Ποιες ζωές αξίζουν περισσότερο;

Μαρία Γκασούκα

 

 Στην ιερή μνήμη των 145 δολοφονημένων μαθητριών του Ιράν

 

Υπάρχουν θάνατοι που γίνονται πρωτοσέλιδα. Και υπάρχουν θάνατοι που γίνονται υποσημειώσεις. Σε κάθε πολεμική σύγκρουση επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: όταν το θύμα είναι φτωχό, μακρινό, ανώνυμο και, κυρίως, κορίτσι (και παιδί γενικότερα), τότε η είδηση περιορίζεται σε έναν ψυχρό αριθμό ή το πολύ σε κάποια λόγια θλίψης και συμπάθειας. Οταν όμως ένα θραύσμα πέφτει κοντά σε χώρο εξουσίας, πλούτου ή διεθνούς λάμψης, ο τόνος αλλάζει: «σοκ», «πρόκληση», «παγκόσμια ανησυχία».

 

Δεν υπερασπίζομαι κανένα θεοκρατικό καθεστώς. Το ιρανικό κράτος καταπιέζει και δολοφονεί γυναίκες, φυλακίζει αντιφρονούντες, ποινικοποιεί τη διαφορετικότητα. Δεν έχω καμία αυταπάτη για τον αυταρχισμό του. Οπως δεν έχω αυταπάτες για τον κυνισμό του μιλιταρισμού, είτε εκφράζεται από τον νεοφασίστα Ντόναλντ Τραμπ είτε από τον διεθνή εγκληματία Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν· οι άμαχες/οι μένουν πάντα εκτεθειμένες/οι. Ιδίως οι γυναίκες και τα κορίτσια. Και σίγουρα η ιεράρχηση του πένθους αποτελεί πολιτική πράξη.

 

Ομως, αυτό που με εξαγριώνει δεν είναι μόνο ο πόλεμος. Είναι ο τρόπος που τον προσεγγίζει η δημόσια αφήγηση, τα ΜΜΕ κάθε είδους. Πιο συγκεκριμένα, όταν σκοτώνονται παιδιά λ.χ., η γλώσσα γίνεται παθητική: «Βρέθηκαν κοντά σε στόχο», «Ηταν παράπλευρες απώλειες». Σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο. Σαν να μην υπήρξε ποτέ απόφαση, στρατηγική, αξιολόγηση κινδύνου. Οταν όμως απειλείται χώρος πλούτου και διεθνούς κύρους, όπως το γνωστό πολυτελές ξενοδοχείο στο Ντουμπάι, η αφήγηση γεμίζει συναίσθημα: «Απαράδεκτο», «Επίθεση στην καρδιά της σταθερότητας», «Χώρος που επισκέπτονται συχνά μεγιστάνες του πλούτου, αστέρες του Χόλιγουντ» κ.λπ. Και προφανώς δεν πρόκειται για απλή αστοχία έκφρασης. Κάθε άλλο. Είναι γεωπολιτική, ταξική και έμφυλη ιεράρχηση της ζωής.

 

Ετσι ή αλλιώς, ο πόλεμος ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι υπόθεση ανδρικών εξουσιών. Ανδρικά επιτελεία αποφασίζουν. Ανδρικά συμβούλια ασφαλείας συνεδριάζουν. Ανδρες εμφανίζονται στα πάνελ για να μιλήσουν για «αποτροπή» και «στρατηγική υπεροχή», την ίδια στιγμή που γυναίκες και παιδιά πληρώνουν το τίμημα. Και το γεγονός οδηγεί στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, πως η πατριαρχία δεν είναι μόνο ζήτημα οικογενειακού δικαίου ή μισθολογικής ανισότητας. Αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες του τρόπου που οργανώνεται η ίδια η βία στον κόσμο. Είναι η κανονικοποίηση της στρατιωτικής ισχύος ως μέτρου κύρους. Συνάδει δε με την ταξική αντίληψη ότι η «ασφάλεια» διασφαλίζεται με πυραύλους και όχι με δικαιοσύνη. Ωστόσο, δεν υπάρχει «καλός» βομβαρδισμός. Δεν υπάρχει «ανθρωπιστική» παράπλευρη απώλεια. Υπάρχει μόνο η κυνική αποδοχή ότι κάποιες ζωές θεωρούνται διαπραγματεύσιμες. Και σίγουρα τα ΜΜΕ, διεθνή και ελληνικά, οφείλουν να αναρωτηθούν:

 

Γιατί ορισμένα θύματα έχουν πρόσωπο, βιογραφία και φωτογραφία, ενώ άλλα παραμένουν αριθμοί, όπως λ.χ. 145 μαθήτριες δημοτικού σχολείου (αν και αρκετά Μέσα της χώρας μας αναφέρθηκαν σε…μαθητές, εξαφανίζοντας χωρίς ντροπή το φύλο των δολοφονημένων κοριτσιών!); Ποιος/α αποφασίζει για το ποια τραγωδία αξίζει εκτενές ρεπορτάζ και ποια μια σύντομη αναφορά; Με ποια κριτήρια;

 

Με βάση τα προαναφερόμενα τίθεται εύλογα το ερώτημα: Και πού βρίσκεται η Αριστερά, ο προοδευτικός κόσμος ευρύτερα, πού βρισκόμαστε όλες/οι εμείς σε όλα αυτά; Η άποψή μου είναι πως πρέπει να αρνηθούμε συνειδητά και έμπρακτα την παγίδα των γεωπολιτικών στρατοπέδων. Η θέση μας δεν είναι «με τον έναν» ή «με τον άλλον». Είναι με τις/ους αμάχους. Με τις γυναίκες και τα κορίτσια που ζουν ανάμεσα σε θεοκρατία και βόμβες. Με τα παιδιά που γεννήθηκαν σε λάθος γεωγραφικό μήκος, ειδικότερα τα θηλυκά παιδιά. Αν δεν απορρίψουμε τη λογική που ιεραρχεί ζωές, τότε έχουμε ήδη αποδεχτεί το πιο σκοτεινό αξίωμα της πατριαρχικής (όπως και της καπιταλιστικής άλλωστε) εξουσίας: ότι κάποιοι/ες αξίζουν να ζουν περισσότερο από άλλες/ους. Κι αυτό για μένα είναι το πιο τρομακτικό από όλα.

 

ΜΑΡΙΑ ΓΚΑΣΟΥΚΑ: Βιβλία & Βιογραφία - Βιβλιοπωλείο Πολιτεία

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