Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η πρώτη αγωγή για τις τηλεφωνικές υποκλοπές μέσω του λογισμικού Predator.
Της Αντωνίας Ξυνού
Μέσω αυτής ζητείται η πλήρης αστική αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οκτώ θύματα από την παράνομη προσβολή της ιδιωτικής ζωής, του απορρήτου των επικοινωνιών και των προσωπικών τους δεδομένων, με βασικό αίτημα να τους καταβληθούν αποζημιώσεις συνολικού ύψους 7,6 εκατομμύρια ευρώ.
Ενάγοντες είναι θύματα των υποκλοπών, οι προσωπικές συνομιλίες αλλά και δεδομένα των οποίων υπεκλάπησαν μέσω του παράνομου λογισμικού προκαλώντας τους ηθική βλάβη.
Μεταξύ αυτών ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, η Άρτεμις Σίφορντ, που από το 2020 εργάζεται στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της ασφάλειας των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης από απειλές, το στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας Πηνελόπη Μηνιάτη, η Αντωνία Πρίμπα συνεργάτης του Βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Στέλιου Κυμπουρόπουλου, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ Αγγελική Ρούσου και Ζωή Μαρία Σάκκαλη, ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής και ο δημοσιογράφος Σπύρος Σιδέρης, ο οποίος δεν είχε εμπλέκει στην ποινική διαδικασία.
Επτά θύματα διεκδικούν την καταβολή αποζημιώσεων ύψους 1.000.000 ευρώ ενώ ένας εναγόμενος έχει περιορίσει το ποσό στα 600.000 ευρώ.
Οι αγωγές που έχουν προσδιοριστεί για την 7η Απριλίου 2027, στρέφονται κατά της εταιρείας intelexa και 13 φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτή, ανάμεσά τους και τα τέσσερα καταδικασθέντα πρωτοδίκως στελέχη της. Μεταξύ των εναγόμενων είναι επίσης ο κρεοπώλης που κατέχει ως μάρτυρας στην ποινική διαδικασία, από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου εστάλησαν «μολυσμένα» μηνύματα προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά και ο υπάλληλος καταστήματος κινητής τηλεφωνίας που φέρεται να είχε σχέση με την ΕΥΠ.
Η αγωγή
Κατά πληροφορίες, στην αγωγή αναλύονται εκτενώς όλα τα στοιχεία της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας αναφορικά με τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι υποκλοπές, χαρτογραφώντας τις εμπλεκόμενες εταιρείες και τα φυσικά πρόσωπα. Παράλληλα, γίνεται ειδική αναφορά στη λειτουργία του predator στην Ελλάδα αλλά και τον τρόπο που κάθε θύμα βρέθηκε εκτεθειμένο στο παράνομο λογισμικό αλλά και τη βλάβη που καθένα υπέστη μέσω της χρήσης του.
Ειδικά για την Πηνελόπη Μηνιάτη, η οποία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε καταθέσει ως μάρτυρας και δεν παραστάθηκε ως υποστηρίζουσα την κατηγορία, γίνεται ρητή αναφορά στα μηνύματα που η ίδια έλαβε τονίζοντας ότι: «οι εναγόμενοι απέκτησαν πρόσβαση και σε όσα διημείφθησαν κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μου ή και των συνομιλιών που πραγματοποιούσα λόγω της θέσης μου με σημαίνοντα πρόσωπα (Εισαγγελικές Αρχές, Ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, εκπροσώπους πρεσβειών και Διεθνών Οργανισμών, Ανώτατους Αξιωματικούς – Διευθυντή Ασφαλείας, Διευθυντή Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας κ.α. – Επικεφαλή Ανεξαρτήτων Αρχών κ.α)», επισημαίνοντας ότι οι εναγόμενοι «όχι μόνο είχαν παρανόμως πρόσβαση στα δικά μου προσωπικά δεδομένα αλλά και σε πληροφορίες από συζητήσεις με άτομα που ερχόμουν σε επαφή είτε σε υπηρεσιακό είτε σε προσωπικό επίπεδο. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια των υπηρεσιακών μου καθηκόντων χειριζόμουν υποθέσεις που σχετίζονταν με ένα ευρύ εγκληματολογικό φάσμα (ανθρωποκτονίες, εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας κλπ) αλλά και ζητήματα που άπτονταν θεμάτων εθνικής ασφαλείας».
Θέλοντας δε να καταδείξει τις παράνομες πράξεις που τελέστηκαν και που την έθιξαν προσωπικά προκαλώντας της βλάβη, αναφέρει ότι «μόνο κατά το έτος 2021, ως Διευθύντρια της ΔΕΕ, χειρίστηκα τόσο τη διερεύνηση αδικημάτων κατασκοπείας στη Ρόδο και στη Σάμο, που πραγματοποιούνταν -μεταξύ άλλων- και με τη χρήση drones και υποθέσεις που αφορούσαν εγχώριες και διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η ισλαμική τρομοκρατική οργάνωση ISIS. Επίσης οι περισσότερες υποθέσεις αφορούσαν μεταξύ άλλων τον άμεσο έλεγχο ψηφιακών συσκευών, την εξέταση γνησιότητας εγγράφων (ταξιδιωτικών εγγράφων κ.α.), την ταυτοποίηση ατόμων μέσω χρήσης βιομετρικών δεδομένων για την εν γένει άμεση διερεύνηση αδικημάτων κατασκοπείας και πράξεων που προσβάλλουν την εθνική ασφάλεια».
Και καταλήγει: «Πρέπει να επισημανθεί ότι οι έκνομες πράξεις των εναγομένων προσέβαλαν βάναυσα την προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική μου ζωή με τρόπο που δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί ιδιαίτερη ανησυχία και θυμό. Επιπλέον είναι σημαντικό αλλά και εξαιρετικά επιβαρυντικό της υπόθεσης ότι μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο το μέγεθος και η έκταση των αποσπασθέντων στοιχείων αλλά κυρίως τα πρόσωπα τα οποία κατέχουν αυτές τα πληροφορίες».
«Οι υποκλοπές είναι θεσμική πληγή»
«Η υπόθεση της παγίδευσης με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator δεν μπορεί να θαφτεί όσο και να πασχίζουν κάποιοι. Και μόνο το γεγονός ότι εδώ και 4 χρόνια εξακολουθεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα ως θεσμική πληγή αποτυπώνει το μέγεθος του σκανδάλου και την πλημμελή έρευνα της υπόθεσης» αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές και συνεχίζει:
«Οι αγωγές στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν από την πρόσφατη καταδικαστική ποινική απόφαση, καθώς και σε εκτενές αποδεικτικό υλικό από ελληνικές και διεθνείς έρευνες. Κατά την εκδίκαση θα εισφερθουν νέα στοιχεία που είναι πολύ πιθανό να αναγκάσουν το αστικό δικαστήριο να διαβιβάσει τα στοιχεία στην ποινική δικαιοσύνη για διερεύνηση κακουργηματικών πράξεων. Συμπεριλαμβάνεται και ένα μέρος των στοιχείων που αδιαφόρησαν να παραλάβουν στις 24.4.2026 οι Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλας και Τζαβέλας».










