Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι εάν τα συγκεκριμένα συστήματα είναι προηγμένα. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη επένδυση αποτελεί την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση ενός τόσο μεγάλου ποσού, με δεδομένες τις ανάγκες και τις αδυναμίες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα ιδιαίτερα πυκνό και πολυεπίπεδο δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας. Patriot, S-300, TOR-M1, Crotale, Hawk και φορητά συστήματα όπως τα Stinger έχουν δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες ένα σύνθετο πλέγμα προστασίας. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι το υφιστάμενο δίκτυο είναι επαρκές ή ότι δεν χρειάζεται εκσυγχρονισμό. Σημαίνει όμως ότι κάθε νέα επένδυση θα πρέπει να απαντά με σαφήνεια στο ερώτημα ποιο συγκεκριμένο επιχειρησιακό κενό έρχεται να καλύψει.
Η σύγχρονη απειλή άλλωστε δεν περιορίζεται πλέον στα επανδρωμένα αεροσκάφη. Drones, πύραυλοι cruise, βαλλιστικά όπλα, ηλεκτρονικός πόλεμος και επιθέσεις κορεσμού μπορούν να δοκιμάσουν ακόμη και τα πιο σύγχρονα συστήματα αεράμυνας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η απλή προσθήκη περισσότερων σταθερών συστοιχιών δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη λύση. Απαιτείται συνδυασμός αισθητήρων, δικτύωσης, κινητικότητας, ηλεκτρονικού πολέμου, επαρκών αποθεμάτων πυραύλων και δυνατότητας προσβολής των εχθρικών μέσων πριν αυτά φτάσουν στους στόχους τους.
Υπό αυτή την έννοια, ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην αξιοποίηση και αναβάθμιση των δυνατοτήτων που ήδη υπάρχουν. Οι Patriot θα μπορούσαν να εκσυγχρονιστούν περαιτέρω, ενώ η ανανέωση των αποθεμάτων με σύγχρονους πυραύλους GEM-T και η ενίσχυση της αντιβαλλιστικής ικανότητας μέσω PAC-3 MSE θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά την αξία του υφιστάμενου δικτύου. Παράλληλα, η αναβάθμιση ραντάρ, κέντρων διοίκησης και ελέγχου και άλλων κρίσιμων υποσυστημάτων θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα ολόκληρης της αρχιτεκτονικής.
Το ίδιο ισχύει και για παλαιότερα συστήματα, στο μέτρο βέβαια που η τεχνική και επιχειρησιακή τους κατάσταση επιτρέπει την παράταση της ζωής τους. Δεν έχει νόημα η διατήρηση ξεπερασμένου υλικού μόνο και μόνο για λόγους αριθμητικής πληρότητας, αλλά ούτε και η εγκατάλειψη συστημάτων που μπορούν, με στοχευμένες παρεμβάσεις, να συνεχίσουν να προσφέρουν χρήσιμες δυνατότητες.
Παράλληλα, υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που αφορά τη συνολική ελληνική αμυντική πολιτική: η εξάρτηση από τις εισαγωγές. Μια μεγάλη προμήθεια μπορεί να προσφέρει άμεση ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων, δεν δημιουργεί όμως από μόνη της παραγωγική αυτάρκεια. Σε μια παρατεταμένη κρίση, η δυνατότητα επισκευής, συντήρησης, κατασκευής ανταλλακτικών και αναβάθμισης κρίσιμων συστημάτων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την αρχική απόκτηση του οπλικού συστήματος.
Ένα μέρος μιας επένδυσης τέτοιου μεγέθους θα μπορούσε συνεπώς να χρησιμοποιηθεί για την αναζωογόνηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, με τη συμμετοχή κρατικών οργανισμών, πανεπιστημίων και ιδιωτικών εταιρειών. Η ανάπτυξη και παραγωγή συστημάτων όπως το ASRAD HELLAS θα μπορούσε να αποτελέσει μόνο ένα κομμάτι μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας. Ο στόχος θα έπρεπε να είναι η δημιουργία μιας παραγωγικής βάσης που θα μπορεί να σχεδιάζει, να κατασκευάζει, να επισκευάζει και να εξελίσσει κρίσιμες τεχνολογίες χωρίς να εξαρτάται σε κάθε στάδιο από έναν ξένο προμηθευτή.
Το ίδιο σημαντική είναι η επένδυση στα μη επανδρωμένα συστήματα. Οι τελευταίες συγκρούσεις έχουν αποδείξει ότι τα drones μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά, με σχετικά χαμηλό κόστος και σε μεγάλη ποικιλία αποστολών. Η ανάπτυξη ελληνικών γραμμών παραγωγής UAV, από μικρά τακτικά συστήματα μέχρι μεγαλύτερα μέσα επιτήρησης και κρούσης, θα μπορούσε να προσφέρει στις Ένοπλες Δυνάμεις μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και κυρίως μεγαλύτερο όγκο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα loitering munitions, καθώς συνδυάζουν δυνατότητες εντοπισμού και προσβολής στόχων. Η δυνατότητα παραγωγής τέτοιων συστημάτων σε μεγάλους αριθμούς θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο επίπεδο επιχειρησιακής ευελιξίας, ειδικά απέναντι σε στόχους που δεν δικαιολογούν τη χρήση πολύ ακριβότερων όπλων.
