Επικήδειο εγκώμιο για τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά..... Κώστας Δουζίνας

Χάσαμε χτες τον μεγαλύτερο Έλληνα διανοούμενο της μεταπολίτευσης. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στο ογκώδες επιστημονικό του έργο, στον μύθο μιας καλής ζωής, στη χάρη και την κομψότητα που τον έκαναν περιζήτητο στα ακαδημαϊκά ακροατήρια, τους φοιτητές, μέχρι και την Ακαδημία που η καθυστερημένη είσοδος του την αγλάισε. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς καθήλωνε τους ακροατές του με τα μάτια, το ύφος, τις χειρονομίες, το πάθος, το χιούμορ, την συναρπαστική αφηγηματικότητα. Είχε το σπάνιο χάρισμα να μιλά απλά για δύσκολα δίχως να απλουστεύει, να εκλαϊκεύει χωρίς να χάνει την επιστημονική αυστηρότητα, να χαμογελά με την ανοησία των εξουσιών.

 

Οι μεγάλοι διανοούμενοι του 20ού αιώνα, ο Ράσελ, ο Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Ντεριντά και οι δικοί μας, ο Σεφέρης, ο Καστοριάδης, ο Πουλαντζάς, τελευταίος ο Κωνσταντίνος εκπροσωπούν τον «ριζοσπαστικό διαφωτισμό».

 

Η αλήθεια και η οικουμενικότητα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, είναι στρατηγικές για τη ριζική αλλαγή της. Η αξιοπρέπεια και η τιμή της σκέψης κατακτιέται όταν μιλάει στην εξουσία για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Γιατί σήμερα η αλήθεια έχει γίνει περιουσία των τεχνοκρατών, η ηθική επιδαψίλευση της εξουσίας, η πολιτική λογιστικές διαπραγματεύσεις των ελίτ. Και όπως αλήθεια, ηθική και πολιτική σιγά σιγά εξασθενούν, χάνεται και η αισθητική, το ωραίο, η αρχή που πάντα υπηρέτησε ο Τσουκαλάς.

 

Για τον Καντ, η αισθητική είναι η μόνη κρίση που συνδυάζει τη γνώση με την πράξη και το όμορφο, το ον με το δέον και το ωραίο. Για τον Τσουκαλά, η σκέψη πρέπει να λειτουργεί άνευ όρων, για την ακρίβεια, η σκέψη είναι η ίδια η εμπειρία του απροϋπόθετου, του να θέτουμε ερωτήματα για τα πάντα, ακόμα και για την ίδια την αξία του να θέτουμε ερωτήματα, ή για την αξία της «αλήθειας» στην εποχή της μετα-αλήθειας.

 

Τα πρόσφατα βιβλία του Τσουκαλά συνδυάζουν τις τρεις ηπείρους: το πραγματικό, το κανονιστικό και το αισθητικά εύμορφο: Η εφεύρεση της ετερότητας, Η γυμνή βασίλισσα, Ο αόρατος Λεβιάθαν, Η επιστροφή της πολιτικής. Αποτελούν ένα κουαρτέτο σαν το Αλεξανδρινό του Ντάρελ.

 

Ο Τσουκαλάς κτίζει σταδιακά έναν ολόκληρο κόσμο, ένα σύστημα σκέψης και δράσης, ιδεών και αξιών, εξουσίας και υποκειμένου με τη διπλή έννοια: του ατόμου που είναι ελεύθερο επειδή υπόκειται και αυτονομεί επειδή αντιστέκεται.

 

Σαν το αριστούργημα του Ζορζ Περέκ «Ζωή: εγχειρίδιο χρήσης», ο ύστερος Τσουκαλάς φτιάχνει το δικό του κτίριο: Πολιτική. εγχειρίδιο χρήσης, κατάχρησης και αχρησίας. Η «γυμνή βασίλισσα» είναι η νεοφιλελεύθερη οικονομική επιστήμη και η οικονομία. Η επιστήμη έχει εκτοπίσει τον κριτικό φιλοσοφικό, ιστορικό και κοινωνιολογικό στοχασμό και η οικονομία αυτονομείται. Η πολιτική την υπηρετεί και γίνεται ετερόνομη. Το ατομικό συμφέρον ανάγεται σε βασική κινητήρια δύναμη και αντιμετωπίζεται ως πραγματολογικά αναγκαίο και ηθικά δικαιωμένο. Η συμφεροντολογική δικαιωματοκρατία του φιλελεύθερου καπιταλισμού αντικαθίσταται από τη νεοφιλελεύθερη φορμαλιστική δικαιοσύνη. Το ορθό και το δίκαιο δεν αναφέρονται πια σε ηθικές ή πολιτικές αξίες, αλλά σε έναν διαδικαστικό ορθολογισμό που θεμελιώνεται στις αγοραίες ετυμηγορίες.

