Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»

Ναταλί Χατζηαντωνίου

 

Ο περιθωριακός «Μπε» της «Μεθυσμένης πολιτείας» αναστατώνει την «καθώς πρέπει» κοινωνία. Ο Σωκράτης ήταν ο ρόλος που του χάρισε το βραβείο Β' Ανδρικού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Διηγιόταν πώς η Εκκλησία, μετά τον Καζαντζάκη είχε αφορίσει και όλους τους συντελεστές της σειράς «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «ακόμα και το γαϊδούρι που πέρναγε» όπως έλεγε γελώντας.

 

«Καλόγερα» τον φώναζαν χαϊδευτικά οι φίλοι του, ενώ οι υπόλοιποι όλοι εμείς οι θεατές τον μάθαμε κι ως «Μπε», «Μάιμο», «Μπάμπη», «Σωκράτη», «Γιάννη Παπαδόπουλο» ή «Πελοπίδα» μέσα από ερμηνείες που είχαν πάντα κάτι από το αντισυμβατικό, αντιεξουσιαστικό, σκωπτικό, ροκ και λαϊκό ταμπεραμέντο του

 

Ποιοι ήταν οι ξεχωριστοί ρόλοι στην καριέρα του αντιστάρ αλλά κορυφαίου ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου που με την παρουσία του, όπως και να το κάνεις, σημάδεψε τον νέο ελληνικό κινηματογράφο αλλά και την τηλεόραση στα πρώτα της βήματα στη μυθοπλασία; Υποκειμενική η επιλογή μας, αλλά ίσως όχι και τόσο. Για κάποιους ρόλους όπως του «Μπάμπη» ή του «Γιάννη Παπαδόπουλου» στοιχηματίζουμε ότι δεν θα βρούμε εύκολα αντίλογο. Επιλέξαμε σε κάθε περίπτωση εκείνους τους ρόλους, τις ερμηνείες, τις στιγμές που υπήρξαν συμβατές με τον αντισυμβατικό, «αναρχικό», ιδιοσυστασιακό χαρακτήρα του ηθοποιού και που θα μείνουν ανεξίτηλοι στη μνήμη μας, μαζί με το όνομα εκείνου που αποχαιρετήσαμε αιφνιδίως στις 9 Αυγούστου, 8 μέρες μετά τα 74α του γενέθλια.

 

● «ΝΙΚΟΛΙΟΣ» στο «Χριστός ξανασταυρώνεται». Η τηλεοπτική μεταφορά από τον Βασίλη Γεωργιάδη του κορυφαίου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη, σε σενάριο που είχαν επιμεληθεί ο Νότης Περγιάλης και ο Γεράσιμος Σταύρου, προβλήθηκε από το ΕΙΡΤ-ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 σηματοδοτώντας και μία από τις πρώτες πρώτες φιλόδοξες απόπειρες να κάνει το κρατικό κανάλι αποφασιστικά βήματα στην παραγωγή μεγάλων ποιοτικών τηλεοπτικών σειρών.

 

Η σειρά προβλήθηκε σε 50 επεισόδια των 45 λεπτών (με το πρώτο επεισόδιο να βγαίνει στον αέρα στις 29 Μαΐου 1975) που αργότερα ο ίδιος ο Γεωργιάδης συνέπτυξε σε 18 επεισόδια. Το καστ ήταν πραγματικά εκλεκτό περιλαμβάνοντας, εκτός βέβαια από τον Αλέξη Γκόλφη στον ρόλο του Μανωλιού (του Χριστού δηλαδή), τους Λυκούργο Καλλέργη (παπα-Γρηγόρη), Νίκο Χατζίσκο (παπα-Φώτη), Δήμο Σταρένιο (γερο-Λαδά), Ανδρέα Φιλιππίδη (Πατριαρχέα), Γιώργο Φούντα (Παναγιώταρο). Κι ακόμα Γιάννη Αργύρη, Γεωργία Βασιλειάδου, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Κάτια Δανδουλάκη, ακόμα και τον Κώστα Γκουσγκούνη (στον ρόλο του σεΐζη Αλή Μουχτάρ) και πολλούς άλλους κορυφαίους ηθοποιούς. Κι εκεί με αυτούς τους όρους κι ανάμεσα σε όλους αυτούς ο 23χρονος Νίκος Καλογερόπουλος κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε οθόνη ως Νικολιός, ο βοσκός που ακολουθεί πιστά τον Μανωλιό. Μικρός ρόλος, σχεδόν αθέατος μπροστά σε ερμηνευτικά μεγαθήρια κι όμως ήδη η προσέγγιση του Καλογερόπουλου υπαινίσσεται τον ηθοποιό που γινόταν… Ο ίδιος διηγιόταν σε συνεντεύξεις του αργότερα πώς η επίσημη Εκκλησία μετά τον Καζαντζάκη είχε αφορίσει και όλους τους συντελεστές της σειράς – «ακόμα και το γαϊδούρι που πέρναγε» όπως έλεγε γελώντας.

