6 Αυγούστου 1945, Xιροσίμα και Ναγκασάκι: Οι δύο βομβαρδισμοί που άλλαξαν τη σύγχρονη ιστορία

Το Σχέδιο Μανχάταν θεωρείται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αλλά και μεγαλύτερα σε σημασία έργα του 20ού αιώνα

 

Σαν σήμερα, στις 6 Αυγούστου 1945, γράφεται μία από τις πιο μελανές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας: οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ρίχνουν βόμβα ουρανίου με την ονομασία «Little Boy» στην ιαπωνική πόλη της Χιροσίμα. Λίγα 24ωρα αργότερα, την 9η Αυγούστου, σημειώνεται η δεύτερη ρίψη ατομικής βόμβας (πλουτωνίου) με την ονομασία «Fat Man» στην πόλη του Ναγκασάκι.

 

Συνολικά, οι δύο βομβαρδισμοί σκότωσαν ακαριαία πάνω από 100.000 Ιάπωνες, αλλά μέχρι το τέλος του 1945 τα θύματα αυξήθηκαν σε πάνω από 200.000. Βέβαια, στα χρόνια που πέρασαν, πολλοί από τους επιζώντες θα αντιμετώπιζαν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της ραδιενέργειας: λευχαιμία, καρκίνο ή άλλες τρομερές παρενέργειες από την ακτινοβολία και την ανάμνηση και το τραύμα από τις φρικαλεότητες της πυρηνικής καταστροφής.

 

hiroshima 346598

 

6 Αυγούστου 1945: Χιροσίμα

 

Η Χιροσίμα ήταν ο κύριος στόχος της πρώτης ατομικής βόμβας, καθώς αποτελούσε μία από τις πολυπληθέστερες πόλεις της Ιαπωνίας, με σημαντική στρατιωτική δύναμη και υποδομές. Κατά την προετοιμασία κρίθηκε ότι οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν για ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας, με αποτέλεσμα να οριστεί η 6η Αυγούστου ως η ημέρα της επίθεσης.

 

Στις 8:15 το πρωί της 6ης Αυγούστου 1945 η βόμβα εξερράγη πάνω από τη Χιροσίμα, με κάθε λεπτομέρεια της επίθεσης να έχει εκπληρωθεί βάσει σχεδίου. Η πόλη παρέλυσε και ο μισός πληθυσμός της σκοτώθηκε μέσα σε μια στιγμή. Η βόμβα ουρανίου που εξερράγη πάνω από τη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945 είχε εκρηκτική ισχύ ίση με 15.000 τόνους TNT. Κατέστρεψε και έκαψε περίπου το 70% όλων των κτιρίων και προκάλεσε περίπου 140.000 θανάτους μέχρι το τέλος του 1945, μαζί με αυξημένα ποσοστά καρκίνου και χρόνιων παθήσεων μεταξύ των επιζώντων.

 

Μία ώρα νωρίτερα, το ιαπωνικό δίκτυο ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης είχε εντοπίσει αμερικανικά αεροσκάφη που κατευθύνονταν στα νότια τμήματα της Ιαπωνίας. Στην αρχή, σήμανε συναγερμός, αλλά στις 8:00 π.μ. ο χειριστής ραντάρ στη Χιροσίμα διαπίστωσε ότι ο αριθμός των αεροπλάνων που έρχονταν ήταν πολύ μικρός, με αποτέλεσμα να δίνει οδηγίες στους πολίτες να πάνε στα καταφύγια εάν εντοπίζονταν B-29, αλλά δεν αναμενόταν καμία επιδρομή πέρα από κάποιο είδος αναγνώρισης.

 

Τελικά, δεκαπέντε λεπτά αργότερα, η βόμβα εξερράγη, προκαλώντας μια εκτυφλωτική λάμψη στον ουρανό, μία δυνατή ορμή αέρα και ένα δυνατό βουητό, που επεκτάθηκαν αρκετά χιλιόμετρα εκτός της πόλης. Μετά την πρώτη μεγάλη έκρηξη, ακολούθησαν πτώσεις κτιρίων και πυρκαγιές που εκδηλώνονταν από τα συντρίμμια, με ένα νέφος καπνού και σκόνης να «σκεπάζει» ολόκληρη τη Χιροσίμα.

