Κλιμακώνεται η ένταση μετά τις γερμανικές καταγγελίες για ρωσική υβριδική επίθεση με drones - Βερολίνο, Βρυξέλλες και ΝΑΤΟ εξετάζουν νέα μέτρα και κυρώσεις, ενώ η Μόσχα προειδοποιεί ότι θα απαντήσει
Σε νέα φάση εισέρχεται η αντιπαράθεση Ευρώπης και Ρωσίας, μετά τις καταγγελίες της Γερμανίας ότι πίσω από την απόπειρα υβριδικής επίθεσης με drones στο αεροδρόμιο της Λειψίας βρίσκεται η Μόσχα. Η Ρωσία απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες, ωστόσο Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ προετοιμάζουν ήδη την αντίδρασή τους.
Το ζήτημα αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της συνάντησης που προγραμματίζουν για σήμερα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Παράλληλα, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο πλευρών αναμένεται να εξετάσουν το ενδεχόμενο πρόσθετων κυρώσεων κατά της Ρωσίας σε επερχόμενη συνάντηση, για την οποία δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί χρόνος και τόπος.
Η Γερμανία έχει ήδη μεταφέρει το θέμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητώντας μεταξύ άλλων νέα μέτρα κατά του ρωσικού «σκιώδους στόλου» και την ενίσχυση του υφιστάμενου πλαισίου κυρώσεων.
Οι κυρώσεις, ωστόσο, αποτελούν μόνο μία πτυχή της νέας έντασης. Οι σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας επιδεινώνονται με ταχύτητα, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν μέχρι στιγμής στάση σιωπής, παρά τη σκληρή ρητορική που ανταλλάσσουν οι δύο πλευρές.
Η Γερμανία αποδίδει στη Ρωσία την ευθύνη για drone που εντοπίστηκε στις 4 Αυγούστου, κοντά σε ουκρανικά μεταγωγικά αεροσκάφη. Σύμφωνα με τις γερμανικές Αρχές, το μη επανδρωμένο αεροσκάφος έφερε εκρηκτικό μηχανισμό, ο οποίος δεν εξερράγη λόγω εμπλοκής. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο ένα δεύτερο drone να συγκρούστηκε με αεροσκάφος μεταφοράς φορτίου που βρισκόταν σε μικρή απόσταση.
Βερολίνο: «Καθημερινός στόχος υβριδικού πολέμου»
Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, παρουσίασε στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με το Βερολίνο, συνδέουν τη Ρωσία με την επίθεση στη Λειψία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διαμόρφωση του drone, τα εξαρτήματα και τα εκρηκτικά που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και ο τρόπος δράσης, ο οποίος, κατά τις γερμανικές Αρχές, παραπέμπει σε προηγούμενες ρωσικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη.
Ο Ντόμπριντ ανέφερε ότι οι γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας καταγράφουν «υψηλό επίπεδο απειλών» από υβριδικές επιχειρήσεις τόσο στη Γερμανία όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Όπως υποστήριξε, το περιστατικό της Λειψίας «δεν είναι μεμονωμένο, αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου υβριδικών ενεργειών», εκτιμώντας παράλληλα ότι η Γερμανία θα εξακολουθήσει να αποτελεί στόχο ανάλογων επιθέσεων. «Να είμαστε σαφείς: Δεν είμαστε σε πόλεμο, αλλά είμαστε καθημερινός στόχος υβριδικού πολέμου», τόνισε.
Το Βερολίνο πέρασε, πάντως, και σε συγκεκριμένα μέτρα. Η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στις 18 Σεπτεμβρίου θα κλείσουν ο «Οίκος της Ρωσίας» στο Βερολίνο και το ρωσικό Προξενείο στη Βόννη. Την απόφαση χαιρέτισαν ευρωπαϊκοί θεσμοί, εταίροι της Γερμανίας και το ΝΑΤΟ.
Η αντίδραση της Μόσχας ήταν άμεση και σε υψηλούς τόνους. Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, προειδοποίησε ότι η Γερμανία «θα λάβει την κατάλληλη απάντηση».
Κατηγόρησε μάλιστα το Βερολίνο ότι, «με ένα εντελώς αβάσιμο και παρατραβηγμένο πρόσχημα», οδηγεί εκ νέου τις διμερείς σχέσεις σε κλιμάκωση, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν παρουσιαστεί πειστικά ή σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία για τις κατηγορίες σε βάρος της Ρωσίας.