Ανάλογη λογική θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη θάλασσα. Για μια χώρα με εκτεταμένο νησιωτικό χώρο, τα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας μπορούν να προσφέρουν δυνατότητες επιτήρησης, αναγνώρισης και άλλων αποστολών, χωρίς την ανάγκη έκθεσης προσωπικού. Ένας μεγάλος αριθμός μικρών και δικτυωμένων USV δεν μπορεί φυσικά να αντικαταστήσει τις φρεγάτες ή τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία, μπορεί όμως να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αυξάνοντας σημαντικά την εικόνα του θαλάσσιου πεδίου και την παρουσία σε κρίσιμες περιοχές.
Ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να εξεταστεί είναι η ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας σε συστήματα κρούσης μεγάλου βεληνεκούς. Η αποτροπή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα μιας χώρας να αναχαιτίσει μια επίθεση. Εξαρτάται επίσης από το εάν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι μια επιθετική ενέργεια μπορεί να έχει σοβαρό κόστος για τις δικές του υποδομές και δυνάμεις.
Η Τουρκία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια στην ανάπτυξη εγχώριας πυραυλικής τεχνολογίας και έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια σημαντική παραγωγική και τεχνολογική βάση. Η Ελλάδα δεν διαθέτει αντίστοιχη παράδοση σε τέτοια συστήματα, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές της. Η ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας στους κινητήρες, στα συστήματα καθοδήγησης, στους αισθητήρες και στις σχετικές τεχνολογίες θα απαιτούσε μακροχρόνιο σχεδιασμό και σημαντικούς πόρους, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει στρατηγική επένδυση για το μέλλον.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται και μια διευκρίνιση σχετικά με το MTCR, καθώς συχνά παρουσιάζεται ως απόλυτη απαγόρευση ανάπτυξης πυραύλων άνω των 300 χιλιομέτρων. Στην πραγματικότητα, το καθεστώς αφορά πρωτίστως τον έλεγχο εξαγωγών και μεταφοράς σχετικής τεχνολογίας και δεν αποτελεί απλή διεθνή απαγόρευση προς μια χώρα να αναπτύξει εγχώρια ένα τέτοιο σύστημα για δική της χρήση. Η ανάπτυξη όμως ενός πυραυλικού συστήματος μεγάλου βεληνεκούς αποτελεί εξαιρετικά απαιτητικό τεχνολογικό εγχείρημα και προϋποθέτει πολυετή συνέπεια, χρηματοδότηση και οργανωμένη βιομηχανική βάση.
Η ιστορία έχει δείξει επίσης ότι ακόμη και τα πιο πυκνά δίκτυα αεράμυνας μπορούν να αντιμετωπιστούν όταν ο αντίπαλος συνδυάζει διαφορετικές τεχνολογίες και τακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοιλάδα Μπεκάα το 1982, όπου οι ισραηλινές δυνάμεις χρησιμοποίησαν UAV, ηλεκτρονικό πόλεμο, αναγνώριση, παραπλάνηση και αεροπορική ισχύ για να εξουδετερώσουν σημαντικό μέρος της συριακής αντιαεροπορικής διάταξης.
Το μάθημα από τέτοιες επιχειρήσεις δεν είναι ότι η αεράμυνα είναι άχρηστη. Είναι ότι καμία στατική γραμμή άμυνας δεν μπορεί να θεωρείται απόλυτα ασφαλής. Η επιβίωση στο σύγχρονο πεδίο μάχης απαιτεί διασπορά, κινητικότητα, εφεδρείες, πολλαπλά επίπεδα αισθητήρων και όπλων, ηλεκτρονικό πόλεμο και δυνατότητα γρήγορης αναπλήρωσης των απωλειών.
Γι’ αυτό και η ελληνική συζήτηση δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στο δίλημμα «αγορά νέων συστημάτων ή ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής». Η χώρα χρειάζεται σύγχρονη αεράμυνα, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται παραγωγική και τεχνολογική αυτονομία. Χρειάζεται αναβαθμισμένους Patriot και επαρκή αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων, αλλά και drones, loitering munitions, ηλεκτρονικό πόλεμο, μη επανδρωμένα ναυτικά μέσα και μακροπρόθεσμη επένδυση σε εγχώρια πυραυλική τεχνολογία.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι επομένως πόσες νέες συστοιχίες θα προστεθούν στον υπάρχοντα κατάλογο. Είναι εάν τα χρήματα που διαθέτει η χώρα μπορούν να μετατραπούν σε ένα σύστημα άμυνας που θα είναι όχι μόνο ισχυρό την ημέρα της παραλαβής του, αλλά θα μπορεί να συντηρείται, να ανανεώνεται και να εξελίσσεται για δεκαετίες.
Η αποτροπή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αγορά ακριβών όπλων. Εξαρτάται από τον συνδυασμό τεχνολογίας, ανθρώπινου δυναμικού, παραγωγής, αποθεμάτων, πληροφοριών και δυνατότητας προσαρμογής. Για την Ελλάδα, η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργήσει έναν τέτοιο συνδυασμό, ώστε να διαθέτει όχι μόνο «ασπίδα», αλλά και την ικανότητα να συνεχίσει να παράγει ισχύ όταν οι συνθήκες γίνουν πραγματικά δύσκολες.