 

Ήδη, από τις 8:16 π.μ., η επικοινωνία του Ιαπωνικού Ραδιοτηλεοπτικού Οργανισμού στο Τόκιο και του σταθμού της Χιροσίμα είχε διακοπεί. Είκοσι λεπτά αργότερα, το τηλεγραφικό κέντρο του σιδηροδρόμου του Τόκιο συνειδητοποίησε ότι ο κύριος τηλέγραφος είχε σταματήσει να λειτουργεί ακριβώς βόρεια της Χιροσίμα. Από μερικές σιδηροδρομικές στάσεις σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από την πόλη έστελναν τις πρώτες πληροφορίες της καταστροφής, κάνοντας λόγο για μια τρομερή έκρηξη.

 

Από το αρχηγείο του Ιαπωνικού Γενικού Επιτελείου έγιναν προσπάθειες για επικοινωνία με τον Σταθμό Ελέγχου του Στρατού στη Χιροσίμα, χωρίς ανταπόκριση όμως. Με σκοπό την εκτίμηση της κατάστασης, δόθηκε εντολή σε έναν αξιωματικό του Ιαπωνικού Γενικού Επιτελείου να πετάξει αμέσως στη Χιροσίμα, να προσγειωθεί, να ερευνήσει τις ζημιές και να επιστρέψει στο Τόκιο με αξιόπιστες πληροφορίες για το επιτελείο.

 

Προσεγγίζοντας την περιοχή της καταστροφής, κι ενώ βρισκόταν τουλάχιστον 100 μίλια μακριά από τη Χιροσίμα, παρατήρησε ένα μεγάλο σύννεφο καπνού από τη βόμβα. Καταφτάνοντας στην πόλη, εντόπισε μια τεράστια ουλή στο έδαφος της πόλης, που εξακολουθούσε να καίγεται και να είναι καλυμμένη από το πυκνό σύννεφο καπνού. Αυτά ήταν τα απομεινάρια της Χιροσίμα.

 

Η πρώτη ενημέρωση του Τόκιο για το τι πραγματικά προκάλεσε την καταστροφή προήλθε από τη δημόσια ανακοίνωση του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον δεκαέξι ώρες αφότου η Χιροσίμα είχε ισοπεδωθεί από την ατομική βόμβα.

 

Από την πλευρά των Αμερικανών ξεκίνησε μια συντονισμένη εκστρατεία «δημοσιότητας» από τους αξιωματούχους του «Προγράμματος Μανχάταν», ενημερώνοντας το κοινό για το νέο όπλο, η οποία περιλάμβανε ένα προεδρικό δελτίο τύπου και πολυάριθμα άρθρα σε εφημερίδες.

 

ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ 9 Αυγούστου 1945 η δεύτερη βόμβα που άλλαξε τον κόσμο -  Militaire.gr

Ναγκασάκι.9 Αυγούστου 1945,οι ΗΠΑ έριξαν τη δεύτερη βόμβα.

 

9 Αυγούστου 1945: Ναγκασάκι

 

Η δεύτερη επίθεση των Αμερικανών πραγματοποιήθηκε στις 9 Αυγούστου, χωρίς την επιχειρησιακή αρτιότητα που σημειώθηκε στη Χιροσίμα. Αν και τις προηγούμενες ημέρες η πόλη είχε δεχθεί σημαντικούς βομβαρδισμούς, τίποτα δεν την προετοίμαζε για αυτό που θα ακολουθούσε. Βέβαια, αυτές οι επιθέσεις κινητοποίησαν ένα μέρος της πόλης, με αποτέλεσμα κάποιοι κάτοικοι (κυρίως μαθητές) να σώζονται επί της ουσίας από την ατομική επίθεση λίγες μέρες αργότερα.

 

Στις 7:50 π.μ. περίπου, ώρα Ιαπωνίας, σήμανε συναγερμός αεροπορικής επιδρομής στο Ναγκασάκι, αλλά το σήμα «Όλα έτοιμα» δόθηκε στις 8:30. Όταν μόνο δύο υπερ-οχυρά B-29 εντοπίστηκαν στις 10:53, οι Ιάπωνες προφανώς υπέθεσαν ότι τα αεροπλάνα ήταν μόνο για αναγνώριση και δεν δόθηκε περαιτέρω συναγερμός. Λίγα λεπτά αργότερα, στις 11:00, το αεροσκάφος παρατήρησης B-29 έριξε όργανα προσαρτημένα σε τρία αλεξίπτωτα και στις 11:02 το άλλο αεροπλάνο εξαπέλυσε την ατομική βόμβα.

