεται επαρκώς μόνο στην τιμή που εμφανίζεται στην αντλία. Το καθοριστικό στοιχείο είναι πόσο μεγάλο τμήμα του εισοδήματος απαιτείται για την αγορά της ίδιας ποσότητας καυσίμου.
Το πρόβλημα ενδέχεται, μάλιστα, να γίνει ευρύτερο με την έναρξη της περιόδου θέρμανσης.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι το πετρέλαιο θέρμανσης μπορεί να διατεθεί στην αγορά σε τιμή έως και 70% υψηλότερη από την περσινή, οι συνέπειες της ενεργειακής ανατίμησης δεν θα αφορούν μόνο όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους.
Η πίεση μπορεί να επεκταθεί στις δαπάνες θέρμανσης των νοικοκυριών, στις μεταφορές και στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και, μέσω αυτών, να μετακυλιστεί στις τιμές ενός ευρέος φάσματος προϊόντων και υπηρεσιών.
Η μεγάλη πρόκληση, συνεπώς, δεν περιορίζεται στην προσωρινή συγκράτηση της τιμής στην αντλία. Αφορά τον περιορισμό της συνολικής επίδρασης της ενεργειακής κρίσης σε μια οικονομία όπου το ύψος του εισοδήματος παραμένει χαμηλό σε σχέση με το κόστος ζωής.










