Η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε έναν πολύχρονο αγώνα των χριστιανικών πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο για ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς
Η Ελληνική Επανάστασηαποτέλεσε έναν πολύχρονο αγώνα των χριστιανικών πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο για ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς. Παρά τις θαρραλέες επιτυχίες και τις λαμπρές προσωπικότητες που αναδείχθηκαν από τον Αγώνα σε ξηρά και θάλασσα, η συγκεκριμένη περίοδος κατέγραψε και μαύρες στιγμές. Προδοσίες, δολοφονίες, αιματηροί εμφύλιοι και κακοδιοίκηση, που απειλούν ανά πάσα στιγμή να τινάξουν το όλο εγχείρημα στον αέρα.
Μέσα σε αυτή την περίοδο, που χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις, αναδείχθηκαν προσωπικότητες οι οποίες διέδωσαν το μήνυμα του ξεσηκωμού, ενέπνευσαν και στήριξαν την Επανάσταση των Ελλήνων, με ορισμένους εξ αυτούς να δίνουν και τη ζωή τους για τα υψηλά ιδανικά του αγώνα αυτού.
Αυτές οι προσωπικότητες ονομάστηκαν Φιλέλληνες, άνθρωποι διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και ιδιότητας, κυρίως από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, οι οποίοι, είτε εθελοντικά, είτε ως απεσταλμένοι από τις κυβερνήσεις τους, βοήθησαν σε όλα τα στάδια της Επανάστασης, όπως με συμμετοχή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με οικονομική ενίσχυση, μέσω της τέχνης ή άλλες δράσεις, που σκοπό είχαν να προβάλλουν την ελληνική προσπάθεια στο εξωτερικό.
Το ρεύμα του φιλελληνισμού
Το ρεύμα του φιλελληνισμού δεν ανακαλύφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο όρος εμφανίζεται από την αρχαιότητα, σε κείμενα μεγάλων φιλοσόφων και ιστοριογράφων, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη ενός «πανελλήνιου» κοινού απέναντι στην περσική επεκτατικότητα.
Το διαρκώς αυξανόμενο κύμα υποστήριξης του ελληνικού αγώνα του 1821οφείλεται εν πολλοίς στο κίνημα του Ρομαντισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο και στην πολιτισμική ταύτιση των Ευρωπαίων με το ελληνορωμαϊκό παρελθόν.
Ως προς τον Ρομαντισμό, εξιδανίκευε τον αγώνα των λαών για την ανεξαρτησία τους, με τις βαρβαρότητες των Οθωμανών (Ψαρά, Χίος κ.λπ.) να ευαισθητοποιούν σημαντικά τους Ευρωπαίους. Από την άλλη, ήδη από την Αναγέννηση οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης είχαν ταυτισθεί πολιτισμικά με το ελληνορωμαϊκό παρελθόν, όντας έτοιμοι ηθικά να στηρίξουν τους λεγόμενους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων στον αγώνα τους ενάντια στους βάρβαρους Οθωμανούς.
Σημαντικοί Φιλέλληνες στην Ελληνική Επανάσταση του 1821
Οι Φιλέλληνες που ήρθαν και πολέμησαν στην Ελλάδα είναι κατά προσέγγιση 1.200, με εκπροσώπηση από διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής (απ’ όπου έφτασε ο αφροαμερικανός Τζέιμς Τζέικομπ Γουίλιαμς). Από αυτούς, περίπου ένας στους τρεις έχασε τη ζωή του στο πεδίο της μάχης ή από συναφείς αιτίες.
Εκτός των πολεμιστών, όμως, υπήρξε κι ένας μεγάλος αριθμός από πνευματικούς, καλλιτεχνικούς και άλλους κύκλους, οι οποίοι συνέβαλαν με διάφορους τρόπους στην ενίσχυση των Ελλήνων στον αγώνα για ανεξαρτησία.