 

Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»
Νικολιός στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται

 

● «ΜΠΕ» στη «Μεθυσμένη Πολιτεία». Η διασκευή του μυθιστορήματος του Σωτήρη Πατατζή, σε σκηνοθεσία Κώστα Λυχναρά, με την Άννα Βίσση στο τραγούδι των τίτλων να κάνει μία από τις πρώτες της μεγάλες επιτυχίες και με ένα καστ γνωστών ονομάτων (Γιάννης Βόγλης, Ανδρέας Φιλιππίδης, Κάρμεν Ρουγγέρη, Χρυσούλα Διαβάτη, Παύλος Χαϊκάλης, Αλμπέρτο Εσκενάζυ κ.ά.) προβλήθηκε από την ΕΡΤ σε 21 επεισόδια στα τέλη του 1980. Η ιστορία μετέφερε τους τηλεθεατές στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, όταν ένας θίασος περιπλανώμενων και αποτυχημένων ηθοποιών καταφτάνει σε μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη της Πελοποννήσου για να παίξει «Αμλετ». Η Οφηλία της παράστασης είναι μια νέα και όμορφη ηθοποιός, η Ρένα (Βέρα Κρούσκα), που η παρουσία της δεν αφήνει αδιάφορο κανέναν από τους κατοίκους. Ένας από αυτούς είναι ο «σαλός» του χωριού, ο περιορισμένης νοημοσύνης και έκφρασης, αφελής και καλοκάγαθος βοσκός με το παρατσούκλι Μπε. Τον δύσκολο ρόλο, που δεν ήθελε σε καμία περίπτωση κωμικές ακρότητες αλλά τρυφερή προσέγγιση, αναλαμβάνει ο Καλογερόπουλος που, καθώς καταγόταν από τα Φιλιατρά, δεν αποκλείεται να εμπνεύστηκε από πραγματικό πρόσωπο: μαρτυρίες επέμεναν ότι ο Μπε ήταν υπαρκτό πρόσωπο που είχε ζήσει στη Μεσσήνη. Πάντως ο χαρακτήρας του εμφανίζεται ήδη από το 3ο επεισόδιο να ενδιαφέρεται για τη Ρένα και να την περιποιείται, σταδιακά να την ερωτεύεται και στο τελευταίο, 21ο επεισόδιο να εισβάλλει απρόσκλητος στη δεξίωση των «μορφωμένων κυριών». Κρατάμε τη σκηνή ως μια αλληγορία της διαδρομής του ίδιου του Καλογερόπουλου: ο αντισυμβατικός, περιθωριακός Μπε που ζει σε μια καλύβα μόνο με τα απαραίτητα εισβάλλει κι αναστατώνει την «καθώς πρέπει» κοινωνία.

 