Στην ίδια λογική της «απάντησης», αλλά από την αντίθετη πλευρά, κινείται και η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χαιρετίζοντας τα μέτρα που ανακοίνωσε η Γερμανία, υπογράμμισε ότι «οι υβριδικές επιθέσεις δεν θα μείνουν χωρίς σαφή απάντηση». Ανάλογο μήνυμα έστειλε και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, επισημαίνοντας ότι τέτοιου είδους ενέργειες αυξάνονται στην Ευρώπη και «δεν μπορούν να μένουν χωρίς απάντηση».
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, από την πλευρά του, δήλωσε ότι οι προσπάθειες της Ρωσίας «να μας εκφοβίσει, να υπονομεύσει την ενότητά μας και την αποφασιστικότητά μας να υποστηρίξουμε την Ουκρανία» είναι μάταιες και, όπως είπε, «θα αποτύχουν».
Την αλληλεγγύη της Ελλάδας προς τη Γερμανία εξέφρασε και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, σημειώνοντας ότι οι προσπάθειες εκφοβισμού των ευρωπαϊκών δημοκρατιών δεν θα επιτύχουν. «Παραμένουμε αταλάντευτοι και θα διατηρήσουμε μια αξιόπιστη αποτρεπτική δύναμη για την προστασία των πολιτών μας και της ασφάλειάς μας», ανέφερε.
ΕΕ και ΝΑΤΟ ενισχύουν το μέτωπο - Το ερωτηματικό με τις ΗΠΑ
Στο πλευρό της Γερμανίας έχουν ταχθεί επίσης η Βρετανία, η Ιταλία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία και η Ουκρανία, καθώς η ένταση στις σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας εντείνεται. Η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Πόλα Πίνιο, επιβεβαίωσε ότι επίκειται συνάντηση υπουργών Εξωτερικών για το ζήτημα, στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Πηγές της Συμμαχίας ανέφεραν ότι οι συνομιλίες θα επικεντρωθούν κυρίως στην εμβάθυνση της συνεργασίας απέναντι στις υβριδικές απειλές.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, υποστηρίζει ότι η Ρωσία αυξάνει αυτού του είδους τα «περιστατικά» με στόχο «να μας τρομάξει και να μας αποθαρρύνει από τη στήριξη της Ουκρανίας». Από την πλευρά του, ο Εσθονός υπουργός Άμυνας, Χάνο Πεβκούρ, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για περισσότερες ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις.
Το περιστατικό στη Λειψία, η ανεύρεση εκρηκτικών μηχανισμών σε εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης στη Γερμανία, αλλά και οι καταγγελίες Ρουμανίας και Εσθονίας για ρωσικές υβριδικές ενέργειες αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, μόνο την αρχή. «Η Ρωσία δοκιμάζει ποια είναι τα όριά μας. Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι», υπογράμμισε.
Το μεγαλύτερο ερωτηματικό, ωστόσο, αφορά τη στάση της Ουάσινγκτον. Ενώ Ευρωπαίοι ηγέτες και κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ εκφράζουν δημόσια την αλληλεγγύη τους προς τη Γερμανία και ζητούν κοινή στάση απέναντι στη Μόσχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν μέχρι στιγμής τοποθετηθεί δημόσια.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η αμερικανική κυβέρνηση θα επιλέξει να στηρίξει ανοιχτά το Βερολίνο ή αν θα επιδιώξει να κρατήσει χαμηλότερους τόνους απέναντι στη Ρωσία, μια επιλογή που θα μπορούσε να προκαλέσει νέα ερωτήματα στους Ευρωπαίους συμμάχους της.
Η εικόνα ενδέχεται να ξεκαθαρίσει ακόμη και σήμερα. Μετά τη συνάντηση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον Μαρκ Ρούτε και τις επαφές μεταξύ των αρμόδιων υπουργών, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ή άλλος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης αναμένεται να κληθεί να τοποθετηθεί για τη νέα κρίση.
Μέση Ανατολή: Νέα αμερικανικά πλήγματα. Αντίποινα του Ιράν

Μέση Ανατολή: Νέα αμερικανικά πλήγματα. Αντίποινα του Ιράν
Σε αδιέξοδο οι συνομιλίες μεταξύ των δυο πλευρών
Το Ιράν επιτέθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες σε στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, έπειτα από νέο κύμα αμερικανικών πληγμάτων στο έδαφός του, το δεύτερο μέσα σε μερικά 24ωρα.
«Αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν στόχους του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης», συμπεριλαμβανομένων «εγκαταστάσεων αντιαεροπορικής άμυνας, συστημάτων ραντάρ, ναυτικών πόρων και εγκαταστάσεων, δυνατοτήτων πόντισης ναρκών και επικοινωνιακών εγκαταστάσεων», ανέφερε μέσω X το μικτό διοικητήριο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων που είναι αρμόδιο για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM, «κεντρική διοίκηση»), ανακοινώνοντας το πέρας του κύματος βομβαρδισμών.
