Υποκλοπές: Δημοσιεύθηκε η απόφαση του δικαστηρίου – Θα διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών


ΑΝΤΩΝΙΑ ΞΥΝΟΥ

 

Στις συνολικά 1930 σελίδες, ο πρόεδρος Νικ. Ασκιανάκης παραθέτει αναλυτικά το σκεπτικό του που οδήγησε στην ενοχή των τεσσάρων.

 

Στην επόμενη “φάση” μπαίνει πλέον η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών μέσω του παράνομου λογισμικού Predator, αφού τη Δευτέρα (23/3) και με ταχύτατους ρυθμούς καθαρογράφθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας με την οποία οι τέσσερις εκπρόσωποι των εμπλεκόμενων εταιριών καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 126 ετών (εκτιτέα τα 8 χρόνια) για πλημμεληματικές πράξεις.

 

Στις συνολικά 1930 σελίδες, ο πρόεδρος Νικ. Ασκιανάκης παραθέτει αναλυτικά το σκεπτικό του που οδήγησε στην ενοχή των Τ. Ντίλιαν, Σ. Χάμου, Ιω. Λαβράνου και Φ. Μπίτζιου, αλλά και στους λόγους που τον έκαναν να υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση για διαβίβαση των πρακτικών τη δίκης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας για περαιτέρω ενέργειες, όπως για διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας και από τρίτα πρόσωπα. Η καθαρογραφή της απόφασης σηματοδοτεί άλλωστε και το «πράσινο» φως για τις εισαγγελικές αρχές ώστε να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα η οποία σημειωτέων θα πρέπει να κινηθεί με γοργούς ρυθμούς ελέω παραγραφής.

 

Ειδικότερα, στην απόφαση στην οποία περιλαμβάνεται όλη η ακροαματική διαδικασία, με τις καταθέσεις των μαρτύρων, την εισαγγελική πρόταση αλλά και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος και ο χρόνος ίδρυσης των εμπλεκόμενων εταιρειών μεταξύ των οποίων η Intellexa και η Krikel, αλλά και ο τρόπος λειτουργίας του παράνομου λογισμικού.

 

Η κατασκοπεία

 

Ειδικά για το αδίκημα της κατασκοπείας, η δικαστική ετυμηγορία αναφέρει τα θύματα των υποκλοπών που αν και δεν άσκησαν τα δικαιώματά τους ενώπιον της ποινικής Δικαιοσύνης, η ιδιότητά τους ως κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να κινητοποιήσει αυτεπαγγέλτως τις αρχές.

 

Λέει χαρακτηριστικά: “Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού με δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης στα αρχεία καταγραφής και την έκταση των δεδομένων που μπορεί να αποσπασθούν σε συνδυασμό με τους αποδέκτες των μηνυμάτων που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το λογισμικό κατασκοπείας «Predator», μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχαήλ Χρυσοχοϊδης, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Νικόλαος Δένδιας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Μιχαήλ Καραμαλάκης και άλλων Υπουργών που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες (κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ) αλλά και των απόρρητων κρατικών εγγράφων που ο πρώην Υπουργός και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας κ. Χρήστος Σπίρτζης διατηρούσε στην κινητή τηλεφωνική του συσκευή σε ηλεκτρονικά μηνύματα (emails), τα οποία εισφέρθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα και μπορούσαν να υποκλαπούν (τα οποία αφορούσαν διαπραγματεύσεις για την μεταβολή του νομικού καθεστώτος σε σχέση με την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), την αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος στήριξης της Ελλάδας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) και τηλεγράφημα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι, αναφορικά με την εγκαθίδρυση νέας γραμμής αεροπορικής σύνδεσης Ντουμπάι – Νέα Υόρκη μέσω Αθήνας), καταδεικνύεται ότι ενόψει των εν λόγω νέων στοιχείων πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω και να επανεξετασθεί η τυχόν τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων και των τυχόν τρίτων συμμετόχων και άλλων αξιόποινων πράξεων και δη της κατασκοπείας του αρ. 148 ΠΚ (τουλάχιστον υπό τη μορφή της απόπειρας). Σημειώνεται δε ότι δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου τυχόν ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη, μεταξύ των ενδίκων αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και της κατασκοπείας υφίσταται αληθινή συρροή λόγω της ετερότητας των προστατευόμενων εννόμων αγαθών”.

 

Ο ρόλος της ΕΥΠ

 

Μάλιστα, κάνει ρητή αναφορά στον πωλητή της Cosmote, Κ. Πετρίση, ο οποίος κατά τον Αιμίλιο Κοσμίδη γνωστό και ως τον κρεοπώλη – ιδιοκτήτη της κάρτας με την οποία αγοράστηκαν επιμολυσμένα μηνύματα, συνεργαζόταν και στην ΕΥΠ: Μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά του Κωνσταντίνου Πετρίση -όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τον προαναφερόμενο μάρτυρα Αιμίλιο Κοσμίδη– ο οποίος αφενός μεν απασχολούνταν στο κατάστημα Cosmote από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα αφετέρου δε, είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα, ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτηριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel-βλ. σχετικές επισκοπηθείσες φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις”.

