Μεγαλοβδόμαδο στη Ντούσια (Κεφαλάρι Κορινθίας)

Του Βαγγέλη Βαρδουνιώτη

ΑΠΟ ΤΑ «ΠΙΚΡΑ – ΓΛΥΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ»

 

Οι πρώτοι εργάτες της γης και του  μόχθου άρχισαν ν’ άρχονται, μαζί και η δεύτερη μπούρδα με τ’ αλεύρι. Η πρώτη κι’ όλας είχε τελειώσει. Κοντά τέσσερους μήνες ξινάρι, από των Φώτων, δε ήτανε και λίγο. Νισάφι πιά.

 

Είχαν έρθει και τα γυμνασιόπαιδα από το Κιάτο. Είχανε διακοπές λόγω Πάσχα. Φοράγανε και πηλήκια μπλε, έτσι φοράγανε όσοι πηγαίνανε στο γυμνάσιο. Μπροστά στο πηλήκιο είχανε μια κουκουβάγια, την είχανε κεντήσει με χρυσή κλωστή. Σύμβολο σοφίας λέγανε. Κουκουβάγια και σοφή δε μπορούσα να το καταλάβω. Τέλος πάντων.

 

Εγώ τους ζήλευα, πηγαίνανε στο γυμνάσιο στο Κιάτο, στην πόλη, κοντά στη θάλασσα, είχανε δει και τραίνο. Φοράγανε και πιό καλά ρούχα, κάνανε λέει αρχαία και άλγεβρα. Να ήσανε δύσκολα άραγε; Μωρέ ας ήμουνα και γω στο Κιάτο και θα σούλεγα. Καλλίτεροι ήσανε κείνοι;

 

Οι μεγάλοι δεν τους στέλνανε σε δουλειές, ούτε με τα ζα. Γυμνασιόπαιδα βλέπεις. Όλο εμάς τους μικρότερους στέλνανε. Να στο χωράφι, να στ’ αμπέλι, να με τα ζά, όλο εμάς.

 

Είχανε έρθει και ξένοι, μπορεί να ήσανε τίποτε συγγενείς από την Αθήνα, ποιος ξέρει. Φαινόσανε, φοράγανε κουστούμι, μερικοί και γραβάτα. Παπούτσια σκαρπίνια, ήσαν και γυαλισμένα. Τα μούτρα τους κάτασπρα. Ξεχωρίζανε. Εμείς κατάμαυροι από τον ήλιο.

 

Η μάννα σηκώθηκε πρωί πήρε τη γαϊδούρα και στον Αη-Νικόλα για χώμα, για ασπριά. Μέρες που ήτανε ήθελε να συγυρίσει λίγο το σπίτι. Άσπρισε το τζάκι, έφτιαξε τη γωνιά, άσπρισε και όλο το χειμωνιάτικο. Ήταν κατάμαυρα από το χειμώνα. Όλες οι νοικοκυρές το ίδιο κάνανε. Σάρωσε τις αυλές, βγήκε και στο δρόμο.

 

Μπήκαμε στο μεγαλοβδόμαδο. Εβδομάς των παθών. Εβδομάς προσευχής και νηστείας, ούτε λάδι μέχρι και το μεγάλο Σάββατο. Ψωμί και κρεμύδι και καμιά ελιά αν ήτανε. Άντε ν’ αντέξεις. Έπρεπε όμως, το καλούσανε οι ημέρες. Το χριστό σταυρώσανε οι άνομοι Εβραίοι!!!

 

Μεγάλη Δευτέρα και η καμπάνα βάρεσε. Ο μπαρμπαμήτσος ο δεξιός ψάλτης έλεγε το τροπάριο της ημέρας: «Ιδού ο νυμφίος έρχετα…» Μετά τό παιρνε ο μπαρμπακώστης ο αριστερός.

 

Τρεις φορές έπρεπε να το πούνε. Κοντεύαμε να μάθουμε τα τροπάρια απ’ έξω.