Το Ιράν έκανε γνωστό ότι διεξήγαγε «αποφασιστική επιχείρηση σε αντίποινα», βάζοντας στο στόχαστρο «βάσεις και συμφέροντα» των ΗΠΑ στην περιοχή με πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα εφόρμησης, μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Tasnim.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν κατόπιν ότι επιτέθηκαν εναντίον αμερικανικών βάσεων στην Ιορδανία, στο Ιράκ και στο Μπαχρέιν.
Αν η Τεχεράνη «ανταποδώσει αυτή την εντελώς δικαιολογημένη επίθεση, θα χτυπηθεί ξανά, πολύ πιο σκληρά και πιο δυνατά», απείλησε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μέσω Truth Social.
Οι ιορδανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι κατέστρεψαν δέκα βαλλιστικούς πυραύλους οι οποίοι εκτοξεύτηκαν από το Ιράν, προσθέτοντας πως άλλοι τρεις κατέπεσαν σε απομακρυσμένες, ακατοίκητες περιοχές, χωρίς να αναφερθούν τραυματισμοί.
Το Κουβέιτ ανακοίνωσε επίσης ότι έγινε στόχος επίθεσης με πυραύλους και drones, ενώ ήχησαν σειρήνες συναγερμού στο Μπαχρέιν νωρίς το πρωί, διαπίστωσαν ανταποκριτές του Γαλλικού Πρακτορείου.
Εκπρόσωπος της κεντρικής στρατιωτικής διοίκησης του Ιράν, ο Εμπραχίμ Ζολφαγαρί, υποσχέθηκε «μεγαλύτερα και πιο καταστροφικά αντίποινα» σε περίπτωση συνέχισης των αμερικανικών επιθέσεων, προειδοποιώντας «κάθε χώρα που συνεργάζεται με τον επιτιθέμενο αμερικανικό στρατό».
11 νεκροί από τα αμερικανικά πλήγματα
Τουλάχιστον 11 άνθρωποι σκοτώθηκαν στη σειρά αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράν από χθες Τρίτη το βράδυ ως τις πρώτες πρωινές ώρες, σύμφωνα με —ακόμη προκαταρκτικό— απολογισμό που μεταδίδει το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων IRNA. Επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και άλλοι οκτώ τραυματίστηκαν σε επίθεση με πυραύλους στην επαρχία Χουζεστάν (νοτιοδυτικά)· ενώ τέσσερις άνθρωποι που παραβρίσκονταν σε γαμήλια γιορτή σκοτώθηκαν στην πόλη Κουχεστάκ, στην επαρχία Ορμουζγκάν, κατά την πηγή αυτή.
Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί άρχισαν μερικές ώρες αφού ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν πρότεινε επιστροφή στη διπλωματία -- ενώ οι διαπραγματεύσεις έχουν περιέλθει σε απόλυτο αδιέξοδο εδώ και καιρό.
Διαβεβαίωσε ότι αν οι ΗΠΑ τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν με το λεγόμενο μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ, που υπογράφτηκε στα μέσα Ιουνίου αλλά έγινε κομμάτια μερικές εβδομάδες αργότερα, «η Ισλαμική Δημοκρατία θα λάβε αμέσως μέτρα αμοιβαιότητας».
Η κρατική τηλεόραση έκανε λόγο χθες για πολλές εκρήξεις στο νότιο τμήμα της χώρας, κοντά στην Μπαντάρ Αμπάς και στο νησί Κεσμ, στον Κόλπο, όπου βρίσκεται καίριας σημασίας τερματικός πετρελαϊκός εξαγωγικός σταθμός του Ιράν.
Κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν ανέφεραν επίσης ότι στοχοποιήθηκε αεροδρόμιο στο νότιο Ιράν, στην επαρχία Κερμάν.
Οι χθεσινοί αμερικανικοί βομβαρδισμοί διεξήχθησαν αφού δυο πολύ μεγάλα πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια χτυπήθηκαν από «βλήματα άγνωστης προέλευσης» καθώς διέσχιζαν το στενό αυτό μεγάλης στρατηγικής σημασίας, σύμφωνα με την ελληνική εταιρεία διαχείρισης θαλάσσιων κινδύνων MARISKS.
Οι τιμές των υδρογονανθράκων έκαναν άλμα μετά τις νέες εχθροπραξίες. Το βαρέλι της αμερικανικής ποικιλίας αργού WTI ξεπέρασε το συμβολικό όριο των 90 δολαρίων για πρώτη φορά από τα τέλη Ιουλίου. Στην Ευρώπη, η τιμή του αερίου έφτασε σε υψηλό τριετίας.