Λόρδος Βύρων (George Gordon Byron)

Ο Τζορτζ Γκόρντον Νόελ Μπάιρον, γνωστός ως Λόρδος Βύρων, αποτελεί για πολλούς η προσωπικότητα με απόλυτη ταύτιση με τον Φιλελληνισμό. Ο ποιητικός τρόπος σύνθεσης και σκέψης με την ονομασία «βυρωνισμός», με πρότυπο τον Λόρδο Βύρων, συνδέθηκε με τα κινήματα του Ρομαντισμού και του Φιλελευθερισμού και αναζωπύρωσε ολόκληρο το ρεύμα του Φιλελληνισμού. Μάλιστα, το εν λόγω κίνημα καθόρισε και την ελληνική σκέψη και δημιουργία, γνωρίζοντας το απόγειό του στα ελληνικά γράμματα κατά τη δεκαετία του 1860.
Όταν ενηλικιώθηκε το 1809, ο Μπάιρον ανέλαβε τη θέση του στη Βουλή των Λόρδων και στη συνέχεια ξεκίνησε μαζί με τον Τζον Χόμπχαουζ ένα μεγάλο ταξίδι στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Μεταξύ των σταθμών αυτών ήταν και η ελληνική επικράτεια.
Τον Σεπτέμβριο του 1809, ο λόρδος Μπάιρον κατέφτασε για πρώτη φορά σε ελληνικά εδάφη. Μεταξύ των περιοχών που είδε ο Μπάιρον ήταν η Πρέβεζα, τα Ιωάννινα και ο σταθμός της ζωής του μετέπειτα, το Μεσολόγγι. Σε αυτό το ταξίδι γνώρισε και τον Αλή Πασά αλλά και τους περίφημους Σουλιώτες.
Στα Ιωάννινα ξεκίνησε να συνθέτει τις πρώτες στροφές της μεγάλης ποιητικής του μυθιστορίας «Childe Harold’s Pilgrimage», όπου συνέχισε στη συνέχεια του ταξιδιού του προς την Αθήνα. Στον δρόμο προς την Αθήνα ο Μπάιρον γνώριζε ήδη για εμβληματικές προσωπικότητες του ελληνικού πνεύματος, όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Αθανάσιος Ψαλίδας.
Το οδοιπορικό του Μπάιρον στην Ελλάδα του εντυπώθηκε στη μνήμη. Η ελεύθερη και ανοιχτή ειλικρίνεια των Ελλήνων ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την αγγλική επιφυλακτικότητα και υποκρισία και συνέβαλε στη διεύρυνση των απόψεών του για τους ανθρώπους και τα ήθη.
Σημαντικό μέρος της ζωής του πέρασε στην Ιταλία ο λόρδος Βύρων, έχοντας σημαντική επαναστατική δράση μεταξύ άλλων. Ειδικότερα, μέσω της εμπλοκής του στην εθνικιστική οικογένεια της Τερέζα Γκουιτσιόλι («the Gambas»), ενεπλάκη στο κίνημα για την απελευθέρωση της βόρειας Ιταλίας από την αυστριακή κυριαρχία. Έγινε μέλος της Καρμποναρίας, μιας μυστικής επαναστατικής εταιρείας, και θεωρήθηκε από τις αυστριακές αρχές ως επικίνδυνος ανατρεπτικός.
Παρά την αποτυχία των φιλελεύθερων κινημάτων της Ιταλίας, οι ζυμώσεις που είχαν πραγματοποιηθεί ήταν καθοριστικής σημασίας στην ανάδειξη του Φιλελληνισμού των Άγγλων ποιητών. Τον Απρίλιο του 1823, επισκέφτηκαν τον Μπάιρον στη Γένοβα δύο απεσταλμένοι από την Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, προσκαλώντας τον να μεταβεί στην Ελλάδα ως διαμεσολαβητής εκ μέρους της Φιλελληνικής Επιτροπής, με κύριο ρόλο αυτόν του διαιτητή στις διενέξεις μεταξύ των Ελλήνων, αλλά και για να κατευθύνει τη βοήθεια που στέλνονταν στην Ελλάδα.
Ο Μπάιρον αποδέχθηκε την πρόσκληση των απεσταλμένων. Πρώτος σταθμός ήταν το Αργοστόλι Κεφαλληνίας στις 3 Αυγούστου 1823. Εκεί, συναντήθηκε με τον Άγγλο διοικητή Τσαρλς Τζέιμς Νέιπιερ. Έως το τέλος του έτους εγκαταστάθηκε στο χωριό Μεταξάτα, όπου μέχρι σήμερα μια προτομή του μεγάλου Φιλέλληνα κοσμεί την οικία που διέμεινε.