 

Σε άλλο δε σημείο της απόφασης, το δικαστήριο επισημαίνει για την εμπλοκή της ΕΥΠ ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν για τη συμμετοχή προσώπων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στις ένδικες παρακολουθήσεις, “ανέφεραν για ενιαίο (κοινό) κέντρο συντονισμού, που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την σύμπραξη και συμβολή των κατηγορουμένων (υποδομή, τεχνογνωσία, εκπαίδευση, διαρκής υποστήριξη, πρόσβαση και πληροφόρηση των δεδομένων) αναδεικνύοντας έτσι τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην εγκληματική δράση τους”.

 

Η Intellexa

 

Ως προς τον Όμιλο Intellexa καταγράφεται πως συνέχισε τη λειτουργία του και μετά τη δημοσιοποίηση των τηλεφωνικών υποκλοπών, σίγουρα μετά το έτος 2022.

 

Ειδικότερα, ο Νικ. Ασκιανάκης επισημαίνει ότι “η δραστηριότητα των εταιριών του Ομίλου Intellexa συνέχισε και μετά την επίδικη περίοδο, σίγουρα έως και το έτος 2024 (βλ. ιδίως την κατάθεση του Παναγιώτη Κούτσιου), απασχολώντας τους ίδιους εργαζόμενους μέσω τρίτων εταιριών (ADDAPP Technologies, IANUS MAE και Remote Greece), λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η Intellexa εμπορεύεται και διακινεί αποκλειστικά κατασκοπευτικά λογισμικά και συσκευές παρακολούθησης”. Για τον λόγο, αυτό κρίνει ότι πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων και των τυχόν λοιπών συμμετόχων του αδικήματος του άρθρου 370 ΣΤ ΠΚ, το οποίο απαγορεύει την παραγωγή, προμήθεια, εισαγωγή, εξαγωγή, διακίνηση αντίστοιχων με το επίδικο κατασκοπευτικών λογισμικών και άλλων συσκευών παρακολούθησης για το χρονικό διάστημα μετά την θέσπισή του με το αρ. 12 του ν. Ν.5002/2022, ήτοι από 9-12-2022 και εντεύθεν.

 

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο ρόλος και ο σκοπός του Ομίλου, ο οποίος πουλούσε ολοκληρωμένες υπηρεσίες στον τομέα των παρακολουθήσεων, όπου τα δεδομένα δεν έρχονταν μόνο για αποθήκευση αλλά και για ανάλυση μέσω ολοκληρωμένων εφαρμογών (big data analysis), με στόχο τη δημιουργία εξάρτησης των πελατών του από την Intellexa με συνεχή υποστήριξη και παροχή υπηρεσιών.

 

“Οι κατηγορούμενοι όμως πέραν της εμπορικής δραστηριότητας προέβησαν από κοινού και στη χρήση του λογισμικού παρακολούθησης εντός της ελληνικής επικράτειας” αναφέρεται και εξηγεί: “Υπό αυτές τις συνθήκες οι κατηγορούμενοι από κοινού και κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με την σύμπραξη και άλλων στελεχών και εργαζομένων των προαναφερόμενων συσχετιζόμενων εταιριών, αφού κατασκεύασαν συνδέσμους (links) επιμόλυνσης με το προαναφερόμενο λογισμικό παρακολούθησης απέστειλαν μηνύματα (sms) σε διάφορους αποδέκτες που επέλεξαν, προκειμένου να επέμβουν στις κινητές συσκευές τους, που αποτελούν τόσο σύστημα αρχειοθέτησης (κατά την έννοια του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 4624/2019) όσο και σύστημα πληροφοριών (κατά την έννοια του άρθρου 370 Β παρ. 1 ΠΚ) και να λάβουν γνώση των προσωπικών δεδομένων τους, τις προφορικές συνδιαλέξεις με τρίτους και να αποκτήσουν πρόσβαση στα ηλεκτρονικά δεδομένα αυτών”.

 

Τα “μολυσμένα” μηνύματα

 

Τέλος, αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία ότι “περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2021, οπότε και ξεκίνησε η μαζική αποστολή μηνυμάτων με επιμολυσμένους συνδέσμους (links) προς τους παθόντες (βλ. ιδίως την 26η-01-2021 οπότε και απεστάλη, με φερόμενο αποστολέα τον τηλεφωνικό αριθμό του Γενικού Γραμματέα κ. Γρηγόρη Δημητριάδη, σε ένδεκα αποδέκτες ευχαριστήριο μήνυμα για ευχές), υπεβλήθησαν αιτήματα προς την «Hostmein» για την εγκατάσταση νέων διακομιστών, ενώ παράλληλα με την προαναφερόμενη από 17-02-2023 τροποποιητική σύμβαση τετραπλασιάστηκε ο όγκος δεδομένων της καμπίνας από 10U σε 42U και αναβαθμίστηκε η ταχύτητα δεδομένων από 100 σε 200Μbs. Από το συνδυασμό των παραπάνω καταδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι σε σύμπραξη με έτερους εργαζόμενους αναβάθμισαν και προετοίμασαν πλήρως την υποδομή τους για την εφαρμογή και αποπεράτωση του εγκληματικού τους σχεδίου με την αποστολή περαιτέρω μηνυμάτων προς τους στόχους που είχαν επιλέξει να παρακολουθήσουν μέσω των κινητών τους συσκευών”.