 

Με την κωδική ονομασία «Fat Man», μια ελαφρώς μεγαλύτερη βόμβα πλουτωνίου εξερράγη πάνω από το Ναγκασάκι, ισοπεδώνοντας 6,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα της πόλης και σκοτώνοντας 74.000 Ιάπωνες μέχρι το τέλος του 1945. Η θερμοκρασία του εδάφους έφτασε τους 4.000°C και έπεσε ραδιενεργός βροχή.

 

nagasaki 35698

 

Σε αυτή την αρχειακή φωτογραφία της 13ης Σεπτεμβρίου 1945, ο Καθολικός Καθεδρικός Ναός Ουρακάμι στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας εμφανίζεται ερειπωμένος, μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας που έπληξε την πόλη πριν από περισσότερο από ένα μήνα.

 

Η βόμβα εξερράγη ψηλά πάνω από τη βιομηχανική κοιλάδα του Ναγκασάκι, σχεδόν στη μέση της απόστασης μεταξύ του χαλυβουργείου και του εργοστασίου όπλων Mitsubishi, στα νότια, και του εργοστασίου πυρομαχικών Mitsubishi-Urakami (εργοστάσιο τορπιλών), στα βόρεια, τους δύο κύριους στόχους της πόλης.

 

Παρά την εκτεταμένη καταστροφή που προκάλεσε η ρίψη της δεύτερης ατομικής βόμβας, το σχέδιο δεν κρίθηκε απολύτως επιτυχημένο, καθώς σημειώθηκαν δυσκολίες της τελευταίας στιγμής με τη συναρμολόγηση της βόμβας, δυσλειτουργίες στον εξοπλισμό του αεροσκάφους και οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς.

 

Η επιλογή των στόχων και το σχέδιο

 

Στα μέσα του 1944, ο στρατηγός Γκρόουβς, επικεφαλής του Σχεδίου Μανχάταν, προχώρησε στο τελικό στάδιο, την επιλογή και εκπαίδευση των πληρωμάτων που θα μετέφεραν τις βόμβες στους στόχους τους. Μια ειδική μονάδα της Αεροπορίας του Στρατού, η 509η Σύνθετη Ομάδα, συστάθηκε για το σκοπό αυτό.

 

Μετά τις πτήσεις εξάσκησης, τον Μάιο του 1945, η 509η άρχισε να μεταφέρεται σε μια βάση στο νησί Τινιάν στον δυτικό Ειρηνικό, από όπου συνέχισε την εκπαίδευσή της με αποστολές εναντίον νησιών που κατείχαν οι Ιάπωνες και των ηπειρωτικών νησιών της Ιαπωνίας, χρησιμοποιώντας βόμβες του ίδιου μεγέθους και βάρους με τη «Fat Man», οι οποίες όμως ήταν οπλισμένες με συμβατικά εκρηκτικά.

 

Δύο από τα B-29 της 509ης Μοίρας χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά και ρίψη των ατομικών βομβών στις δύο πόλεις της Ιαπωνίας. Το B-29 με αριθμό παραγωγής B29-45-MO-44-86292 θα λάμβανε την ονομασία «Enola Gay», το πατρικό όνομα της μητέρας του Τίμπετς. Το αεροσκάφος με αριθμό B29-35-MO-44-27297, το «Bockscar», έλαβε την ονομασία του από τον συνήθη διοικητή του, τον σμηναγό Φρέντερικ Μποκ, αν και ο ίδιος δεν πιλόταρε την αποστολή στο Ναγκασάκι.

 

Κατά το ίδιο διάστημα, ο στρατηγός Γκρόουβς συγκρότησε μια Επιτροπή Στόχων στην οποία συμμετείχαν τρεις επιστήμονες του Λος Άλαμος. Η επιτροπή ήταν επιφορτισμένη να καταρτίσει έναν κατάλογο με τέσσερις πόλεις, οι οποίες δεν είχαν δεχθεί βομβαρδισμό προηγουμένως και επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο ώστε τρεις να είναι διαθέσιμες για κάθε αποστολή. Η τελική επιλογή περιλάμβανε: τη Χιροσίμα, την Κοκούρα, τη Νιιγκάτα και το Ναγκασάκι.