 

Στον αόρατο Λεβιάθαν, το πανίσχυρο κράτος του Χομπς έχει αντικαταστήσει ένας αφανής, άτυπος αλλά πανίσχυρος συνδυασμός υπερεθνικών οικονομικών και χρηματιστηριακών εξουσιών με εξαρτημένες κρατικές οντότητες και τις διεθνείς τους αποφύσεις, όπως το ΔΝΤ, ο ΠΟΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Γιατί αόρατος; Η παγκοσμιοποιημένη και αυτοματοποιημένη εξουσία της αγοράς βρίσκεται παντού αλλά δεν φαίνεται, επιβάλλει συμπεριφορές αλλά δεν μιλάει, αποτελεί ένα ριζωματικό εκτόπλασμα που συνδέει τα εθνικά και υπερεθνικά κυκλώματα, χωρίς να εκλέγεται, να ελέγχεται, να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Έτσι η πρόοδος κατανοείται ως αέναη ποσοτική μεγέθυνση που ταυτίζεται ψευδεπίγραφα με την ανάπτυξη. Ο πλανήτης οδηγείται στην καταστροφή. Εδώ έρχεται η σκέψη του Τσουκαλά να ταρακουνήσει τα κυρίαρχα νοήματα. Από την εποχή του Σωκράτη, η γνώση και η αλήθεια είναι οι αχώριστοι σύντροφοι της δικαιοσύνης και της ομορφιάς.

 

Η δυναμική του διαφωτισμού (και η μεταφυσική της νεωτερικότητας) δημιουργούσε μια απόσταση, συχνά ανεπαίσθητη, ανάμεσα στο ον και το δέον που λειτουργεί ως διόρθωση της τάξης του κόσμου. Σ’ αυτό το διάκενο στηρίχτηκαν οι μεγάλες ριζοσπαστικές ιδέες, οι ουτοπίες, οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό το διάκενο κλείνει σε ένα κόσμο, όπου καμιά ιδέα ή αξία δεν αντανακλά ένα ουσιαστικό ηθικό περιεχόμενο και καμμιά πολιτική δεν μπορεί να διορθώσει το υπάρχον. Αυτή η αόρατη αλλά αβυσσαλέα μηχανή άρχισε να φταρνίζεται και να ρετάρει όταν ένας μικροσκοπικός οργανισμός, ένα παρασιτικός ιός, μπήκε στα γρανάζια της. Μπροστά στο φάντασμα μιας τεράστιας καταστροφής, οι πολιτικοί managers της κοινωνικής συμβίωσης δεν είχαν πια την πολυτέλεια να οχυρώνονται πίσω από τους ορθολογικούς αυτοματισμούς της αγοράς. Στην πανδημία με το lockdown η ζωή σταμάτησε σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν σαν να κατέβηκε ένας παγκόσμιος γενικός, παρ’ ότι οι κυβερνήσεις μας δήλωναν – και δηλώνουν – ότι δεν μπορεί να επιβραδυνθεί η οικονομία για να προστατευθεί ο πλανήτης από την κλιματική καταστροφή.

