Το τελευταίο διάστημα διαβάζουμε συνεχώς δημοσιεύσεις (αναρτήσεις στη γλώσσα των social media) σχετικά με το πώς ο Μαμντάνι έχει καταφέρει τόσα πολλά πράγματα σε τόσο σύντομο χρόνο. Τι εμπόδισε τους προηγούμενους δημάρχους να κάνουν κι αυτοί το ίδιο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση, ειδικά επειδή βλέπουμε πολλούς ανθρώπους που αποδίδουν εύσημα στους δημάρχους – και γενικότερα στους πολιτικούς – για πράγματα που ξεκίνησαν οι προηγούμενοι.
Της Μαρίας-Ειρήνης Δημουλά
Με αυτά τα δεδομένα και τις αντίστοιχες επιφυλάξεις, ο Μαμντάνι έχει σίγουρα κάνει πολλά για την πόλη του, τόσα που αρκετοί, και μεταξύ των υποστηρικτών του ακόμη, δυσκολεύονται να το πιστέψουν, θεωρώντας ότι οι εντυπώσεις που διαμορφώνονται στο μυαλό των ανθρώπων, είναι πολλές φορές αποτελέσματα μιας κυβερνητικής (εδώ δημοτικής) προπαγάνδας. «Ο Ζοχράν Μαμντάνι νίκησε γιατί οι θέσεις του είναι καθαρές. Δεν έχουν διαβρωθεί από την επίδραση ολιγαρχικών και κερδοσκοπικών επιλογών», λέει ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας ερωτηθείς για τον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Too good to be true, θα προσθέσουμε!

Η σύγκριση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη Νέα Υόρκη. Στο Βερολίνο, η πολιτική ανάδειξη της Ελίφ Εράλπ του Die Linke φέρνει στο προσκήνιο μια διαφορετική αλλά εξίσου κρίσιμη διάσταση της αστικής πολιτικής: τη στεγαστική κρίση. Η πρόταση για μεταφορά χιλιάδων ακινήτων μεγάλων ιδιωτικών funds στο Δημόσιο αποτυπώνει την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατοικία ως κοινωνικό αγαθό και όχι αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν. Η προοπτική συνεργασίας με το SPD και τους Πράσινους, αλλά και οι πολιτικές διαφωνίες που τη συνοδεύουν, υπενθυμίζουν ότι η εκλογική επιτυχία δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη δυνατότητα εφαρμογής ενός προγράμματος. Απαιτούνται συμμαχίες, διαπραγματεύσεις και συμβιβασμοί, χωρίς να χάνεται ο πυρήνας των πολιτικών δεσμεύσεων.
Στην Αθήνα, η συζήτηση για τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η εκλογή του Χάρη Δούκα ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη για μια δημοτική πολιτική με μεγαλύτερη αυτονομία από τους κομματικούς μηχανισμούς και σαφέστερο προσανατολισμό στα προβλήματα της πόλης. Η αυτονομία, όμως, δεν μπορεί να εξαντλείται στην πολιτική ανεξαρτησία του δημάρχου. Προϋποθέτει ουσιαστικές αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους, διοικητική επάρκεια και λογοδοσία. Όσο οι δήμοι παραμένουν εξαρτημένοι από την κεντρική διοίκηση για κρίσιμες αποφάσεις και χρηματοδοτήσεις, η δυνατότητά τους να σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα παραμένει περιορισμένη.
Η Αθήνα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις του παρελθόντος, όπως η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, μεγάλο μέρος του αστικού σχεδιασμού παραμένει αποσπασματικό. Οι πεζοδρομήσεις και οι αναπλάσεις σε επιμέρους γειτονιές δεν αρκούν όταν δεν εντάσσονται σε έναν συνολικό σχεδιασμό μετακινήσεων, στάθμευσης και προστασίας του δημόσιου χώρου. Η κατάληψη πεζοδρομίων από αυτοκίνητα, εμπορικές δραστηριότητες και τραπεζοκαθίσματα, η οπτική ρύπανση και η έλλειψη ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων δεν είναι μεμονωμένα προβλήματα. Αποκαλύπτουν την απουσία μιας σταθερής πολιτικής για το ποιος δικαιούται να χρησιμοποιεί την πόλη και με ποιους όρους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοτική αρχή του Χάρη Δούκα καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις άμεσες ανάγκες της καθημερινότητας, αλλά και τις συνέπειες ενός μοντέλου αστικής ανάπτυξης που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες. Η Αθήνα οικοδομήθηκε με κυρίαρχο εργαλείο την αντιπαροχή, την πυκνή δόμηση και την εμπορευματοποίηση της γης. Η κατοικία αντιμετωπίστηκε κυρίως ως περιουσιακό στοιχείο και μέσο συσσώρευσης πλούτου, όχι ως βασική κοινωνική ανάγκη. Η σημερινή στεγαστική κρίση είναι, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής.
Το παράδοξο είναι ότι η χώρα διαθέτει ένα ιδιαίτερα μεγάλο οικιστικό απόθεμα, σημαντικό μέρος του οποίου παραμένει ανενεργό. Στην Αθήνα, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από τον Δήμο και σχετική μελέτη σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 40.000 κατοικίες χωρίς χρήση, εκ των οποίων περίπου 20.000 είναι εντελώς κλειστές και χωρίς ηλεκτροδότηση. Η καταγραφή και η ενεργοποίηση έστω ενός μέρους αυτών των ακινήτων θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση της στεγαστικής πίεσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη φοιτητική και προσιτή κατοικία. Η αξιοποίηση ακόμη και 1.000 κατοικιών θα αποτελούσε μια ουσιαστική αρχή.
