Μαρία Ράντου
Ο Φλωρίδης υπογράμμισε ότι από την επόμενη συνεδρίαση θα εφαρμοστούν αυστηρά τα προβλεπόμενα από τον νόμο, με ελεγχόμενη είσοδο δικηγόρων και διαδίκων
Ο Γιώργος Φλωρίδης τοποθετήθηκε για τη διεξαγωγή της δίκης για την υπόθεση των Τεμπών, μιλώντας στην εκπομπή «Αταίριαστοι», εστιάζοντας στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν σχετικά με τη χωρητικότητα της αίθουσας και τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι από την επόμενη συνεδρίαση θα εφαρμοστούν αυστηρά τα προβλεπόμενα από τον νόμο, με ελεγχόμενη είσοδο δικηγόρων και διαδίκων, καθώς και διαδικασία ταυτοποίησης από την αστυνομία.
«Την Τετάρτη λοιπόν θα μπουν στην αίθουσα όσοι ο νόμος ορίζει ότι πρέπει να μπουν. Θα μπουν λοιπόν με έλεγχο οι δικηγόροι με βάση και τους ποιους εκπροσωπούν και θα μπουν και οι συγγενείς εκείνοι, οι διάδικοι δηλαδή, οι οποίοι είναι οι πρώτοι να ξεκινήσει νομοποίηση. Ταυτοποίηση θα κάνει η αστυνομία» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Φλωρίδης.
Όπως εξήγησε, η αρχική φάση της δίκης αφορά τη «νομοποίηση» των παριστάμενων, δηλαδή την επιβεβαίωση των δικηγόρων και των διαδίκων που έχουν δικαίωμα συμμετοχής.
«Οι πρώτες μέρες, που θα έπρεπε λογικά να είναι και πιο καλά οργανωμένες, είναι η περίφημη νομοποίηση. Τι είναι η νομοποίηση. Είναι ότι το δικαστηρίο, με βάση τον κατάλογο που υπάρχει στο κατηγορητήριο εκεί, εκφωνεί. Άρα, λοιπόν, νομιμοποιεί οποίους πρέπει να κάτσουν. Είναι διάδικοι οι οποίοι θα παραστούν στη δίκη» .
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε οργανωτικές αστοχίες των πρώτων ημερών, σημειώνοντας ότι, αν και ο χώρος μπορούσε να υποστηρίξει τη διαδικασία, δεν αξιοποιήθηκε σωστά, γεγονός που οδήγησε σε αλλαγές και παρεμβάσεις.
Ο κ. Φλωρίδης επισήμανε επίσης τη συνεργασία με την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, οι οποίοι εντόπισαν λειτουργικά προβλήματα και πρότειναν βελτιώσεις, όπως η αφαίρεση προσωρινών κατασκευών και η προσθήκη μικροφώνων.
«Εγώ είχα μια πάρα πολύ καλή συνεργασία με την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Εκεί ήταν εκπροσωποί τους, οι οποίοι εντόπισαν κάποια λειτουργικά μέσα στην αίθουσα ή και δίπλα, τα οποία πρότειναν ότι πρέπει να γίνουν. Αυτά που πρότειναν γίνονται σήμερα. Δηλαδή κάτι γυψωσανίδες να πέσουν. Όλα αυτά αφαιρούνται και μπαίνουν περισσότερα μικρόφωνα».
Αναφερόμενος στην αίθουσα του Εφετείου Αθηνών, διευκρίνισε ότι πρόκειται για χώρο εκδηλώσεων και όχι για κανονική δικαστική αίθουσα, γεγονός που εξηγεί την έλλειψη ειδικών εδράνων για δικηγόρους. Ωστόσο, όπως είπε, υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις που επαρκούν για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.
«Έχουμε έδρανα, κανονικά έδρανα για 110 δικηγόρους και είχαμε μέχρι την ημέρα που ξεκίνησε περίπου άλλες 80 θέσεις καθίσματα δηλαδή εργασίας. Την Τετάρτη θα ξεκινήσει κανονικά η δίκη. Την Τετάρτη θα συνεχιστεί κανονικά υπό την έννοια ότι το δικαστήριο έχοντας αυτή την πολύ δυσάρεστη εμπειρία που πίστευε ότι όλα θα γίνουν καλά και τίποτα δεν έγινε καλά».
Ο υπουργός κατέληξε ότι η δίκη θα συνεχιστεί κανονικά, με αυξημένα μέτρα οργάνωσης και ελέγχου, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή εξέλιξή της.