● «ΜΗΤΣΟΣ» και «ΜΑΪΜΟΣ» στο «Κάμπινγκ». Με πρωταγωνιστές τον ίδιο τον Καλογερόπουλο, σε διπλό μάλιστα ρόλο, και τον Τάκη Μόσχο, η τηλεοπτική σειρά που προβλήθηκε στα μέσα του 1989 από την ΕΡΤ1, σε σενάριο Κώστα Γκάτζιου και σκηνοθεσία Ανδρέα Θωμόπουλου, αποτελούνταν από 13 50λεπτα επεισόδια γυρισμένα σε πραγματικό κάμπινγκ της παραλίας του Δρεπάνου Αργολίδας. Στην υπόθεση που περιέγραφε τις σχέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους πελάτες ενός κάμπινγκ στην Πελοπόννησο, κεντρικά πρόσωπα ήταν ο ιδιοκτήτης του χώρου, Τάκης, και ο Μήτσος, ο οποίος είχε τη φροντίδα των αλόγων που νοίκιασε ο πατέρας του στον Τάκη για την καλοκαιρινή «σχολή ιππασίας». Ο Μήτσος, σύμφωνα με την πλοκή, μπλέκει ερωτικά με τη Σαμάνθα, μια Γερμανίδα τουρίστρια που φτάνει μόνη στο κάμπινγκ. Η ιστορία όμως έχει πικρή κατάληξη: όταν εμφανίζεται ο Γερμανός σύζυγός της, ο Μήτσος μένει με την απογοήτευση, ενώ ο πατέρας του τον πιέζει να επιστρέψει στο χωριό και στα γίδια τους. Γι’ αυτόν τον ρόλο ο σεναριογράφος Κώστας Γκάτζιος είχε εξομολογηθεί πως τον είχε γράψει έχοντας εξαρχής στο μυαλό του τον Νίκο Καλογερόπουλο. Σπουδαιότερος ακόμα ήταν όμως ο ρόλος του Μάιμου, ιδιόμορφης μασκότ του κάμπινγκ και της περιοχής, ενός ανθρώπου με νοητική ιδιαιτερότητα, μοναχικού και περιθωριακού, που ψάχνει διαρκώς τον πατέρα του -την ταυτότητα του οποίου κανείς από όσους γνωρίζουν δεν θέλει να αποκαλύψει- και που δέχεται σχετικά στωικά τα πειράγματα των άλλων, μέχρι που θυμώνει και ξεσπά σε ακατάληπτες βρισιές. Αυτός είναι ο ρόλος, ενός περιθωριακού, μοναχικού και «σαλού» και πάλι, που αποθέωσε ο Καλογερόπουλος, εξηγώντας αργότερα σε συνεντεύξεις του ότι ο «Μάιμος» είχε προκύψει επειδή είχε ήδη παίξει τον «Μπε» στη «Μεθυσμένη Πολιτεία».

 

Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»
Μάιμος στο «Κάμπινγκ»

 

● «ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ» στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981). Στην έξυπνη κοινωνικοπολιτική σάτιρα του Θόδωρου Μαραγκού ο Καλογερόπουλος κρατά τον ρόλο του μικρότερου γιου του συντηρητικού γυμνασιάρχη Περικλή (Βασίλης Διαμαντόπουλος) κι αδελφού του Δημοσθένη (του εξαιρετικού Κώστα Τσάκωνα). Είναι ο ανήσυχος, αντιδραστικός έφηβος που αμφισβητεί την εξουσία, εξοργίζει τον πατέρα του, αρνείται την καθεστηκυία Ιστορία (και μειοψηφώντας στο χωριό τάσσεται ανοιχτά υπέρ της αναγραφής του ονόματος του κομμουνιστή αντιστασιακού Χρήστου Καναβού στο υπό ανέγερση μνημείο πεσόντων) και εκπροσωπεί βέβαια μια νέα ανυπότακτη γενιά που συγκρούεται με το μετεμφυλιακό παρελθόν και την αυθεντία. Από τις χαρακτηριστικότερες σκηνές, αυτή στην οποία ο Περικλής διαβάζει την έκθεση του Σωκράτη που καταγγέλλει την «παπαδοκρατία» στο χωριό τους και γίνεται έξαλλος. Χαρακτηριστικότερη ακόμα η σκηνή που ο Σωκράτης βάζει στο κασετόφωνο τέρμα το «Rasputin» των Boney M. και χορεύει έξαλλα μια ντίσκο δικής του επινόησης κάτω από το μπαλκόνι τριών κοριτσιών μέχρι να τον «συλλάβει» ο πατέρας του και να τον ταράξει στις φάπες. Η σκηνή είναι υπέροχη και για τον επιπλέον λόγο ότι σε μια ταινία που μιλά για ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, τη μνήμη του Εμφυλίου, τον διχασμό, τον εκπαιδευτικό αυταρχισμό και την καταπίεση, ο νεαρός Σωκράτης ανακηρύσσεται με υπόκρουση την ντίσκο επιτυχία των 80ς κατεξοχήν φορέας της νεανικής κουλτούρας κι ενός προοδευτικότερου τρόπου ζωής και σκέψης. Ο Σωκράτης ήταν βέβαια ο ρόλος για τον οποίο ο Καλογερόπουλος κέρδισε το Β’ Ανδρικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

 

