Η… μάχη για την ψήφο των μισθωτών: Πού εστιάζει η κυβέρνηση - Μητσοτάκης: «9 στις 10 προεκλογικές δεσμεύσεις έχουν γίνει πράξη ή βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης»

Σε ένα ακροατήριο που ξεπερνά τα δύο εκατομμύρια άτομα - δηλαδή στους μισθωτούς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα - θέλουν να… μιλήσουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Είναι ένα κοινό που μπορεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό το εκλογικό αποτέλεσμα και το οποίο δεν παρουσιάζει σε όλες τις αναμετρήσεις παρόμοια εκλογική συμπεριφορά.

 

Της Κατερίνας Κοκκαλιάρη

 

Για παράδειγμα, στις εκλογές του 2023 -σύμφωνα με τα exit polls- οι μισθωτοί τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό τομέα σε ποσοστό 35% είχαν επιλέξει τα «γαλάζια» ψηφοδέλτια. Βέβαια, το ποσοστό αυτό είναι κάτω από αυτό που είχε συνολικά η Νέα Δημοκρατία, που πήρε 40.5% και είχε μεγάλο προβάδισμα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε ομάδες όπως οι συνταξιούχοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

 

Από τη ΝΔ θέλουν να διατηρήσουν τη σχέση που δημιουργήθηκε από το 2019 και μετά με το συγκεκριμένο ακροατήριο και κρίσιμο στοίχημα αποτελεί η αύξηση των μισθών. Η κυβέρνηση έχει μιλήσει για κατώτατο μισθό στον ιδιωτικό τομέα 950 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, ωστόσο ο στόχος αυτός αναμένεται να ξεπεραστεί καθώς ήδη είναι στα 920 ευρώ (ένα σενάριο είναι να προσεγγίσει τα 980 ευρώ).

 

Όσον αφορά στο μέσο μισθό είναι στα 1500 ευρώ (όσο ήταν ο προεκλογικός στόχος), με το κυβερνών κόμμα να εστιάζει στην περαιτέρω ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων. Σήμερα μόνο ο ένας στους τέσσερις εργαζόμενους καλύπτεται από συλλογική σύμβαση εργασίας και στόχος είναι η σταδιακή αύξηση του ποσοστού κάλυψης έως το 80% τα επόμενα χρόνια.

 

Να σημειωθεί εδώ πως αυτή την εβδομάδα θα ψηφιστεί από τη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας για την ισότητα των αμοιβών. Παράλληλα αύριο περνά από το υπουργικό συμβούλιο το νομοσχέδιο για τα επαγγελματικά ταμεία, το οποίο προβλέπει κίνητρα για την ασφάλιση στον δεύτερο πυλώνα κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες παροχές.

 

Πάντως, εκτός συζήτησης παραμένει η επαναφορά του 13ου μισθού στο δημόσιο τομέα, γεγονός που έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Είναι ενδεικτική η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη πως «μισός 13ος μισθός έχει δοθεί μέσα από τις αυξήσεις τις οποίες έχουμε ήδη δρομολογήσει, ενώ εστίασε σε επιμέρους κινήσεις που έχουν γίνει, για τους γιατρούς, τους ενστόλους και άλλες ομάδες.

 

Δεδομένο πάντως είναι πως η μητέρα των μαχών για την κυβέρνηση θα δοθεί στο πεδίο των τιμών και σήμερα θα πραγματοποιηθεί σύσκεψη στο Μαξίμου για το θέμα αυτό. Στόχος είναι να μειωθούν οι τιμές σε βασικά προϊόντα που μπαίνουν στο κάθε νοικοκυριό, ενώ να επισημανθεί πως -όπως φαίνεται και από τις μετρήσεις- η ακρίβεια είναι το νούμερο ένα πρόβλημα το νοικοκυριό

 

Η αναφορά στους μισθωτούς από την ΕΛ.Α.Σ.

 

Η προσέγγιση των μισθωτών αποτελεί ένα από τα βασικότερα «στοιχήματα» για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Να σημειωθεί εδώ πως το προηγούμενο διάστημα είχε «φουντώσει» η συζήτηση για το πως θα κινηθεί το κόμμα του κ. Τσίπρα στο φορολογικό πεδίο (μετά και από αναφορές στελεχών του).