 

Φτάσαμε στη Μεγάλη Πέμπτη, στα δώδεκα Βαγγέλια. Οι επίτροποι είχανε βάλει ανάμεσα στα δυό μανόλια που ήσανε μπροστά στην Ωραία Πύλη, μια σανίδα και απουπάνου δώδεκα κεριά αναμένα. Δώδεκα Βαγγέλια, δώδεκα κεριά. Κάθε Βαγγέλιο που διάβαζε ο παπάς, οι επίτροποι σβύνανε και από ένα κερί. Το πρώτο Βαγγέλιο Θεέ μου συχωράμε δεν είχε τελειωμό. Δέκα φύλλα και πάρα πάνου. Μήπως καταλαβαίναμε και τι λέγανε; Κάτι για το Χριστό που τον σταυρώσανε. Τα Βαγγέλια κοντεύανε νατελειώσουνε, τρία κεριά μείνανε ακόμα. Μας έφαγε η ορθοστασία, μας πόναγε και η μέση.

 

Δόξα τω Θεώ τα Βαγγέλια τελειώσανε, εμείς ευχαριστημένοι, το θρησκευτικό μας καθήκον το επιτελέσαμε, ακούσαμε και τα δώδεκα Βαγγέλια. Δεν έπρεπε να φύγουμε από τη μέση της ολονυκτίας, ήτανε αμαρτία. Μοιάζει λέι με τον Ιούδα που έφυγε από τη μέση του Μυστικού Δείπνου.

 

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…»

 

Ο παπάς στην Ωραία Πύλη τα είπε τα τροπάρια τρεις φορές. Ο κόσμος άφωνος, σταυροκοπιότανε. Παντού νεκρική σιγή. Μερικές γριές γονατίσανε. Εκείνη τη στιγμή σα να βλέπαμε να κρεμάγανε το Χριστό στο σταυρό, να τον καρφώνουν οι άνομοι Εβραίοι. Προσκυνούμε τα πάθη σου Χριστέ.

 

Την άλλη μέρα Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα πένθους και μελαγχολίας. Ο καιρός για μια στιγμή χάλασε, η καμπάνα από το πρωί βάρηγε πένθιμα. Οι κοπελλιές με τα λουλούδια στο χέρι, θα στολίζανε τον επιτάφιο. Είχανε φέρει και τέσσερα κρίνα, θα τα βάζανε στις τέσσερες γωνιές του επιταφίου.

 

Ο επιτάφιος έτοιμος στη μέση στην εκκλησία απουκάτου από το μεγάλο πολυέλαιο. Στρώσανε μέσα ένα πανί κόκκινο κεντημένο με χρυσή κλωστή. Έδειχνε το χριστό στο τάφο. Απουπάνου το Βαγγέλιο.

 

Βράδυασε, η καμπάνα άρχισε να βαρεί. Ο κόσμος είχε έρθει νωρίς από τον κάμπο, ετοιμαζόσανε για τη μεγάλη ολονυκτία, για τον επιτάφιο. Η εκκλησία γιομάτη, ποτέ τόσος κόσμος, πιό πολλοί ξένοι, δεν τους γνωρίζαμε. Οι νέοι όρθιοι, οι γέροι στα στασίδια. Όλοι με τα καλά τους. Οι γυναίκες καλοντυμένες, και μείς τα παιδιά. Παλιότερα μας έλεγε ο μπαρμπαστάθης κείθε που πηγαίναμε με τα μανάρια, πασχίζανε ποιος θά ‘φτιαγνε τα καλλίτερα τσαρούχια να τα φορέσει τη Μεγάλη Παρασκευή στον επιτάφιο.

 

Αρχίσανε τα εγκώμια, πρώτος ο παπάς στην Ωραία Πύλη: «Η ζωή εντάφω κατετέθης Χριστέ». Οι ψαλτάδες μετά. Παρέες – παρέες από παιδιά με τα βιβλιαράκια στο χέρι ψέλνανε τους στίχους με τη σειρά. Ξεσινεριόσανε ποιά παρέα θά’ψέλνε καλλίτερα. «Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα…».