Συνάντησε ξανά τους Σουλιώτες (μετά το πρώτο του ταξίδι), ως διωκόμενους αυτή τη φορά, φροντίζοντας για την περίθαλψή τους και την ασφαλή μεταφορά τους στο Μεσολόγγι. Τις πρώτες ημέρες του 1824, με τους Έλληνες να γνωρίζουν ήδη για την άφιξή του Λόρδου Μπάιρον, οι κάτοικοι του Μεσολογγίου ανέμεναν με αγωνία την άφιξη του «Άγγλου λυτρωτή» τους.
Ο Λόρδος Βύρων, από ρομαντικός ποιητής χωρίς στρατιωτική πείρα, έλαβε το αξίωμα αρχιστρατήγου, προετοιμάζοντας μία σημαντική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ναυπάκτου, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε.
Ένα βασικό ζήτημα, για το οποίο προσέφερε σημαντική βοήθεια ο Μπάιρον, ήταν ο εξωτερικός δανεισμός του ελληνικού αγώνα. Ο δανεισμός ήταν απαραίτητος, καθώς θα επέτρεπε τη ναύλωση σύγχρονου στόλου, αγορά πολεμοφοδίων, την αποφυγή των εμφύλιων συγκρούσεων και, τελικώς, την καλύτερη αντιμετώπιση του εχθρού.
Ο Λόρδος Βύρων συνέβαλε με τη σειρά του σε αυτή την προσπάθεια, πληρώνοντας προκαταβολικά μέρος του εθνικού δανείου από δικούς του πόρους, ενώ νωρίτερα είχε χρηματοδοτήσει το πρώτο ταξίδι του Ορλάνδου και του Λουριώτη στο Λονδίνο για τις διαπραγματεύσεις του πρώτου δανείου.
Η παρουσία του Βύρωνα στην Ελλάδα ήταν, για πολλούς, ο καταλύτης στη χορήγηση του πρώτου δανείου από τη Μεγάλη Βρετανία τον Φεβρουάριο του 1824. Ο ίδιος ορίσθηκε επίτροπος για τη διαχείρισή του, από κοινού με τους Λάζαρο Κουντουριώτη και συνταγματάρχη Στάνχοπ.
Παρά τον σημαντικό «αγώνα» που έδωσε για την αποφυγή των εσωτερικών συγκρούσεων και την ενίσχυση του ελληνικού αγώνα, ο Λόρδος Βύρων δεν θα προλάβαινε να βρεθεί στο πεδίο της μάχης. Έπειτα από επτά ημέρες υψηλού πυρετού, τον οποίο προκάλεσε κάποια απροσδιόριστη ασθένεια, ο Μπάιρον έφυγε από τη ζωή στις 19 Απριλίου1824, στο Μεσολόγγι. Η κηδεία του έλαβε τιμές ήρωα, με την πόλη του Μεσολογγίου να πενθεί για την απώλεια του Άγγλου ρομαντικού.
Έντουαρντ Κόδρινγκτον (Sir Edward Codrington)

Ο Έντουαρντ Κόδρινγκτον ήταν Βρετανός ναύαρχος και πολιτικός, διοικητής του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου, διοικητής του Συμμαχικού στόλου στη ναυμαχία του Ναβαρίνου και σημαντικός Φιλέλληνας. Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, με τη δράση του να μην περιορίζεται μόνο εκεί.
Ήδη, από το 1822, ο Κόδρινγκτον ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, καλλιεργώντας σταδιακά τα φιλελληνικά του αισθήματα. Κατά το διάστημα 1822-26, υπηρέτησε σε επιτελικές υπηρεσίες στη Μεγάλη Βρετανία και αποτελούσε μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, προωθώντας τους εράνους του φορέα.
Παράλληλα, το 1826, ξεκίνησε να διατηρεί αλληλογραφία με διάφορους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού και Ναυτικού, με τον στρατηγό Ρίτσαρντ Τσερτς και τον ναύαρχο Τόμας Κόχραν να αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα που διατηρούσε επικοινωνία.
