Μια στάση που κερδίζει έδαφος, ενώ διεθνείς οργανισμοί και δημόσιες φωνές έχουν κηρύξει –και σωστά– κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον πλανήτη.
Όσο περισσότερα λέγονται και γράφονται, τόσο πιο μικρή είναι η επίδραση των δημόσιων κριτικών φωνών στα ύφαλα της πραγματικής ζωής και στην κουλτούρα της καθημερινότητας.
OI ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΝ. Μάλλον έχουμε αφήσει πια πολύ πίσω τη φάση της «προειδοποίησης» και οι άνθρωποι φαίνεται πως έχουν χάσει την υπομονή τους. Αφορμή αυτών των σκέψεων η πρόσφατη φωτιά στο Ωραιόκαστρο στη Θεσσαλονίκη και όσα μαθαίνουμε, όχι δυστυχώς από τις επίσημες κρατικές αρχές, για το τοξικό νέφος που σχηματίστηκε και απλώθηκε πάνω από όλη την περιοχή, ταξιδεύοντας και προς τη νότια χώρα. Ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης πλαστικών και άλλων υλικών έφερε πάλι στην επιφάνεια τη γενική μας ευαλωτότητα. Βγήκε για λίγο στον αέρα ο προβληματισμός για όσα έχουν χτιστεί, χαοτικά, ειδικά στο όριο μεταξύ κατοικημένων περιοχών και βιομηχανικής ζώνης, όπου είναι και μεγάλο το ρίσκο ενός ατυχήματος με διοξίνες, φουράνια και ένα σωρό άλλες πολύ τοξικές ουσίες.
Το άμεσο, το μέρα-τη-μέρα, η ξεχασιά και η αναβολή είναι ένας τρόπος να αφήνουμε στην άκρη ανήσυχες σκέψεις και ζόρικους μετασχηματισμούς. Μα μέχρι πότε;
Τις ίδιες αυτές μέρες στη Γαλλία εκατό επιστήμονες, κλιματολόγοι, ωκεανογράφοι, οικολόγοι, οικονομολόγοι, γιατροί, νοσηλευτές, φυσιοδίφες, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι και καθηγητές νομικής συνυπογράφουν κοινό κείμενο καλώντας την κυβέρνηση και τους βουλευτές να ψηφίσουν νόμο έκτακτης ανάγκης για το κλίμα, ώστε να κλείσουν, όπως γράφουν χαρακτηριστικά, «οι πύλες της κολάσεως». Είναι σκληρό κείμενο, «ακραίο», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό που συνηθίζουν μερικοί όταν έχουμε μια πιο έντονη επαγρύπνηση για αδικίες και κινδύνους που έχουν και πολιτική αιτία. Στο άρθρο, που δημοσιεύτηκε στη «Monde» και όχι σε κάποιο ριζοσπαστικό έντυπο, οι επιστήμονες ορίζουν τέσσερα θέματα ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα και τη σταθερότητα του συστήματος Γη:
• Την απαγόρευση σε όλες τις γαλλικές επιχειρήσεις να χρηματοδοτούν και να συμμετέχουν, άμεσα ή έμμεσα, στην έναρξη νέων πρότζεκτ ορυκτών καυσίμων (άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο) στη Γαλλία και στο εξωτερικό.
• Την κατάργηση των επιδοτήσεων για τα ορυκτά καύσιμα.
• Την απαγόρευση κάθε μορφής lobbying από τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.
• Την αναγνώριση του εγκλήματος της «παγκόσμιας πλανητοκτονίας» (globocide), που συνίσταται στο να θέτουμε σε κίνδυνο ολόκληρη τη βιόσφαιρα, όπως τη γνωρίζουμε.
To κοινό όμως μεταξύ της έκκλησης των εκατό επιστημόνων στη Γαλλία και των σκόρπιων παραινέσεων στη δική μας περίπτωση είναι ότι, αν εξαιρέσουμε έναν μικρό αριθμό ειδικών και πολιτών, η έκκληση και η προτροπή συναντούν τοίχο. Όχι μόνο από την εξουσία αλλά και από την πλειονότητα. Έναν τοίχο άρνησης με διαφορετικά προσωπεία. Από την αμφισβήτηση πως κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στον καιρό μας (πάντα, λένε, είχαμε καύσωνες, καταστροφές κ.ο.κ.) μέχρι την κακοπιστία για τις εκκλήσεις των επιστημόνων.
