Το όραμα του προέδρου των ΗΠΑ για το μέλλον της Βενεζουέλας φαίνεται να αποκλίνει από τις απόψεις κορυφαίων αξιωματούχων της εξωτερικής του πολιτικής
Ο Ντόναλντ Τραμπ λέει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να «κυβερνήσουν» τη Βενεζουέλα μετά την αιχμαλώτιση του προέδρου Νικολάς Μαδούρο. Όμως χωρίς στρατιωτική παρουσία επί του πεδίου, το αμερικανικό σχέδιο που μοιάζει να διαγράφεται, υπολογίζει να στηριχθεί στην υφιστάμενη κυβέρνηση. Βέβαια, όπως αναλύει η Telegraph και σύμφωνα με αξιωματούχους ο αμερικανός πρόεδρος δεν έχει κανένα σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Η αμερικανική πρεσβεία στο Καράκας έχει κλείσει, καμία επιτόπια αμερικανική στρατιωτική παρουσία δεν είναι γνωστή, και ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε αόριστα για το ότι η δική του κυβέρνηση θα είναι επί το έργον. Ακόμη και η εισβολή στο Ιράκ το 2003 --που κόστισε στις ΗΠΑ του Τζορτζ Γ. Μπους πολλές επικρίσεις-- είχε σχεδιαστεί περισσότερο, με την τοποθέτηση μιας προσωρινής Αρχής του συνασπισμού ως μεταβατικής κυβέρνησης.
Θολή η επόμενη ημέρα
Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο το Σάββατο, ο Τραμπ φαίνεται να βασίζεται στους στενούς του συνεργάτες για να διαμορφώσουν εκ των υστέρων την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στη χώρα. «Δεν υπάρχει οδικός χάρτης, δεν υπάρχει σχέδιο για το τι ακολουθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά μία από τις πηγές. «Και όποιος λέει ότι υπάρχει κάτι πέρα από αποφάσεις της ημέρας, απλώς δεν είναι ειλικρινής».
«Η μοναδική λύση ώστε η Ματσάδο να εγκατασταθεί στο προεδρικό μέγαρο και να κυβερνήσει τη χώρα θα ήταν μια μαζική αμερικανική στρατιωτική παρουσία, που θα ήταν πολύ αιματηρή, θα είχε λίγες πιθανότητες επιβίωσης, και θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα εσωτερικής πολιτικής για τον Τραμπ», ένα από τα επιχειρήματα του οποίου στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ήταν μια μη επεμβατική θέση, λέει ο Μαρκ Τζόουνς, ειδικός στη Βενεζουέλα στο Πανεπιστήμιο Ράις του Τέξας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε τη Ματσάδο πάντως: «Δεν έχει ούτε την αναγκαία υποστήριξη, ούτε τον σεβασμό στη χώρα της», εκτίμησε.
Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας οδηγήθηκε τη Δευτέρα σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν. Είχε συλληφθεί το πρωί του Σαββάτου σε μια τολμηρή επιχείρηση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, προκειμένου να αντιμετωπίσει κατηγορίες για ναρκοτρομοκρατία.
Στο Καράκας, η αντιπρόεδρος του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, ορκίστηκε πρόεδρος. Αρχικά υιοθέτησε σκληρή ρητορική, ωστόσο στη συνέχεια άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Από μία πλευρά, πρέπει να φαίνεται αγανακτισμένη από αυτό που συνέβη. Την ίδια στιγμή, πρέπει να φαίνεται ανοικτή στην προώθηση φιλοαμερικανικών πολιτικών που θα είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί το καθεστώς της, καθώς επί 27 χρόνια θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες ορκισμένο εχθρό του», εξηγεί ο Ράιαν Μπεργκ, ερευνητής στο Centre for Strategic and International Studies στην Ουάσινγκτον.