Οργανωτική αστοχία ή μεθόδευση;
Η εικόνα χάους που καταγράφηκε κατά την πρώτη ημέρα της δίκης για το δυστύχημα στα Τέμπη δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα οργανωτικής ανεπάρκειας. Αντιθέτως, γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν λειτούργησαν (ή και σχεδιάστηκαν) προς τον περιορισμό της δημοσιότητας σε μια δίκη με τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Τα γεγονότα είναι ενδεικτικά. Μια αίθουσα που αποδείχθηκε ανεπαρκής, παρά τα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν για τη διαμόρφωσή της. Υπερσυγκέντρωση κόσμου, συγγενείς θυμάτων να κάθονται στο εδώλιο των κατηγορουμένων, τεχνικές δυσλειτουργίες και αδυναμία ελέγχου της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια εικόνα αποδιοργάνωσης που δεν επέτρεπε την ομαλή διεξαγωγή της δίκης.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς προέκυψε αυτό το χάος, αλλά και τι ακολούθησε. Η απάντηση ήρθε μέσα από τις δηλώσεις του Γιώργου Φλωρίδη, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι στο εξής «θα μπουν στην αίθουσα οι απολύτως απαραίτητοι». Η διατύπωση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η πρόσβαση περιορίζεται αυστηρά σε διαδίκους και δικηγόρους, με αποκλεισμό στην πράξη τόσο του κοινού όσο και της ευρύτερης δημοσιογραφικής παρουσίας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το αρχικό χάος δημιουργεί τις συνθήκες για να εμφανιστεί ως «αναγκαία λύση» ο δραστικός περιορισμός της παρουσίας. Με άλλα λόγια, μια προβληματική κατάσταση λειτουργεί ως επιχείρημα για μια επιλογή που, υπό κανονικές συνθήκες, θα προκαλούσε εντονότερες αντιδράσεις, δηλαδή τη διεξαγωγή μιας δίκης υψηλότατου ενδιαφέροντος χωρίς ουσιαστική δημοσιότητα.
Η σύνδεση γίνεται ακόμη πιο σαφής αν ληφθεί υπόψη το πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο για την κάλυψη δικών. Η ρύθμιση του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στην ήδη ισχύουσα απαγόρευση τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης, αλλά επεκτείνει την απαγόρευση και στο διαδίκτυο. Παράλληλα, θέτει εκτός διαδικασίας τα λεγόμενα «παρατηρητήρια», τα οποία τα τελευταία χρόνια είχαν λειτουργήσει ως ένας εναλλακτικός μηχανισμός καταγραφής και διάχυσης της δικαστικής διαδικασίας στο κοινό.
Τα «παρατηρητήρια» είχαν αναδειχθεί ιδιαίτερα σε υποθέσεις με έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον, όπως η δίκη για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ή εκείνη της Χρυσής Αυγής, προσφέροντας λεπτομερή και συστηματική ενημέρωση. Η κατάργηση αυτής της δυνατότητας, σε συνδυασμό με τον περιορισμό της φυσικής παρουσίας στην αίθουσα, δημιουργεί ένα διπλό φίλτρο, που εξυπηρετεί ακριβώς την μη ορατότητα της δίκης: ούτε εντός της αίθουσας υπάρχει επαρκής παρουσία, ούτε εκτός αυτής υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής αναμετάδοσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια δίκη που, ενώ αφορά ένα από τα πλέον τραυματικά γεγονότα της σύγχρονης μεταπολιτευτικής ιστορίας, κινδυνεύει να διεξαχθεί με περιορισμένη ορατότητα και διαφάνεια. Και αυτό δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Η αρχή της δημοσιότητας των δικών αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου. Δεν αφορά μόνο το δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται, αλλά τη δυνατότητα της κοινωνίας να παρακολουθεί πώς απονέμεται η Δικαιοσύνη
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αλληλουχία των γεγονότων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μια ανεπαρκής αίθουσα οδηγεί σε χάος, το χάος οδηγεί σε αυστηρούς περιορισμούς πρόσβασης και οι περιορισμοί αυτοί ενισχύονται από ένα νομοθετικό πλαίσιο που περιορίζει και τις εναλλακτικές μορφές δημοσιοποίησης.
Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ευθέως η πρόθεση της κυβέρνησης. Ωστόσο, οι εξελίξεις δημιουργούν συμπτώσεις και η κατεύθυνση που αυτές λαμβάνουν συγκροτούν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη.
Σε μια δίκη τέτοιου «αναστήματος», όπου διακυβεύεται όχι μόνο η απόδοση ευθυνών αλλά και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, η περιορισμένη δημοσιότητα δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Αποτελεί βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό διακύβευμα.
Τελικά, το χάος μπορούσε να αποφευχθεί ή εξυπηρέτησε έναν σκοπό;