Αυτές οι γνωριμίες συνέβαλαν ώστε να ριζωθεί το αίσθημα Φιλελληνισμού στον Κόδρινγκτον, αλλά και να μάθει περισσότερα για την κατάσταση στον ελλαδικό χώρο, τις γεωστρατηγικές παραμέτρους της περιοχής, τις ισορροπίες των δυνάμεων και τον ρόλο των Τούρκων και Αιγυπτίων στον αγώνα αυτό. Όλα τα παραπάνω έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης.
Μετά τον Απρίλιο του 1826 και τα γεγονότα του Μεσολογγίου, ήταν το διάστημα που αναπτύχθηκε σημαντικά το κίνημα του Φιλελληνισμού, με τις Μεγάλες Δυνάμεις να αποφασίζουν να παρέμβουν. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827 και την αποστολή στόλων από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Κόδρινγκτον είχε ενεργό ρόλο.
Ήδη, από το 1826, είχε διοριστεί διοικητής του Βρετανικού Μεσογειακού Στόλου, αλληλογραφώντας με τον Τσερτς, τον Κόχραν, τον Χέιστινγκς και άλλους Έλληνες αξιωματούχους, ενεργώντας κατά κάποιο τρόπο ως σύνδεσμος μεταξύ των Ελλήνων και της βρετανικής κυβέρνησης.
Η μετέπειτα δράση του Κόδρινγκτον ήταν καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά, επέτρεψε στον Βρετανό ναύαρχο και ανιψιό του πρώην διοικητή του, Τόμας Κόχραν, να συνεχίσει κρίσιμες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Κορινθιακό Κόλπο. Έτσι, ο Χέιστινγκς κατάφερε δίχως αντίσταση να εξουδετερώσει ολόκληρο τον τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό Κόλπο. Αυτή η νίκη ήταν απαραίτητη για την πρόοδο των επιχειρήσεων για την απελευθέρωση της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Μετέπειτα, επέτρεψε στον ελληνικό στρατό να δημιουργήσει επαναστατικά οχυρά στην Ήπειρο και στον στρατηγό Τσερτς να στείλει στρατό εναντίον τουρκικών θέσεων στην περιοχή της Πάτρας και της δυτικής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Παρά τις σημαντικές διευκολύνσεις που προσέφερε ο Κόδριγκτον στον αγώνα τον Ελλήνων, καθοριστικό ρόλο είχε και στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Με τις βιαιότητες από τους Τουρκοαιγύπτιους προς τους Έλληνες να συνεχίζονται, οι Μεγάλες Δυνάμεις, με διοικητή του στόλου τον Κόδρινγκτον, απέστειλαν δυνάμεις για αναχαίτιση της κατάστασης.
Αγνοώντας τις επίσημες οδηγίες για ειρηνική επίλυση του ζητήματος, ο Κόδρινγκτον, ο Χέυδεν (Ρωσία) κι ο Δεριγνύ (Γαλλία), συνέτριψαν τον εχθρικό στόλο, που βρισκόταν στον κόλπο του Ναβαρίνου της Μεσσηνίας. Η μάχη αυτή άνοιγε τον δρόμο διάπλατα για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ωστόσο, η απόφαση του Κόδρινγκτον επέφερε συνέπειες από την αγγλική πλευρά, καθώς προέβλεπε την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως νίκη των Γάλλων και κυρίως των Ρώσων.
Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος (Jean-Gabriel Eynard)

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα, που συνδύαζε μεταξύ άλλων το ταλέντο του διπλωμάτη και του οικονομικού συμβούλου υψηλού επιπέδου.
Η γνωριμία του με τον Ιωάννη Καποδίστρια στο Συνέδριο της Βιέννης ήταν καταλύτης στη μετέπειτα δράση του υπέρ του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και ανάπτυξης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στη συνέχεια.