 

Χθες η εκπροσώπου τύπου του κόμματος Θεώνη Κουφονικολάκου σημείωσε πως αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα η μείωση του φορολογικού βάρους των μισθωτών. Όπως είπε η ΕΛ.Α.Σ «προτείνει ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα, το οποίο να ανακουφίζει τη μισθωτή εργασία που έχει επί μακρόν επωμιστεί το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας».

 

Πού ρίχνει το βάρος το ΠΑΣΟΚ

 

Στο κοινό των μισθωτών -που στο παρελθόν διατηρούσε ισχυρά ερείσματα- στρέφει το βλέμμα η Χαριλάου Τρικούπη, εστιάζοντας σε μια σειρά από προτάσεις που αφορούν συλλογικές συμβάσεις κ.α. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με τα exit polls στις κάλπες του 2023 το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει στους μισθωτούς κοντά στο 11 %, δηλαδή ποσοστό που ήταν κοντά σε αυτό που είχε στο σύνολο της επικράτειας.

 

Σε πρόσφατη ομιλία του ο Νίκος Ανδρουλάκης σημείωσε πως στόχος είναι «μία Ελλάδα με καλύτερους μισθούς και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους. Μια Ελλάδα όπου οι εργαζόμενοι δεν θα δουλεύουν περισσότερο, αλλά πιο παραγωγικά». Όπως είπε «γι’ αυτό θέσαμε στον δημόσιο διάλογο την πιλοτική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας, που αφορά τις θέσεις εντάσεως διανοίας και τις νεότερες γενιές»

 

H κόντρα για το δημοσιονομικά

 

Ο πολιτικός υδράργυρος έχει ανέβει με την κυβέρνηση να κατηγορεί την αντιπολίτευση πως καταθέτει προτάσεις χωρίς να είναι κοστολογημένες. Την ίδια στιγμή τα κόμματα της αντιπολίτευσης απαντούν στα πυρά, λέγοντας πως δεν λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη των εργαζόμενων που καλούνται να αντιμετωπίσουν την άνοδο των τιμών.

 

Όσο πιο κοντά θα έρχονται οι κάλπες τόσο οι τόνοι θα ανεβαίνουν, ενώ να σημειωθεί πως είναι σε εξέλιξη ένα μπαράζ περιοδειών. Ουσιαστικά η χώρα βρίσκεται σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο και σταδιακά τα κόμματα καλούνται να ξεδιπλώσουν την πρόταση που θα καταθέσουν για να συσπειρώσουν το κοινό τους και να προσελκύσουν τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους

 

Μητσοτάκης: «9 στις 10 προεκλογικές δεσμεύσεις έχουν γίνει πράξη ή βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης»

 

Κυριάκος Μητσοτάκης (EUROKINISSI)

 

Ο απολογισμός του πρωθυπουργού για τα 7 χρόνια διακυβέρνησης

 

Σε έναν εκτενή απολογισμό του κυβερνητικού έργου προχώρησε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αντικαθιστώντας αυτή την εβδομάδα την καθιερωμένη ανασκόπηση, με αφορμή τη συμπλήρωση τριών ετών από τις εκλογές του 2023 και επτά ετών από την ανάληψη της διακυβέρνησης το 2019.

 

«Ξέρω καλά ότι δεν λύθηκαν όλα»

 

Ο πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι βασικό στοιχείο της κυβερνητικής πορείας είναι η συνέπεια και τα μετρήσιμα αποτελέσματα, σημειώνοντας πως το 90% των προεκλογικών δεσμεύσεων έχει ήδη υλοποιηθεί ή βρίσκεται σε φάση υλοποίησης. Παράλληλα αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, ενώ απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης με τη θέση ότι επιλέγει «τη σύγκριση αντί για τη σύγκρουση».

 

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο απολογισμός δεν αποτελεί αναδρομή στο παρελθόν, αλλά βάση για τη συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας της χώρας με ορίζοντα το 2030.