Κάτι όμως πιο χαρακτηριστικό είναι πια η επιθετικότητα κατά του ίδιου του «αγγελιοφόρου». Εκτός εξαιρέσεων, η πλειονότητα φαίνεται να στρατοπεδεύει σε μια επιδεικτική παραγνώριση και σε μια αποστομωτική μοιρολατρία. Οποιαδήποτε καταστροφή δεν επαληθεύεται άμεσα και ιδίως στο στενό προσωπικό ή οικογενειακό μου κουβούκλιο, είναι σαν να μην υπάρχει για μένα ή σαν να αφορά κάτι που «δεν το σώζεις». Έχει ξεφύγει το κακό και δεν υπάρχει πια λύση ή δεν υπάρχει καν αυτό το κακό, παρά μόνο στην εξτρεμιστική φαντασία των οικολόγων, των ακτιβιστών ή των επιστημόνων, που έχουν, βέβαια, τα δικά τους συμφέροντα. Αυτές οι δυο εκδοχές, μοιρολατρία της ανημπόριας και επιθετική άρνηση μπλέκονται στην τύρβη μιας καθημερινότητας έτοιμης να ξεχάσει, περνώντας απλώς σε άλλα θέματα.
Μπορεί να υποθέσει κανείς πως έχουμε απλώς μια ψυχολογία απώθησης των κακών ειδήσεων χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό νόημα. Όμως στη συγκεκριμένη στιγμή της Ιστορίας το πολιτικό νόημα είναι ολοφάνερο. Ενώ επιστήμονες, διεθνείς οργανισμοί, δημόσιες φωνές έχουν κηρύξει, σωστά, κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον πλανήτη, μεγάλο μέρος του λαού γυρίζει την πλάτη του. Το αποδεικνύει το γεγονός ότι επιβραβεύονται εκλογικά κόμματα και πρόσωπα που αμφισβητούν τη δραματικότητα της κατάστασης. Όσο πιο πυκνές και τεκμηριωμένες είναι οι εκκλήσεις που υπογράφουν οι ειδικοί, τόσο λιγότερο εισακούγονται. Όσο περισσότερα λέγονται και γράφονται, τόσο πιο μικρή είναι η επίδραση των δημόσιων κριτικών φωνών στα ύφαλα της πραγματικής ζωής και στην κουλτούρα της καθημερινότητας.
Πολλά έχουν βάλει το πετραδάκι τους σε μια ράθυμη αδιαφορία ή στην πικρόχολη απαξίωση για κάθε συναγερμό από επιστήμονες ή ακτιβιστές: η βιοποριστική χρεία του δεκαπενθήμερου, η παραπληροφόρηση των ινφλουένσερ της πολυτέλειας και της ζωάρας, μια αίσθηση αδυναμίας και ανημπόριας που μας κυριεύει συχνά απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις και παγκόσμιες δομές. Και υπάρχει εξάλλου αυτή η ανθρώπινη ανάγκη της αποσυμπίεσης, να απαλύνουμε κάπως το μυαλό από την υπερφόρτωση με αρνητικές ειδήσεις. Η προσπάθεια να πιαστεί κανείς από τον λεβιέ μιας ρουτίνας – το μοναδικό κάπως στέρεο πράγμα που σου αφήνει πια βεβαιότητες.
Πάνω από όλα είναι όμως η επίγνωση που έχουμε ότι έχει έρθει η εποχή που ζητάει αλλαγές στη ζωή μας, στα κοινωνικά μοντέλα και στο οικονομικό σύστημα, στη συλλογική πορεία αλλά και σε ατομικό, πιο μικροσκοπικό επίπεδο. Έχει μεγάλες δυσκολίες αυτή η συνάντηση με μια επώδυνη αναθεώρηση και μεταστροφή δίχως την άνεση χρόνου που υπήρχε σε εποχές ασυνειδητοποίητες.
Το άμεσο, το μέρα-τη-μέρα, η ξεχασιά και η αναβολή είναι ένας τρόπος να αφήνουμε στην άκρη ανήσυχες σκέψεις και ζόρικους μετασχηματισμούς. Μα μέχρι πότε;