Η διορατικότητα και βαθιά γνώση των συνθηκών της περιόδου από τον Εϋνάρδο τον οδήγησαν σε ορθές αποφάσεις για το ελληνικό ζήτημα. Ειδικότερα, κατευθύνθηκε στην υλική ενίσχυση του αγώνα σε χρήματα και εφόδια, και άσκηση διπλωματικής και πολιτικής επιρροής για την άμβλυνση της αντίδρασης της Ιερής Συμμαχίας στον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Προς επίτευξη αυτών των στόχων, οργάνωσε τα φιλελληνικά κομιτάτα και την εκστρατεία ενημέρωσης για τον αγώνα των Ελλήνων.
Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Ελλάδα μετέπειτα, ο Εϋνάρδος αναμείχθηκε άμεσα με τον ελληνικό αγώνα. Πολύ σύντομα, ίδρυσε μαζί με άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, την πρώτη Φιλελληνική επιτροπή της Γενεύης. Παράλληλα, έγινε ο οργανωτής και συντονιστής όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης. Αυτά τα κομιτάτα συνέβαλαν στον αγώνα με εράνους, δημόσιες συνεισφορές και διαφώτιση της κοινής γνώμης. Τα επόμενα χρόνια ο Εϋνάρδος συνέβαλε τα μέγιστα στη χρηματοδότηση του αγώνα, διευκολύνοντας και ενισχύοντας οικονομικά την αποστολή ξένων εθελοντών, τροφίμων, πολεμοφοδίων και χρηματικών ποσών στους αγωνιζόμενους Έλληνες.
Παράλληλα, κατά το διάστημα 1827-1832, συνέβαλε καθοριστικά στον χειρισμό σημαντικών διπλωματικών εμποδίων για την Ελλάδα, επηρεάζοντας σημαντικά τις αποφάσεις του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827 και του Παρισιού στα 1829-30. Προς τιμήν της συνολικής συνεισφοράς του Ιωάννου Εϋνάρδου στον ελληνικό αγώνα, τον Μάιο του 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα του απένειμε τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια «πολιτογραφούσα αυτόν αληθή Έλληνα και πολίτην της Ελλάδος».
Με τον Ιωάννη Καποδίστρια κυβερνήτη της Ελλάδας, ο ρόλος του Εϋνάρδου αναβαθμίστηκε. Μεταξύ άλλων, συνέβαλε στην ίδρυση της γεωπονικής σχολής Τύρινθας, στη δημιουργία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας και στη χορήγηση κρατικών δανείων που είχαν αρνηθεί στην Ελλάδα οι Δυνάμεις.
Το 1830, η πόλη της Θήβας έδωσε το όνομα του Ιωάννου Εϋνάρδου στη μεγαλύτερη πλατεία της, ενώ το 1837 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε την ανέγερση μνημείου στην πλατεία, «εις τιμήν του ευκλεούς τούτου ανδρός και ευεργέτου της πατρίδος».
Βίλχελμ Μύλερ (Johann Ludwig Wilhelm Müller)
![]()
Ο Βίλχελμ Μύλερ ήταν ένας από τους κύριους εκφραστές του Γερμανικού Ρομαντισμού και σημαντικότερους Φιλέλληνες στον χώρο του πνεύματος. Ήδη, από την ηλικία των 18, ο Μύλερ ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, όταν κατά τη φοίτησή του στο πανεπιστήμιο ανέπτυξε ενδιαφέρον στα κλασικά πολιτιστικά αγαθά και πρότυπα, τη ζωντανή λογοτεχνική παράδοση και τη σύγχρονη γερμανική και διεθνή λογοτεχνία.
Σημαντικός σταθμός στη ζωή του Μύλερ ήταν η γνωριμία και συμπόρευση με τον βαρόνο Άλμπερτ φον Σακ. Ο Σακ προγραμμάτισε ένα ταξίδι στην Ελλάδα και την Ανατολή και στράφηκε στην Ακαδημία προς εύρεση συνοδού. Ο Μύλερ δέχθηκε την πρόταση και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι προς την Ελλάδα.
Πρώτος σταθμός ήταν η Βιέννη, όπου ο νεαρός τότε συγγραφέας, έλαβε τα πρώτα ερεθίσματα από τον ελληνικό πολιτισμό. Εκεί, παροτρύνθηκε ώστε να λάβει γνώσεις της νέας ελληνικής γλώσσας, ενώ παράλληλα συναναστράφηκε αρκετούς εξόριστους Έλληνες, οι οποίοι ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.