 

Η συμβολή της Δημοσιογραφίας

 

Ξεχωριστή μνεία κάνει ο Νικ. Ασκιανάκης στο ρόλο που η δημοσιογραφική έρευνα είχε για την ανάδειξη της αλήθειας, παραθέτοντας τις μαρτυρικές καταθέσεις δημοσιογράφων που καταπιάστηκαν με το θέμα των τηλεφωνικών υποκλοπών και του Predator, ερχόμενοι σε επαφή με πηγές που γνώριζαν εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά, τις οποίες ουδέποτε κατονόμασαν.

 

Αναφέρεται μεταξύ άλλων: “Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχει έρεισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που δεόντως αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ των οποίων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου και ιδίως των Αθανασίου ΚουκάκηΔημητρίου Τερζή, Νικολάου Λεοντόπουλου, Κωνσταντίνου Βαξεβάνη, Αναστασίου Τέλλογλου, Βασιλείου Λαμπρόπουλου, Ελίζας – Σταματίνας Τριανταφύλλου και Ευαγγελίας Κατσούδα, που επιβεβαιώνουν τα σε βάρος των κατηγορουμένων περιστατικά, τα οποία οι τελευταίοι δεν μπόρεσαν να αντικρούσουν. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι οι μάρτυρες που έφεραν την δημοσιογραφική ιδιότητα, διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή τους ότι είχαν διενεργήσει προσωπική έρευνα για όσα κατέθεσαν, στα οποία και περιορίστηκαν, χωρίς να προβαίνουν σε εκτίμηση και κρίση δημοσιευμάτων άλλων συναδέλφων τους, ενώ πολλοί εξ αυτών είχαν προσωπική επαφή με εμπλεκόμενα πρόσωπα, κυρίως εργαζομένους των εταιρειών του ομίλου Intellexa, οι οποίοι τους εκμυστηρεύτηκαν όσα περιήλθαν σε γνώση τους, το δε δημοσιογραφικό απόρρητο δεν τους επέτρεψε να αποκαλύψουν εκείνους από τους οποίους έλαβαν γνώση ως πηγή της μαρτυρίας τους, εξυπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο συμφέρον που απορρέει από το άρθρο 14 παρ. 2 του Συντάγματος και το αρ. 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην ακώλυτη ελευθερία του τύπου, την εχεμύθεια των πηγών πληροφόρησης και την εν γένει δραστηριότητα των ΜΜΕ”.

 

Τέλος, κατά την απόφαση, “οι εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, συνεκτιμώνται μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, μάλιστα, αυτές επαληθεύονται και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα συνεπάγεται στην αποδεικτική διαδικασία, απορριπτομένων των αντίθετων αιτιάσεων των κατηγορουμένων”.

 

Ο ρόλος του Citizen Lab

 

Καθόλα αξιόπιστο έκρινε το “Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο και τα αποτελέσματα των εκθέσεών του, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων.

 

Εξηγεί ανάμεσα σε άλλα η απόφαση πως “τα αποτελέσματα των εν λόγω εκθέσεων ουδόλως έχουν αναιρεθεί ή αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο από κάποιο άλλο αντίστοιχο εργαστήριο ή επιστημονικό φορέα, απεναντίας επαληθεύονται πλήρως και από τις έτερες εκθέσεις των λοιπών οργανισμών που αναγνώσθηκαν όπως της Διεθνούς Αμνηστίας, της Cisco Talos, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλά και των ομάδων ανάλυσης κινδύνου της Google και τις ομάδες κυβερνοασφάλειας της ΜΕΤΑ και της Apple”.

 

Και συνεχίζει: “Μάλιστα, η τελευταία προβαίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε αναβάθμιση των λειτουργικών της συστημάτων (iOS/iPadOS), ώστε να περιλαμβάνονται ενημερώσεις ασφαλείας για ευπάθειες και τρωτά σημεία (vulnerabilities) που έχουν εντοπιστεί από το πλέον εξειδικευμένο στους τομείς των ψηφιακών απειλών και των λογισμικών κατασκοπείας (spyware) ως άνω εργαστήριο «The Citizen Lab», το οποίο έχει συμβάλει στο παρελθόν στην ανακάλυψη αντίστοιχων με το επίδικο κατασκοπευτικών λογισμικών. Για την αξιοπιστία, άλλωστε, του εν λόγω εργαστηρίου αναφέρθηκαν στις μαρτυρικές τους καταθέσεις τόσο ο Στέφανος Γκρίτζαλης, καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς στην Ασφάλεια Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων μέλος στην ΑΔΑΕ, όσο και η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Άρτεμις – Μαίρη Σίφορντ, νομικός, ιδιωτική υπάλληλος ασχολούμενη με την πολιτική νομιμότητας και ασφάλειας σε εταιρίες τεχνολογίας (META, OPEN AI, ELEVEN LABS)”.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