Ο Δήμος δεν μπορεί ασφαλώς να υποκαταστήσει την κεντρική στεγαστική πολιτική. Μπορεί, όμως, να αναλάβει πρωτοβουλίες καταγραφής της διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας, συνεργασίας με ιδιοκτήτες και δημόσιους φορείς και δημιουργίας ενός πλαισίου που θα διευκολύνει την επαναφορά κλειστών κατοικιών στη χρήση. Η στεγαστική πολιτική είναι ένα πεδίο στο οποίο η δημοτική διοίκηση μπορεί να λειτουργήσει ως συντονιστής και καταλύτης, εφόσον διαθέτει σχέδιο και επιδιώκει συνεργασίες πέρα από τα στενά όρια των αρμοδιοτήτων της.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα του δημόσιου χώρου. Η καθημερινή υποβάθμιση της Αθήνας δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη μεγάλων έργων, αλλά και στην αδυναμία εφαρμογής στοιχειωδών κανόνων: ελεύθερα πεζοδρόμια, περιορισμός της παράνομης στάθμευσης, έλεγχος των αυθαίρετων καταλήψεων, αντιμετώπιση της ηχορύπανσης και της οπτικής ρύπανσης. Πρόκειται για παρεμβάσεις που απαιτούν συνέπεια, ελεγκτικούς μηχανισμούς και κοινωνική αποδοχή. Απαιτούν επίσης συνεργασία με την Περιφέρεια, το κράτος και τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, η οποία συχνά δυσχεραίνεται από επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και κομματικές αντιπαραθέσεις.
Η πράσινη μετάβαση προσφέρει, παράλληλα, μια ευκαιρία για συνολικότερη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζεται η πόλη. Η αύξηση του πρασίνου δεν μπορεί να περιορίζεται σε μεμονωμένες φυτεύσεις ή σε έργα βιτρίνας. Χρειάζεται ένα δίκτυο μικρών πάρκων και ελεύθερων χώρων στις γειτονιές, με στόχο τη βελτίωση του μικροκλίματος, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και την προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Η οικολογία της κλίμακας έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία: εκατό μικρά πάρκα διάσπαρτα στον αστικό ιστό δεν υποκαθιστούν απλώς έναν μεγάλο χώρο πρασίνου, αλλά προσφέρουν καθημερινή πρόσβαση στη φύση σε πολύ περισσότερους κατοίκους.
Το ζητούμενο για την Αθήνα είναι, επομένως, κάτι ευρύτερο από την υλοποίηση ορισμένων δημοτικών έργων. Είναι η μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα συνδέει τη στέγαση, τις μετακινήσεις, το πράσινο, την προστασία του δημόσιου χώρου και την κοινωνική συνοχή. Σε αυτό το πεδίο θα κριθεί και η δημοτική θητεία του Χάρη Δούκα: όχι από την επικοινωνιακή προβολή των προθέσεων, αλλά από το κατά πόσο αυτές θα μετατραπούν σε μετρήσιμες και διαρκείς αλλαγές.
Η Νέα Υόρκη, το Βερολίνο και η Αθήνα έχουν διαφορετικές θεσμικές και οικονομικές δυνατότητες. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα κοινό συμπέρασμα: οι μεγάλες πόλεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως διοικητικές μονάδες ή ως πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι χώροι κατοίκησης, κοινωνικής συνύπαρξης και δημοκρατικής συμμετοχής. Η Αυτοδιοίκηση καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό πολιτικό ρόλο, με σχέδιο, πόρους, συνέχεια και λογοδοσία. Και η ποιότητα της καθημερινής ζωής είναι τελικά το πιο αξιόπιστο μέτρο αυτής της προσπάθειας.
Χαμός στο δημαρχείο Χανίων με τον Αδωνι Γεωργιάδη: «Και Α και ΟΥ και ΟΥ, να ο τηλεγκουρού» [βίντεο]
![Χαμός στο δημαρχείο Χανίων με τον Αδωνι Γεωργιάδη: «Και Α και ΟΥ και ΟΥ, να ο τηλεγκουρού» [βίντεο]](https://www.efsyn.gr/wp-content/uploads/2026/09/adonis-1-1-980x551.jpg)
Ένα απρόσμενο περιστατικό σημειώθηκε το πρωί της Παρασκευής, κατά την αποχώρηση του υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, από το δημαρχείο Χανίων.
Ενώ ο υπουργός αποχωρούσε από το δημαρχείο, μια γυναίκα που βρισκόταν στον χώρο άρχισε να φωνάζει «και Α και ΟΥ και ΟΥ, να ο τηλεγκουρού», χρησιμοποιώντας το γνωστό σύνθημα της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης σε εκδήλωση στα Ιωάννινα τις προηγούμενες ημέρες.
Ακούγοντας το σύνθημα, ο υπουργός Υγείας κινήθηκε προς το μέρος της γυναίκας και τη ρώτησε για ποιον λόγο αντιδρούσε, λέγοντάς της χαρακτηριστικά: «Γιατί φωνάζεις;».
Το περιστατικό δεν πήρε περαιτέρω διαστάσεις, καθώς δεν ακολούθησε νέα ένταση ή αντιπαράθεση.