● «ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ» στο «Άρπα Colla» (1982). Με έδρα ακόμα στο Βερολίνο, ο Νίκος Περάκης, που υπογράφει σενάριο και σκηνοθεσία, καταγράφει τις δικές του «συγκρούσεις με την αισθητική του κινηματογραφικού κατεστημένου και τα ιδεολογήματα των κομματικών διανοούμενων». Χρησιμοποιεί γι’ αυτό τους ρόλους δύο νέων φερέλπιδων σκηνοθετών οι οποίοι προσπαθούν να κάνουν μια ταινία που να αντιπροσωπεύει το όραμά τους και γι’ αυτό -μάταια- στρέφονται σε παραγωγούς και χορηγούς, μέχρι να συνειδητοποιήσουν πως το σινεμά στην Ελλάδα είναι περισσότερο κι από δύσκολη υπόθεση. Ο Μίμης Χρυσομάλλης ως «Γιώργος Μακρόπουλος» και ο Καλογερόπουλος ως «Αντωνάκος», που «κάνουν βίζιτες σε παραγωγούς ή παραμυθιάζουν πλούσιους φίλους ώστε να επενδύσουν στο ταλέντο τους», έχουν διαφορετική ιδεολογική και κινηματογραφική αντίληψη: ο ένας είναι πιο κομφορμιστής και θέλει μια πιο συμβατική αφηγηματική ταινία, ο άλλος πιο ριζοσπαστικός και «πειραματικός». Οι διαφωνίες τους τροφοδοτούν μεγάλο μέρος της κωμωδίας. Εδώ δεν έχουμε έναν «περιθωριακό» ή ιδιόρρυθμο τύπο, όπως ο «Μπε» ή ο «Μάιμος». Ο Κώστας είναι νέος κινηματογραφιστής, γεμάτος φιλοδοξίες, ιδεολογίες και νεύρο, αλλά ταυτόχρονα παγιδευμένος στην πραγματικότητα της κινηματογραφικής αγοράς, συνεπώς τελικά…περιθωριακός και πάλι.

 

● «ΜΠΑΜΠΗΣ» στο «Ρεμπέτικο» (1983) του Κώστα Φέρρη. Το ανυπέρβλητο αυτό κινηματογραφικό αριστούργημα πέρασε στην Ιστορία τόσο για την υπόθεση, μια μυθοπλαστική μεν, αλλά εμπνευσμένη από πραγματικά πρόσωπα «πινακοθήκη» του ρεμπέτικου με προεξάρχουσα τη μορφή της «Μαρίκας», όσο βέβαια και για τη μουσική, το μοναδικό δηλαδή έργο του Σταύρου Ξαρχάκου με τους στίχους του Νίκου Γκάτσου. Σ’ αυτήν την ταινία ο Καλογερόπουλος, παρότι προοριζόταν αρχικά για τον ρόλο του «Φώντα», διεκδίκησε εξαρχής την περίπτωση του (εμπνευσμένου απ’ τον Τσιτσάνη) «Μπάμπη» και μετά από μια σειρά ευτυχών συμπτώσεων για τον ίδιο πήρε τελικά τον ρόλο που του χάρισε Βραβείο Εξαιρετικής Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη.

 

Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»
Μπάμπης στο «Ρεμπέτικο»

 

● «Τυφεκιοφόρος Πεζικού ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ» στο «Λούφα και Παραλλαγή» (1984). Και μόνον το καστ (τους 46 χαρακτήρες ερμήνευαν ηθοποιοί όπως οι Γιώργος Κιμούλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταύρος Ξενίδης, Ανδρέας Φιλιππίδης, Χρήστος Βαλαβανίδης, Αντώνης Θεοδωρακόπουλος, Τάνια Καψάλη, Δημήτρης Πουλικάκος κ.ά.) προϊδέαζε για τις προθέσεις του Νίκου Περάκη που θα υπέγραφε μία από τις καλύτερες πολιτικές σάτιρες στην ιστορία του ελληνικού θεάματος και μια αξέχαστη στιγμή για το ελληνικό σινεμά. Βέβαια σε μια τόσο ξεχωριστή συγκέντρωση ηθοποιών θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει ένα και μόνο ταλέντο. Κι όμως, ο Καλογερόπουλος όχι μόνο ξεχώρισε· έγινε ένας από τους βασικούς ρόλους που έδωσαν στην ταινία τον παλμό της και «νομιμοποίησαν» την αποστολή της.