 

Η έκτακτη ανάγκη και η κατάσταση εξαίρεσης οδήγησαν στην «αθόρυβη επάνοδο της πολιτικής» του Τσουκαλά.  Δεξιοί πολιτικοί από τον Τζόνσον, μέχρι τον Μακρόν και τον Μητσοτάκη αναγκάστηκαν να γυρίσουν στην κοινωνία και το κράτος αναστέλλοντας προσωρινά τις εντολές της γυμνής βασίλισσας. Το κοινωνικό κράτος, που τmetamorf;vuhkeκτην προηγος παιδε αλλόσο δαιμονοποιήθηκε, μεταμορφώθηκε από αναξιόπιστος, αναποτελεσματικός «πατερούλης» σε αρωγό και λυτρωτή στα δύσκολα. Μια χαραμάδα άνοιξε, ένα φινιστρίνι ευκαιρίας, στο ασφυκτικά μονωμένο οικοδόμημα του Λεβιάθαν. Είχαμε παντού την επιστροφή του πολιτικής, των δημόσιων αγαθών, της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά η επιστροφή ήταν προσωρινή, η μετάνοια επιφανειακή, η κανονικότητα που προετοιμάζουν οι κυβερνήσεις παρά ένας διακοσμητικά αλλαγμένος Λεβιάθαν. Ηττημένοι θεωρητικά και ιδεολογικά έγιναν υποκριτικοί υπερασπιστές του δημόσιου για να το παραδώσουν μετά στους λύκους της αγοράς. Προπαγανδιστές της ηθικής και του νόμου, μπερδεύουν το ιδιωτικό τους συμφέρον με τη δημόσια αρετή.

 

Αλλά υπάρχει και μια πιο ριζική επιστροφή. Η ανάγκη μας θύμισε τις αξίες και τους θεσμούς που μπορούν να προστατεύσουν. Αντιμετωπίσαμε την κοινωνική και βιολογική μας τρωτότητα, που είχαν αποκρύψει ο ναρκισσισμός και ο καταναλωτισμός της προηγούμενης πλαστής ευημερίας. Καταλάβαμε ότι στην κατάσταση ανάγκης δεν μας σώζει ο ατομισμός αλλά η κοινωνική αλληλεγγύη και η έγνοια για τον άλλο. Μόνο τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες εξασφαλίζουν τη βιολογική και κοινωνική επιβίωση. Η ματαιωμένη επιστροφή της πολιτικής και το μάθημα του Τσουκαλά δείχνουν το χαμένο μονοπάτι της επανεκκίνησης για τους σκεπτόμενους, τους προοδευτικούς, τους αριστερούς.

 

Η ανθρωπολογία του Κωνσταντίνου τον οδηγεί να αναγνωρίσει της τραγικότητα της φύσης του ανθρώπου αλλά και την δύναμη της ανθρώπινης ανάτασης. Μόνο η επιστροφή της πολιτικής και των δημόσιων αγαθών μπορεί να ανατρέψει την καταστροφική πορεία. Η πολιτική δεν είναι όμως μια ηθικά ουδέτερη πάλη για την εξουσία. Πρέπει να επανερμηνεύσουμε την πραγματικότητα ηθικά, αισθητικά και γνωσιολογικά για να την αλλάξουμε. Πρέπει να ξαναπιάσουμε το νόημα της ουτοπίας και του οράματος της χειραφέτησης. Όλες οι μεγάλες ιδέες και αλλαγές ξεκίνησαν ως ουτοπίες. Μέσα από την προσπάθεια να διατυπωθεί «εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα» –όπως επαναλαμβάνει σε κάθε βιβλίο ο Κωνσταντίνος– δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια άλλη κοινωνία.

 

Στην οντολογία της ετερότητας και αλληλεγγύης του Τσουκαλά, κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος, ένα σύμπαν μοναδικών νοημάτων και αξιών. Κόσμος η μεταξύ μας συνύπαρξη, ο εαυτός ως άλλος, το να γινόμαστε ο εαυτός μας μέσα από την ετερότητα. Αυτή είναι η κανονικότητα αλλά και η ουτοπία της ανθρώπινης κατάστασης: συντροφικότητα, φιλία, γενναιοδωρία, φιλοξενία. Αυτή είναι η συνεισφορά του Κωνσταντίνου στη γνώση και στην πράξη. Η παρουσία και η παρρησία του ομόρφαιναν τη ζωή και δυνάμωναν τις αντοχές μας. Έχουμε την ευθύνη να συνεχίσουμε στα μονοπάτια που χάραξε.

 

Κώστας Δουζίνας: «Η εξουσία σήμερα δεν σε διατάζει να ψηφίζεις Μητσοτάκη,  αλλά σου δίνει συμβολικά σημάδια για το τι θέλει να κάνεις»

Κώστας Δουζίνας, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λονδίνου