Όμως η κίνηση δεν θα είναι εύκολη, προβλέπει ο πρώην δεύτερος στην ιεραρχία της αμερικανικής πρεσβείας στο Καράκας, προτού κλείσει το 2019.
Η Ντέλσι Ροντρίγκες «επωφελείται της προσφοράς του Τραμπ και του Ρούμπιο και λέει 'βέβαια, θα συνεργαστούμε'», αλλά το κάνει μόνο «για να κερδίσει χρόνο και να εδραιώσει τη θέση της» στο εσωτερικό, λέει ο Μπράιαν Ναράνχο στο Γαλλικό Πρακτορείο, εκτιμώντας πως δεν θα είναι «μαριονέτα» της Ουάσινγκτον.
Καθώς, για να ελέγξει τη Βενεζουέλα όπως ευελπιστεί, η Ουάσινγκτον θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσει την υποστήριξη άλλων σημαντικών προσώπων του καθεστώτος Μαδούρο όπως ο Βλαντιμίρ Παντρίνο Λόπες, που ελέγχει τον στρατό, υπογραμμίζει ο Μαρκ Τζόουνς.
Σύγχυση στην Ουάσινγκτον για την «επόμενη μέρα»
Την ίδια στιγμή, το όραμα του Τραμπ για το μέλλον της Βενεζουέλας φαίνεται να αποκλίνει από τις απόψεις κορυφαίων αξιωματούχων της εξωτερικής του πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι έντονη σύγχυση σχετικά με το πώς η Ουάσινγκτον σκοπεύει να διαχειριστεί τη μετάβαση της χώρας προς μια δημοκρατική διακυβέρνηση και πώς θα αποφύγει ένα νέο αδιέξοδο, παρόμοιο με εκείνα των αμερικανικών παρεμβάσεων στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και αλλού.
«Θα διοικήσουμε τη χώρα μέχρι να υπάρξει μια ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση», δήλωσε ο Τραμπ το Σάββατο, περιγράφοντας μια πορεία προς δημοκρατικές εκλογές, ενώ ταυτόχρονα υποβάθμισε τον ρόλο των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών της αντιπολίτευσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ένας από τους πλέον σκληροπυρηνικούς επικριτές του καθεστώτος της Βενεζουέλας εντός της κυβέρνησης, παρουσίασε διαφορετική προσέγγιση. Σε κυριακάτικες τηλεοπτικές εμφανίσεις του, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση του Καράκας μέσω των κυρώσεων, εμποδίζοντας δεξαμενόπλοια πετρελαίου να προσεγγίζουν ή να αποχωρούν από τη χώρα.
«Αυτό παραμένει σε ισχύ και αποτελεί τεράστια μόχλευση, η οποία θα συνεχίσει να ασκείται μέχρι να δούμε αλλαγές – όχι μόνο προς όφελος του εθνικού συμφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών, που είναι προτεραιότητα, αλλά και για ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό της Βενεζουέλας», δήλωσε στο CBS News.
Σύμφωνα με πηγές κοντά στον Ρούμπιο, επικρατεί έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι πολλοί αξιωματούχοι που συνδέονται με τη διακίνηση ναρκωτικών παραμένουν στις θέσεις τους. «Υπάρχουν δεκάδες άτομα εδώ», ανέφερε μία πηγή. «Έχουν απαγγελθεί κατηγορίες και έχουν εμπλακεί. Τι θα γίνει με το μέλλον τους;».
Η αμηχανία ήταν εμφανής και στη συνέντευξη Τύπου στο Mar-a-Lago στις 3 Ιανουαρίου. Ο Ρούμπιο έδειχνε εμφανώς ανήσυχος, μετατοπίζοντας συνεχώς το βάρος του, την ώρα που ο Τραμπ παρουσίαζε τη δική του εκδοχή για την επιχείρηση σύλληψης και επαναλάμβανε ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη χώρα» μέχρι να επιτευχθεί μια «ασφαλής, ορθή και συνετή» μετάβαση.