Αυτές οι εμπειρίες έδωσαν στον Μύλερ την πρώτη επαφή με τις πολιτικές και ιδεολογικές τους ζυμώσεις και προσδοκίες. Εκεί καλλιεργήθηκε η ταύτιση του με τον ελληνικό αγώνα για απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό.
Από το 1821 και έπειτα ασχολήθηκε ενεργά με την Ελλάδα, τόσο εκδοτικά, όσο και λογοτεχνικά και μεταφραστικά, με τον Φιλελληνισμό του να μην περιορίζεται μόνο στην ποίηση.
Στα «Τραγούδια των Ελλήνων» («Lieder der Griechen») ανακάλυψε τον «πολιτικό λυρισμό», λαμβάνοντας ως πρότυπά του, έξω από τον γερμανικό χώρο, τον Λόρδο Βύρωνα και τον Βερανζέρο, επιθυμώντας να εκφράσει έναν αντίστοιχο μαχητικό φιλελευθερισμό. Ξεκίνησε να τα συντάσσει από τα πρώτα κιόλας βήματα της επανάστασης, όταν όλα ήταν εξαιρετικά ρευστά.
Το 1822, η λογοτεχνική αναφορά του Μύλερ αφορούσε τη μάχη του Πέτα, όταν πληθώρα Φιλελλήνων επέστρεψαν στις πατρίδες τους απογοητευμένοι μετά τη μάχη. Συμπληρωματικά, το ίδιο έτος, εξέδωσε ένα δεύτερο τεύχος με οκτώ ποιήματα, εξυμνώντας το ελληνικό έθνος. Χαρακτηριστική μνεία αποτελεί ένα ποίημα εξ αυτών, το οποίο αφιερώνεται στον Αλέξανδρο Υψηλάντη με τίτλο «Alexander Ypsilanti aus Munkacs».
Το 1823 εξέδωσε τρίτα τεύχη με «Νέα Τραγούδια των Ελλήνων» («Neue Lieder der Griechen»), αναφερόμενος στην ανοχή των ευρωπαϊκών δυνάμεων έναντι των Οθωμανών, κάνοντας παράλληλα έκκληση για βοήθεια προς τους Έλληνες αγωνιστές. Το 1824 εξέδωσε τα «Νεότατα Τραγούδια των Ελλήνων» («Neueste Lieder der Griechen»), μια συλλογή επτά ποιημάτων, διατυπώνοντας το ισχυρό μήνυμα ότι δεν υφίσταται η έννοια της ελευθερία χωρίς την Ελλάδα.
Ο Βίλχελμ Μύλερ έφυγε από τη ζωή στις 30 Σεπτεμβρίου 1827 από έμφραγμα, λίγες εβδομάδες πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, χωρίς να προλαβαίνει να μάθει για τη μάχη που θα έκρινε μεγάλο μέρος του απελευθερωτικού αγώνα. Ωστόσο, το έργο του Μύλερ αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από την ελληνική πλευρά. Η πρόθεση της επιτροπής που συστάθηκε το 1883 για την τοποθέτηση ενός μνημείου του ποιητή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ντεσσάου, ενισχύθηκε από ανώτατους ελληνικούς κρατικούς και μορφωτικούς θεσμούς, όπως η ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και από την ελληνική κυβέρνηση.
Κάρολος Φαβιέρος (Charles Nicolas Fabvier)

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του Φιλελληνισμού υπήρξε ο Γάλλος αξιωματικός Κάρολος-Νικόλαος Φαβιέρος. Η πρώτη φορά που πάτησε τα ελληνικά εδάφη ο Φαβιέρος ήταν το 1823, με το ψευδώνυμο «Borel». Από την πρώτη στιγμή έδειξε ενδιαφέρον για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Παράλληλα, μετέβη στο Ναβαρίνο, ώστε να εξετάσει τις συνθήκες και να επιχειρήσει να δημιουργήσει «μια γεωργική και βιομηχανική αποικία» για τους εξόριστους συντρόφους του.
