Έλενα Ζήσου
Νέο κύμα ανατιμήσεων σαρώνει την αγορά καυσίμων, με τις τιμές σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση να καταγράφουν ισχυρή άνοδο τον Σεπτέμβριο του 2026. Τα καύσιμα και τα λιπαντικά στην Ελλάδα ήταν ακριβότερα κατά 23,2% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ στην ΕΕ η αύξηση έφτασε το 31,4%. Σε 26 από τις 27 χώρες της Ένωσης οι ανατιμήσεις επιταχύνθηκαν, ενώ σε Βουλγαρία, Εσθονία και Λιθουανία ξεπέρασαν το 40%.
Επιταχύνονται οι ανατιμήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη
Ανοδικά κινήθηκαν οι τιμές των καυσίμων τον Σεπτέμβριο, συνεχίζοντας την πορεία ανατιμήσεων που είχε καταγραφεί τους προηγούμενους μήνες. Στην Ελλάδα, τα καύσιμα και τα λιπαντικά κόστιζαν 23,2% περισσότερο σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραψε αύξηση 31,4%.
Η άνοδος αποτυπώνει την επιτάχυνση των πιέσεων στην αγορά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ετήσια αύξηση των τιμών είχε διαμορφωθεί στο 16,9% τον Ιούλιο και στο 23,8% τον Αύγουστο, προτού φτάσει στο 31,4% τον Σεπτέμβριο.
Στην ελληνική αγορά, μέσα σε δύο μήνες, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης ενισχύθηκε κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην ΕΕ η επιτάχυνση έφτασε τις 14,5 μονάδες.
Σε τρεις χώρες οι αυξήσεις ξεπέρασαν το 40%
Η ανοδική τάση ήταν σχεδόν καθολική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς σε 26 από τα 27 κράτη-μέλη οι ετήσιες ανατιμήσεις τον Σεπτέμβριο ήταν εντονότερες από εκείνες που είχαν καταγραφεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2026.
Τη μεγαλύτερη αύξηση σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025 κατέγραψε η Βουλγαρία, με 42,2%. Ακολούθησαν η Εσθονία με 40,6% και η Λιθουανία με 40,2%, με τις τρεις χώρες να ξεπερνούν το όριο του 40%.
Σε ακόμη 12 κράτη-μέλη, οι αυξήσεις ήταν υψηλότερες από 30%. Τα ποσοστά κυμάνθηκαν από 30,3% στην Πορτογαλία έως 37,5% στην Τσεχία.
Πού καταγράφηκαν οι μικρότερες αυξήσεις
Στον αντίποδα, η Ουγγαρία εμφάνισε τη χαμηλότερη ετήσια αύξηση τιμών καυσίμων και λιπαντικών στην ΕΕ, με 6,9%. Ακολούθησαν η Ιρλανδία, όπου η άνοδος έφτασε το 17,7%, και η Σουηδία με 19,9%.
Τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου αποτυπώνουν την ένταση των ανατιμήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά, με την Ελλάδα να καταγράφει αύξηση 23,2% και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να διαμορφώνεται ακόμη υψηλότερα, στο 31,4%.
Φυσικό αέριο: Άλμα 80% σε τρεις μήνες φέρνει νέο κύμα ακρίβειας

Μαρία-Ειρήνη Δημουλά
Η ραγδαία άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εντείνει τους φόβους για νέο κύκλο ανατιμήσεων, την ώρα που πλησιάζει ο χειμώνας και αυξάνονται οι ανάγκες για θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια. Μέσα σε τρεις μήνες, η τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά περίπου 80%, από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε περισσότερα από 90 ευρώ στις 20 Οκτωβρίου 2026. Πρόκειται για επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τον Δεκέμβριο του 2022, προκαλώντας ανησυχία τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας μεταβολής δεν περιορίζονται μόνο στο κόστος ενέργειας. Μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ισπανίας, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, εκτιμά ότι μια αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου κατά 10% μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα. Αν εφαρμοστεί μηχανικά αυτή η αναλογία στη φετινή αύξηση κατά 80%, προκύπτει μια ενδεικτική επιβάρυνση της τάξης των 0,8 ποσοστιαίων μονάδων.
Ωστόσο, ο υπολογισμός αυτός δεν αποτελεί επίσημη πρόβλεψη της ΕΚΤ, καθώς η πραγματική επίδραση στις τιμές εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της ενεργειακής κρίσης, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι αυξήσεις μεταφέρονται στην αγορά.
Η ακριβότερη ενέργεια επιβαρύνει ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης προϊόντων. Οι βιομηχανίες που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο στις εγκαταστάσεις τους καλούνται να αντιμετωπίσουν υψηλότερες δαπάνες, ενώ αντίστοιχες πιέσεις δέχονται οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Το αυξημένο κόστος λειτουργίας μπορεί στη συνέχεια να μεταφερθεί στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Έτσι, από την παραγωγή τροφίμων μέχρι τη λειτουργία των καταστημάτων και των επιχειρήσεων, η ενεργειακή επιβάρυνση κινδυνεύει να επηρεάσει την καθημερινότητα των καταναλωτών.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία ανάλυσης της ΕΚΤ, τον Σεπτέμβριο του 2026, σύμφωνα με τα οποία η μετακύλιση των αυξήσεων στη χονδρική αγορά φυσικού αερίου στις τιμές λιανικής πραγματοποιείται πλέον ταχύτερα. Σε περισσότερες από τις μισές χώρες της Ευρωζώνης, οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές μέσα σε διάστημα ενός έως τριών μηνών. Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς διακυμάνσεις ενδέχεται να αποτυπωθούν σχετικά σύντομα στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Στην Ελλάδα, η άνοδος της τιμής αναφοράς TTF δημιουργεί νέες πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εξάρτηση μέρους της ηλεκτροπαραγωγής από μονάδες φυσικού αερίου καθιστά την εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ευάλωτη στις αυξήσεις του καυσίμου. Εφόσον οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, το κόστος θέρμανσης και ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να αυξηθεί, ενώ παράλληλα ενδέχεται να ενισχυθούν οι ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες. Η διάρκεια της ανόδου θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για το μέγεθος των πιέσεων στον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη των πολιτών.