 

Η επιλογή της Ιαπωνίας ως στόχου έγινε με γνώμονα τις βαρύτατες απώλειες που είχαν και οι δύο πλευρές, τις μεγάλες επιχειρήσεις σε έμψυχο δυναμικό και την οριστική παράδοση της χώρας στην Αμερική. Επί της ουσίας, η επίθεση αυτή αφενός θα προστάτευε τις αμερικανικές δυνάμεις από νέες απώλειες, αφετέρου θα συνέβαλε στην οριστική παράδοση της Ιαπωνίας.

 

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν, τον Μάιο του 1945, ίδρυσε μια «Προσωρινή Επιτροπή» για να τον συμβουλεύει σε θέματα ατομικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά τον πόλεμο· ιδρύθηκε επίσης μια συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή που αποτελούταν από τους Άρθουρ Κόμπτον, Έρνεστ Λόρενς, Ρόμπερτ Οπενχάιμερ και Ενρίκο Φέρμι.

 

Σε μια συνεδρίαση την 31η Μαΐου, στην οποία παρευρέθηκε η Επιστημονική Επιτροπή, ήταν καθοριστική για την κατάληξη σε μια «απόφαση» σχετικά με τον τρόπο χρήσης των βομβών. Εκεί, η ομάδα εξέτασε το ενδεχόμενο να δώσει στους Ιάπωνες μια επίδειξη της ισχύος του νέου όπλου πριν από την ανάπτυξή του σε μάχη.

 

Η πρόταση περιλάμβανε μια δοκιμή σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ωστόσο, φαίνεται ότι κανείς δεν μπόρεσε να συλλάβει μια επίδειξη αρκετά ισχυρή ώστε να πείσει τους Ιάπωνες ότι η συνέχιση της αντίστασης θα ήταν άσκοπη· άλλες αντιρρήσεις ήταν ότι η Αμερική θα φαινόταν γελοία αν η επίδειξη αποδεικνυόταν αποτυχημένη, και ότι οι Ιάπωνες ενδέχεται να έφερναν αιχμαλώτους πολέμου στην περιοχή των δοκιμών. Μέχρι το τέλος της ημέρας, η γενική άποψη ήταν ότι οι βόμβες έπρεπε να χρησιμοποιηθούν εναντίον πολεμικών εργοστασίων που απασχολούσαν μεγάλο αριθμό εργατών και ήταν στενά περιτριγυρισμένα από τα σπίτια των εργατών.

 

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς και, παρά το γεγονός ότι το «Little Boy» ήταν έτοιμο από την 31η Ιουλίου, καθυστέρησε η ρίψη του μερικές ημέρες. Με τη βελτίωση των καιρικών συνθηκών, η αποστολή του «Enola Gay» προγραμματίστηκε να απογειωθεί τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας, 6 Αυγούστου, όπως και έγινε.

 

Η Χιροσίμα ήταν ο τέλειος στόχος: πριν από τον πόλεμο, ήταν η έβδομη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας, λειτουργούσε ως αρχηγείο για την άμυνα του Κιούσου και ήταν επίπεδη, χωρίς λόφους. Η βόμβα «Little Boy» φορτώθηκε στο «Enola Gay» το βράδυ της Κυριακής, και η απογείωση πραγματοποιήθηκε στις 02:45 ώρα Τινιάν το πρωί της Δευτέρας. Έπειτα από πτήση εξίμισι ωρών, το «Enola Gay» έφτασε πάνω από τη Χιροσίμα και απελευθέρωσε τη βόμβα «Little Boy» από υψόμετρο 9.600 μ.Παρά τις καταστροφές στη Χιροσίμα, η ιαπωνική κυβέρνηση δεν παραδόθηκε και το επόμενο χτύπημα προετοιμάστηκε άμεσα. Το βράδυ της 8ης Αυγούστου προετοιμάστηκε η βόμβα «Fat Man». Το σκάφος «Bockscar» απογειώθηκε στις 03:48π.μ. στις 9 Αυγούστου, αλλά η αποστολή συνάντησε δυσκολίες, όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω.