 

Ακολουθεί η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη:

 

«Την εβδομάδα που πέρασε συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την ανανέωση της εμπιστοσύνης των πολιτών το 2023 και σε λίγες μέρες επτά χρόνια από τότε που οι Ελληνίδες και οι Έλληνες μας ανέθεσαν, για πρώτη φορά το 2019, την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας. Προσπαθώ καθημερινά να τιμώ αυτήν την εντολή. Ξέρω ότι οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις των πολιτών είναι υψηλές κι ότι δεν καταφέρνουμε πάντα να ανταποκριθούμε σε αυτές. Ωστόσο, από το 2019 η πατρίδα μας έχει καταγράψει αδιαμφισβήτητη πρόοδο σε πολλά πεδία πολιτικής.

 

Γι’ αυτό και σήμερα αντί του καθιερωμένου εβδομαδιαίου απολογισμού του κυβερνητικού έργου επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας πόσο έχει προοδεύσει η πατρίδα μας από το 2019 έως σήμερα. Με τρόπο μετρήσιμο και τεκμηριωμένο.

 

Δεν πιστεύω ότι οι πολίτες αποφασίζουν με βάση μόνο έναν απολογισμό. Κοιτούν -και σωστά- κυρίως μπροστά. Απαιτούν από εμάς να γινόμαστε διαρκώς καλύτεροι. Όμως, η συνέπεια που συνδέει τις δεσμεύσεις με τα αποτελέσματα που κάνουν λίγο καλύτερη τη ζωή των πολιτών καθημερινά είναι αυτή που χτίζει την εμπιστοσύνη.

 

Αυτό θέλουμε να είναι και το μεγαλύτερο συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Προσπαθούμε καθημερινά να είμαστε μια κυβέρνηση που αποδεικνύει στην πράξη ότι υλοποιεί σχεδόν το σύνολο των δεσμεύσεών της. Εννέα στις δέκα προεκλογικές μας δεσμεύσεις από το 2023 έχουν ήδη γίνει πράξη ή βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης. Και αυτό είναι ο καλύτερος δείκτης αξιοπιστίας.

 

Μέσα σε αυτά τα επτά χρόνια, η Ελλάδα άλλαξε σε πολλά. Από την οικονομία και την απασχόληση μέχρι την ψηφιακή λειτουργία του κράτους, την υγεία, την παιδεία και την ενίσχυση της άμυνας. Ξέρω καλά ότι δεν λύθηκαν όλα. Υπάρχουν ακόμη προβλήματα που δοκιμάζουν την καθημερινότητα των πολιτών και γι’ αυτά συνεχίζουμε να εργαζόμαστε με την ίδια επιμονή.

 

Όμως απέναντι σε μια αντιπολίτευση που επιλέγει να αρνείται κάθε πρόοδο και να ισοπεδώνει κάθε συλλογικό επίτευγμα της χώρας, εμείς επιλέγουμε τη σύγκριση αντί για τη σύγκρουση. Τις δεσμεύσεις που μετατρέπονται σε χειροπιαστό αποτέλεσμα.

 

Βρισκόμαστε στη μέση μιας δεκαετούς προσπάθειας αλλαγής της χώρας, με ορίζοντα το 2030, το ορόσημο δηλαδή των 200 χρόνων από τη συγκρότηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Μιας προσπάθειας που δεν μετριέται με συνθήματα, αλλά με απτά αποτελέσματα.

 

Γι’ αυτό και σήμερα μοιράζομαι μαζί σας τον συνολικό απολογισμό του έργου μας από το 2019 έως σήμερα. Όχι για να σταθούμε στο χθες, αλλά γιατί όσα πετύχαμε μαζί αποτελούν τη βάση για όσα έχουμε χρέος να αλλάξουμε έως το 2030.

 

Η πατρίδα προχωρά μπροστά. Με εθνική αυτοπεποίθηση, με σχέδιο και ενότητα, με πολιτική σταθερότητα που αποτελεί το καύσιμο για τολμηρές μεταρρυθμίσεις και δίκαιες αλλαγές. Και συνεχίζουμε».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