Με την έγκριση του σχεδίου του από την Ελληνική Κυβέρνηση, ο Φαβιέρος ξεκίνησε να οργανώνει την αποικία που είχε οραματιστεί. Παράλληλα, ανέλαβε να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα, ώστε να μυήσει του Έλληνες στις σύγχρονες τεχνικές της γεωργίας και της βιομηχανίας και να εκσυγχρονιστεί σε αυτούς τους βασικούς τομείς. Παράλληλα, ήταν υποχρεωμένος να παράσχει ολοκληρωμένη στρατιωτική βοήθεια, να συμβάλει στην κατασκευή οπλοστασίων και οχυρωματικών έργων, να προσφέρει εκπαίδευση στρατιωτικής τακτικής και να εγκαθιδρύσει μια στρατιωτική ακαδημία.
Λόγω της διαρκούς αναταραχής στην περιοχή και της αφίξεως των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, δεν υλοποιήθηκε το πρώτο σχέδιο του Φαβιέρου, ωστόσο επιφορτίστηκε με την οργάνωση του στρατού. Αποχώρησε για την Ευρώπη, με σκοπό να συγκεντρώσει πόρους και να στρατολογήσει εθελοντές για την Ελλάδα.
Το 1825 μετέβη στην Αγγλία για να συνεχίσει τις επαφές του και μετέπειτα εγκαταστάθηκε ξανά στην Ελλάδα. Η συμβολή του στην οργάνωση του στρατού κατά του Ιμπραήμ θεωρείται εξαιρετικά σημαντική. Ειδικότερα, τον Ιούλιο του 1825, ανέλαβε τη διοίκηση και την εκπαίδευση του τακτικού στρατεύματος στο Ναύπλιο. Με την προσάρτηση των εθελοντών Φιλελλήνων από την Ευρώπη και την παράλληλη άφιξη νέων Ελλήνων, σχημάτισε δύο τάγματα.
Το Τακτικό Σώμα, με την εγκατάστασή του στην Αθήνα, συνέχισε να αυξάνεται σε ανθρώπινο δυναμικό, φτάνοντας τους 4.000 άνδρες. Χάρη στη διοίκηση του Φαβιέρου, το Τακτικό Σώμα ασκείτο συστηματικά από φιλέλληνες αξιωματικούς, ακολουθώντας το γαλλικό πρότυπο ασκήσεων και κατάφερε να καταστεί αξιόμαχο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις του Τακτικού Σώματος ήταν η συμμετοχή στην πολιορκία της Τριπολιτσάς που είχε καταλάβει ο Ιμπραήμ και η φρουρά της Ακρόπολης το 1826, την οποία πολιορκούσε τότε ο Ρεσχίδ Πασάς. Η συγκεκριμένη πράξη αντίστασης ήταν σημαντική για τη μετέπειτα εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας, καθώς η αντίσταση στην Ακρόπολη διευκόλυνε τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο που κατέληξαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ο Κάρολος Φαβιέρος ανακηρύχθηκε Έλληνας πολίτης. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1855 ο Φαβιέρος φεύγει από τη ζωή και επιβάλλεται πένθος τριών ημερών στον Ελληνικό Στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε ανάλογα.
Ιλαρίων Τουρέ (Auguste Hilarion Touret)

Ο Γάλλος αξιωματικός Ιλαρίων Τουρέ ήταν μία από τις ευγενέστερες μορφές Φιλέλληνα. Από νεαρή ηλικία είχε εμπλοκή με τα στρατιωτικά ζητήματα, συμμετέχοντας σε εκστρατείες της Γαλλικής Αυτοκρατορίας.
Ενθουσιασμένος από τον αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία τους, υπέβαλε την παραίτησή του από τον γαλλικό στρατό το 1825 και στα τέλη του 1826 βρισκόταν στα ελληνικά εδάφη.
Στον ελληνικό Τακτικό Στρατό έλαβε τον βαθμό του ταγματάρχη λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του και τέθηκε υπό τις διαταγές του Ιωάννη Κωλέττη, συμμετέχοντας στην εκστρατεία του στην Αταλάντη. Το 1827 τέθηκε υπό τις διαταγές του Καρόλου Φαβιέρου, λαμβάνοντας μέρος στην εκστρατεία του Φαλήρου.