 

Ο «Γιάννης Παπαδόπουλος» είναι ένας απλός φαντάρος, οικογενειάρχης, από εκείνους που έχουν μάθει να επιβιώνουν λουφάροντας όταν μπορούν. Στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού όπου μετατίθεται η θητεία μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο διάλειμμα ελευθερίας: κάμερες, γυρίσματα (συμπεριλαμβανομένων των πορνό που γυρίζει η φανταρίστικη παρέα κρυφά για τα φράγκα), αυτοσχέδιες μπίζνες, πειράγματα και μια συνθήκη που ψάχνει τρόπο να κάνει τον στρατό υποφερτό. Μέχρι που έρχεται η 21η Απριλίου. Η παρέα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή γελούσε με την εξουσία, ανακαλύπτει ότι αυτή δαγκώνει άγρια. Ο Καλογερόπουλος, με το λαϊκό του χιούμορ, την αμεσότητα, την τρυφερότητα και εκείνη τη χαρακτηριστική αίσθηση του «μάγκα της διπλανής πόρτας», κατορθώνει και αλλάζει θερμοκρασία στην ερμηνεία του: το ανέμελο, κωμικό στοιχείο της φανταρίστικης και αντιεξουσιαστικής πλάκας υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του στον άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία μόλις εισέβαλε στη ζωή του. Εκεί βρίσκεται ίσως και η πιο χαρακτηριστική στιγμή της ερμηνείας του, την ώρα που ο ήρωάς του προσπαθεί να φτάσει στη μονάδα του ενώ η Αθήνα έχει γεμίσει τανκς. Για τον ρόλο αυτόν, κομβικό στην καριέρα του και αιτία ακόμα μεγαλύτερης δημοφιλίας στο σινεφίλ κοινό, θα κερδίσει το Α’ Ανδρικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

 

Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»
«Λούφα και Παραλλαγή»

 

● «ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ» στο «Ένας κι ένας» (2000) του Νίκου Ζαπατίνα. Ύστερα από μια σχεδόν δεκαεξάχρονη απουσία από τον κινηματογράφο, ο Νίκος Καλογερόπουλος επιστρέφει με έναν ρόλο που μοιάζει και πάλι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του (αν και μάλλον ισχύει ότι ο ίδιος είναι τόσο ευφυής ερμηνευτής ώστε ο θεατής να καταλήγει να το πιστεύει αυτό για κάθε ρόλο του). Υποδύεται λοιπόν τον «Πελοπίδα», έναν φυλακισμένο σε πενθήμερη άδεια, άνθρωπο του περιθωρίου που έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο – να φτάσει στα κρυμμένα χρήματα μιας ληστείας για την οποία βρίσκεται στη φυλακή. Μόνο που στον δρόμο του θα βρεθεί ο «Ορέστης» του (εξίσου ευφυούς ερμηνευτικά) Γιώργου Κιμούλη, τρόφιμος ψυχιατρείου. Και κάπως έτσι μετά από ένα τρακάρισμα στη μέση του πουθενά θα γεννηθεί ένα από τα πιο απρόβλεπτα και «έξοχα» κατά την κριτική κινηματογραφικά δίδυμα του ελληνικού σινεμά.

 

Ο Πελοπίδας ξέρει ότι τον παρακολουθούν δύο αστυνομικοί και, όπως και ο Ορέστης, παριστάνει πως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα. Από εκεί ξεκινά ένα road movie διαφυγής, παρεξηγήσεων και διαρκών ανατροπών, όπου οι δύο «περιθωριακοί» ήρωες, αντί να μείνουν αντίπαλοι, βρίσκουν έναν απρόσμενο κώδικα επικοινωνίας. Ο Καλογερόπουλος παίζει τον Πελοπίδα χωρίς να τον εξωραΐζει: μάγκας, καχύποπτος, πονηρός, με το ένστικτο του ανθρώπου που έχει μάθει να επιβιώνει, αλλά ταυτόχρονα με μια αφοπλιστική ανθρώπινη πλευρά.

 

Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη της ερμηνείας του. Απέναντι στον νευρωτικό, απρόβλεπτο Ορέστη του Κιμούλη, ο Πελοπίδας μοιάζει αρχικά ο «λογικός» της παρέας. Στην πορεία όμως τα όρια αντιστρέφονται και η ταινία παίζει διαρκώς με την ιδέα ότι ο πιο παράλογος άνθρωπος μπορεί να είναι τελικά ο πιο ελεύθερος – και ο πιο «φυσιολογικός» εκείνος που έχει μάθει απλώς να προσαρμόζεται.

