Κατερίνα Κοκκαλιάρη
Με σαφές το μήνυμα πως οι δύο πλευρές θέλουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας -χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως τα ακανθώδη ζητήματα δεν παραμένουν- έγινε η συνάντηση
Με σαφές το μήνυμα πως οι δύο πλευρές θέλουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας -χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως τα ακανθώδη ζητήματα δεν παραμένουν- έγινε χθες (11/2) η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι δύο πλευρές επιχείρησαν να ξαναπιάσουν το νήμα του διαλόγου και ικανοποίηση υπάρχει για το γεγονός πως δεν υπήρξαν νέες αναταράξεις στα «νερά» παρά τις διαφορές που ετέθησαν εκ νέου αλλά σε ήπιους τόνους.
Τα τρία συμπεράσματα
Τα βασικά συμπεράσματα από τη χθεσινή συνάντηση στην Άγκυρα είναι τρία:
1. Μέσα σε ένα διεθνές σκηνικό έντονης ρευστότητας- και ενώ η προσοχή της διεθνούς κοινότητας είναι στραμμένη στην περιοχή - η Αθήνα και η Άγκυρα δεν θέλουν να ανοίξουν νέα θέματα και εκπέμπουν μήνυμα συνέχισης τους διαλόγου.
Με αυτά τα δεδομένα οι δύο πλευρές επιχειρούν να προτάξουν μία θετική ατζέντα - κυρίως στο πεδίο της οικονομίας όπου στόχος είναι ο όγκος του διμερούς εμπορίου να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια - και να συνεχίσουν την συνεργασία σε θέματα όπως το μεταναστευτικό (κάτι που ενδιαφέρει ιδιαιτέρως την Αθήνα).
2. Στη χθεσινή συνάντηση έγινε σαφής εκ νέου η απόσταση που υπάρχει σε μία σειρά θεμάτων, κάτι που βέβαια δεν αποτέλεσε έκπληξη. Η ελληνική θέση παραμένει σταθερή: η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε πως «είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;», κάνοντας με τον τρόπο αυτό μία σαφή αναφορά στο casus belli. Παράλληλα αναφέρθηκε στο Κυπριακό, ενώ υπογράμμισε πως η Συνθήκη της Λωζάνης «προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία» όταν ο κ. Ερντογάν μίλησε για «τουρκική» μειονότητα (αναφερόμενος στη μουσουλμανική μειονότητα).
Από την πλευρά του ο Τούρκος πρόεδρος μίλησε για «υφιστάμενα ζητήματα» που όπως είπε «είναι ακανθώδη», προσθέτοντας πως «δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση». Να σημειωθεί ακόμα πως ο κ. Ερντογάν επέλεξε να αναφερθεί σε ένα θέμα που ενδιαφέρει εντόνως την Άγκυρα, λέγοντας πως η συμμετοχή της Τουρκίας στις αμυντικές πρωτοβουλίες της Ευρώπης είναι προς το κοινό συμφέρον και των δύο χωρών.
3. Αυτή τη στιγμή πάντως δεν υπάρχουν τα περιθώρια να προχωρήσει ο διάλογος στη βαριά ατζέντα. Θεαματικές κινήσεις δεν αναμένονται το επόμενο διάστημα και το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κάποιος σε αυτή τη συγκυρία είναι να διατηρηθούν ήρεμα τα «νερά» και να μην εντείνει η τουρκική πλευρά το αναθεωρητικό της αφήγημα. Πάντως, το γεγονός πως ο Τούρκος πρόεδρος - όπως ήδη αναφέρθηκε - μίλησε για ζητήματα που «δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου» αποτιμάται θετικά στην Αθήνα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αναμένονται ουσιαστικές πρωτοβουλίες το προσεχές διάστημα.

Πώς διαβάζει το τοπίο η κυβέρνηση
Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν πως έγινε μία ειλικρινής συζήτηση που τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Προσέθεταν πως οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Ενδεικτική ήταν η τοποθέτηση του πρωθυπουργού, που σημείωσε «καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα, μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το Διεθνές Δίκαιο». Προσέθεσε «ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, είμαστε πάντα προσηλωμένοι στον διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό».