 

Ο κύριος στόχος της αποστολής, η Κοκούρα, καλύπτονταν από καπνό που προερχόταν από μια κοντινή επιδρομή με εμπρηστικές βόμβες που είχε πραγματοποιηθεί την προηγούμενη ημέρα. Τελικά, μετά από τρεις προσπάθειες κατόπτευσης για ρίψη βόμβας, ο Σουίνι αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τον επόμενο στόχο του, το Ναγκασάκι. Με τα καύσιμα να εξαντλούνται, υπήρχε η δυνατότητα μιας προσέγγισης πάνω από την πόλη. Τελικά, παρά τα προβλήματα, η βόμβα «Fat Man» ερρίφθη με τα αποτελέσματα που αναλύθηκαν παραπάνω.

 

Ναγκασάκι: 80 χρόνια μετά, ενός λεπτού σιγή την ώρα της έκρηξης της  ατομικής βόμβας | ekriti.gr

 

Εργατική Αλληλεγγύη - 70 χρόνια από τη Χιροσίμα: Η πυρηνική φρίκη του  Ιμπεριαλισμού

 

Η ζωή στη Χιροσίμα, πριν και μετά την ατομική βόμβα | Διεθνή Ειδήσεις

Η ζωή στη Χιροσίμα, πριν και μετά την ατομική βόμβα

 

Το Σχέδιο Μανχάταν που «γέννησε» την ατομική βόμβα

 

Το Σχέδιο Μανχάταν (αγγλιστί Manhattan Project) ήταν το βρετανοαμερικανικό πρόγραμμα για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτές τις συσκευές, που είναι ευρέως γνωστές ως «ατομικές βόμβες», η ενέργεια δεν απελευθερώνεται μέσω χημικής έκρηξης, αλλά μέσω της πολύ πιο βίαιης διαδικασίας της σχάσης πυρήνων βαρέων στοιχείων μέσω αλυσιδωτής αντίδρασης με τη μεσολάβηση νετρονίων. Ο βομβαρδισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι αποτελεί απότοκο του εν λόγω προγράμματος.

 

Τρία χρόνια μετά την ανάληψη αυτού του έργου στα μέσα του 1942, η Μηχανική Περιφέρεια «Μανχάταν» του Στρατού παρήγαγε τρεις πυρηνικές βόμβες δύο διαφορετικών σχεδίων. Μία εξ αυτών έφερε την κωδική ονομασία «Trinity», πυροδοτήθηκε σε δοκιμή στο νότιο Νέο Μεξικό στις 16 Ιουλίου 1945 και αποτελεί την πρώτη πυρηνική έκρηξη (στα πλαίσια δοκιμής) στον κόσμο. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 6 Αυγούστου, η βόμβα ουρανίου «Little Boy» ρίχτηκε στην ιαπωνική πόλη της Χιροσίμα. Στις 9 Αυγούστου η δεύτερη συσκευή πλουτωνίου «Fat Man» ρίχτηκε στο Ναγκασάκι.

 

Το Σχέδιο Μανχάταν θεωρείται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αλλά και μεγαλύτερα σε σημασία έργα του 20ού αιώνα. Μεγάλο σε σημασία, έστω και αρνητική εκ του αποτελέσματος, γιατί συνδύαζε την επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη, τη βιομηχανική παραγωγή και τον στρατιωτικό συντονισμό, ανοίγοντας νέους δρόμους στη βιομηχανία του πολέμου.

 

Μετά τις δύο επιθέσεις, το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης και του κοινού για το Σχέδιο Μανχάταν ήταν έντονο. Ο Γκρόουβς, έχοντας προβλέψει την κινητοποίηση που θα σημειωθεί, είχε ζητήσει τον Απρίλιο του 1944 από τον φυσικό του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, Χένρι Σμιθ, να αναλάβει τη σύνταξη μιας έκθεσης για γενική δημοσιοποίηση. Ο επίσημος τίτλος της έκθεσης του Σμιθ ήταν «Ατομική Ενέργεια για Στρατιωτικούς Σκοπούς: Η Επίσημη Έκθεση για την Ανάπτυξη της Ατομικής Βόμβας υπό την αιγίδα της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, 1940–1945». Βέβαια, για να μην αποκαλυφθούν ευαίσθητες πληροφορίες, ήταν προσεκτικά γραμμένη.