Στη στρατιωτική του εμπειρία το επόμενο διάστημα, ο Τουρέ τέθηκε επικεφαλής του δεύτερου λόχου του Ιππικού, πήρε μέρος στην εκστρατεία στη Χίο. Μετά το 1828, συνεργάστηκε για την αναδιοργάνωση του Ιππικού στο Άργος υπό τη διοίκηση του Καρόλου Γουλιέλμου φον Χάιντεκ, που αντικατέστησε τον Φαβιέρο όταν αυτός έφυγε για τη Γαλλία. Προς αναγνώριση του έργου του, ο Καποδίστριας τον τίμησε με τον βαθμό του ιλάρχου. Μετά τη δολοφονία του Έλληνα κυβερνήτη, ο Τουρέ έλαβε άδεια και διέμεινε στη Μεθώνη, στο Στρατηγείο της Γαλλικής Στρατιάς του Μοριά. Από το 1832 και μέχρι το 1845, κατοίκησε στο Ναύπλιο.
Το 1832, είχε ως καθήκον την αναδιοργάνωση του ελληνικού ιππικού ύστερα από εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Παρά τις ελλείψεις, κατάφερε να συγκροτήσει ένα σώμα 150 ιππέων. Το 1836 ανέλαβε τη διοίκηση της Φρουράς του Ναυπλίου.
Από τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του στα ελληνικά εδάφη, ο Τουρέ έλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες προκειμένου το ελληνικό κράτος να τιμήσει τους Φιλέλληνες. Χαρακτηριστικά, με παρέμβασή του, ονοματοδοτήθηκε ένας δρόμος της Αθήνας προς τιμήν του Καρόλου Φαβιέρου.
Βέβαια, η σημαντικότερη πρωτοβουλία προς τιμήν των Φιλελλήνων υπήρξε η ανέγερση ενός μνημείου για τους πεσόντες του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Το «Μνημείον προς τιμήν των εις τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα πεσόντων φιλελλήνων» κατασκευάστηκε με πρωτοβουλία του Γάλλου αξιωματικού το 1840-1841 και τοποθετήθηκε στον ναό της Μεταμορφώσεως των Καθολικών στο Ναύπλιο. Η χαρακτηριστική αψίδα αναγράφει τα ονόματα 276 Φιλελλήνων που έχασαν τη ζωή τους για την ελευθερία της Ελλάδας.
Μικέλε Γκράμσι (Michele Gramsci)

Ναπολιτάνοι Φιλέλληνες στο Ναύπλιο της Επανάστασης του 1821
Ο Μικέλε Γκράμσι ήταν Ιταλός Φιλέλληνας, με καταγωγή από τη Νάπολη. Είχε εμπλοκή με τα στρατιωτικά, όντας λοχαγός του Πυροβολικού του Βασιλείου της Νεαπόλεως. Όσον αφορά την εμπλοκή του στην Ελληνική Επανάσταση, ο Γκράμσι κατέφθασε στην πόλη της Καλαμάτας την 1 Μαΐου 1821 και εντάχθηκε στο πρώτο τακτικό στρατιωτικό σώμα, υπό τις διαταγές του –επίσης Φιλέλληνα– Γάλλου αξιωματικού Ιωσήφ Βαλέστ.
Ο Ιταλός στρατιωτικός είχε συμμετοχή σε διάφορες πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή της Πελοποννήσου, συμπεριλαμβανομένου του Ναβαρίνου, του Ναυπλίου και των Δερβενακίων.
Στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους του απονεμήθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη, ενώ για τη συνολική του δράση τιμήθηκε με εύφημο μνεία του Εκτελεστικού Σώματος το 1823. Το διάστημα 1825-27 συνέχισε την προσφορά του στον στρατιωτικό αγώνα των Ελλήνων, τόσο στη δεύτερη πολιορκία της Τριπολιτσάς (1825), όσο και στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών, ως αρχηγός του Πυροβολικού του Τακτικού Στρατού, υπό τις διαταγές του Καρόλου Φαβιέρου.
Για τη συνολική προσφορά του στην Ελληνική Επανάσταση, ο Μικέλε Γκράμσι τιμήθηκε με δύο μετάλλια.