 

Για τον Καλογερόπουλο, ο Πελοπίδας ήταν μετά από χρόνια μια προσωπική επιβεβαίωση ότι μπορούσε πάντα να υπηρετεί έναν πρωταγωνιστικό ρόλο με το δικό του, απολύτως προσωπικό μέτρο: λαϊκό χιούμορ, οικειότητα, ατίθαση ενέργεια, κυνισμός αλλά και τρυφερότητα. Αργότερα ήρθε πανηγυρικά και η δημόσια επιβεβαίωση όταν στο 41ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κέρδισε για δεύτερη φορά το Α’ Ανδρικό Βραβείο.

 

● «ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΚΟΤΡΩΝΗΣ» στους «Ιππείς της Πύλου» (2011). Ο Καλογερόπουλος επιστρέφει, αυτή τη φορά όχι απλώς ως ηθοποιός αλλά ως ο άνθρωπος που στήνει ολόκληρο το σύμπαν της ταινίας: σκηνοθετεί, γράφει το σενάριο, υπογράφει τη μουσική και πρωταγωνιστεί ως «Τηλέμαχος». Ο τελευταίος είναι ένας ηθοποιός με ένδοξο παρελθόν και αβέβαιο μέλλον, ο οποίος στα 50 του εγκαταλείπει την Αθήνα, κυνηγημένος από τις τράπεζες, και καταφεύγει σε ένα ερειπωμένο κάστρο στην καρδιά της Μεσσηνίας. Εκεί, ανάμεσα σε δύο αδελφούς που δεν μιλιούνται, την κουτσή αλλά όμορφη Δημοκρατία, έναν γιατρό, τον Μπάμπη «Φου» και γενικώς μια παρέα ανθρώπων που μοιάζει να έχουν ξεπηδήσει από άλλο χρόνο, αρχίζει ένα ποιητικό και παραληρηματικό ταξίδι ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα, τον Καραγκιόζη, το ρεμπέτικο και τη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης.

 

Η ταινία, με ένα καστ φίλων του που προσέτρεξαν αφιλοκερδώς (Ηλίας Λογοθέτης, Γιώργος Κιμούλης, Αντώνης Καφετζόπουλος, Αντώνης Θεοδωρακόπουλος, Τάκης Σπυριδάκης, Βάνα Μπάρμπα, Δημήτρης Καμπερίδης κ.ά.), είναι ένας φόρος τιμής στη Μεσσηνία στην οποία είχε εν τω μεταξύ καταφύγει και ο ίδιος. Και ο Τηλέμαχος είναι ασφαλώς ο πιο αυτοβιογραφικός από τους ήρωές του: ένας άνθρωπος που έχει χάσει τη θέση του, αλλά όχι την ανάγκη να ονειρεύεται, που βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά αρνείται να γίνει αόρατος. Και φυσικά ο Καλογερόπουλος ερμηνεύει τον ρόλο με εκείνη τη γνώριμη λαϊκή αμεσότητα, το πικρό χιούμορ και τη σαρκαστική απόχρωση εκείνου που έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι και δεν εντυπωσιάζεται πια εύκολα από κανέναν.

 

Το σενάριο μπλέκει τον Όμηρο με τον Αισχύλο, τον Καραγκιόζη με τον Βαμβακάρη και τους αρχαίους στωικούς με την οικονομική πραγματικότητα, φτιάχνοντας ένα σύμπαν παράλογο, λαϊκό, ποιητικό και βαθιά πολιτικό, το οποίο, αν κι εδώ πέρασε σχετικά απαρατήρητο, στο London Greek Film Festival (2011) απέσπασε 4 σημαντικά βραβεία: Καλύτερης Μεγάλου Μήκους Ταινίας, Ερμηνείας, Μουσικής και Φωτογραφίας (στον Γιάννη Δρακουλαράκο).

 

Σε ό,τι έμελλε να είναι το σκηνοθετικό του ντεμπούτο και ταυτόχρονα το κινηματογραφικό του κύκνειο άσμα (αν εξαιρέσουμε τη συμμετοχή του στο ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη για την Κατερίνα Γώγου) ο Καλογερόπουλος έδινε ξανά φωνή στους ανθρώπους που βρίσκονταν στο περιθώριο και τους έβαζε να μιλήσουν οι ίδιοι για την Ελλάδα, σαρκαστικά, ανορθόδοξα, θυμωμένα, τρυφερά. Οπως ήταν κι ο ίδιος.

 

Νίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): 10 κορυφαίοι ρόλοι για τον «Καλόγερα»
Τηλέμαχος Κοτρώνης στους «Ιππείς της Πύλου»