 

Ο παπάς με ένα ασημένιο δοχείο έρρενε τον επιτάφιο και μετά τον κόσμο. Ο κόσμος σταυροκοπιότανε. Τέσσερα παληκάρια πήρανε τον Επιτάφιο στα χέρια, θα τον γυρίζανε σ’ όλο το χωριό. Τα ξαπτέρυγα μπροστά, πίσω ο παπάς, με τους ψαλτάδες μετά ο επιτάφιος. Ο κόσμος με τα κεριά στο χέρι ψέλνανε το «Κύριε ελέησον» τρεις φορές. Φέτος τον πήγανε μέχρι τη Ράχη. . Η περιφορά τελείωσε και ξανά στην εκκλησία. Τα τέσσερα παληκάρια κρατάγανε τον επιτάφιο μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας να περάσει όλος ο κόσμος απουκάτου. Αν πέρναγες απου-κάτου θα ήσουνα όλο το χρόνο καλά. Η ολονυκτία τελείωσε. Τέλειωσαν τα εγκώμια, τέλειωσε και η περιφορά. Στιγμές θείες, εικόνες αξέχαστες….

 

Μεγάλο Σάββατο. Ο κόσμος στη σειρά να κοινωνήσει. Φεύγοντας παίρναμε και δυό λουλούδια από τον επιτάφιο, τα βάζαμε στο εικόνισμα. Προετοιμασίες για την άλλη μέρα, για τη μεγάλη Λαμπρή, για την Ανάσταση του Κυρίου. Όλο το χωριό στο πόδι. Έπρεπε να φτιάξουμε τα κουλούρια, να βάψουμε και τ’ αυγά. Η μάννα ετοίμασε το προζύμι για τα κουλούρια,, τα μεθυσμένα, έτσι τα λέγανε. Ήρθανε και οι γειτόνισσες να βοηθήσουν. Το προζύμι ήθελε πολύ ζύμωμα, αλλιώς τα κουλούρια δε πετυχαίνανε. Οι γυναίκες δέσανε ένα μαντίλι στο κεφάλι το κάνανε κουγιούτο, να μη πέσει καμιά τρίχα στο προζύμι. Το κοτσομπολιό και πάλι δεν έλλειψε.

 

Χθες βράδυ μωρή ήσουνα στην εκκλησία; ρώτησε για μια στιγμή η Ελένη τη Γιωργία. Μώρ’ ήτανε εκείνη η Παναγούλα πίσω μου και κείνο το ρημάδι το στόμα της δε τ’ όκλεισε μια στιγμή, ήθελα ν’ άξερα τι όλο έλεγε. Να προσκυνήσει τρομάρα της ήρθε ή να ξομπλιάσει;

 

Το προζύμι έγινε. Τα κουλούρια στα ταψιά και στο φούρνο. Σε λίγο γίνανε. Η μάννα με το φτιάρι του φούρνου τ’ άβγαζε ένα-ένα και τ’ άφηνε χάμου να κρυώσουνε. Άσπρα, αφράτα, πετύχανε, είπε η Κατερίνα. Εγώ τα λαχτάραγα, μου ερχότανε λιγούρα όπως τ’ άβλεπα έτσι μες τα ταψιά. Αχ!!! ν’ άχα ένα!!! Ζήτησα της μάννας.

 

-Είναι αρτημένα παιδάκι μου, έχουνε λάδι, μούπε χωρίς να με κοιτάξει καθόλου. Σήμερα Μεγάλο Σάββατο κάνει να φας; Δεν είδες τι λένε τα χαρτιά; «Όλα τα Σάββατα καταλύονται πλην του Μεγάλου Σαββάτου». Εγώ αγράμματη είμαι αλλά το ξέρω. Τα κουλούρια μοσχομυρίζανε, σκέτος πειρασμός, άντε να κρατηθείς.

 

-Ένα ρε μάννα, ένα σου λέω!!! Αφού το πρωί μετάλαβα, δε κάνει να φάω ένα;

 

-Φύγε ρε παιδάκι μου σου είπα, άντε κείθε να παίξεις!!! Άσε με να κάνω δουλειά!!! Αύριο που είναι Λαμπρή θα στα δώσω να τα φας όλα να χορτάσεις. Τόπε για να με διώξει.

 

-Κάνε πέρα σου είπα θα καείς, δεν ακούς;

 

Εγώ μόνο που δεν είχα χωθεί μες το φούρνο. Τι να κάνουμε τα χαρτιά το λέγανε, το Μεγάλο Σάββατο ούτε λάδι. Έφυγα κλαίγοντας.

Sfedona.gr

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