Πολ Κρούγκμαν
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις εκλογές του 2024, φοβήθηκα — και δικαίως — ότι η δημοκρατία μας σύντομα θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ανάμεσα στη χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών, ένα διεφθαρμένο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα υποταγμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ένα τσουνάμι πολιτικών δωρεών από την τεχνολογική «μπρολιγαρχία», πίστεψα ότι η αμερικανική δημοκρατία ίσως σύντομα θα κατέρρεε.
Όμως θεωρούσα πως η διαδικασία απώλειας της δημοκρατίας μας θα ήταν μια αργή, κατρακύλα, καθώς οι θεσμοί και οι άνθρωποι θα παραιτούνταν μπροστά στο φαινομενικά αναπόφευκτο. Περίμενα κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ουγγαρία, όπου οι ζωές των απλών ανθρώπων παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό κανονικές μέσα στην αυταρχική κατάληψη της εξουσίας από τον Βίκτορ Όρμπαν.
Εκεί, τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης καταπνίγηκαν, οι επιχειρήσεις υποτάχθηκαν στον κλεπτοκρατικό καπιταλισμό των κολλητών και τα δικαστικά και εκλογικά συστήματα νοθεύτηκαν. Όμως ο Όρμπαν δεν χρησιμοποίησε ένοπλους τραμπούκους για να κακοποιούν, να ακρωτηριάζουν και να δολοφονούν ανθρώπους στους δρόμους. Αντίθετα, η ουγγρική δημοκρατία έπεσε μέσα από ένα ήσυχο, ύπουλο πραξικόπημα που προχωρούσε σιγά-σιγά.
Οι αρχικοί μου φόβοι δεν ήταν εντελώς αβάσιμοι. Όσα συνέβησαν στους πρώτους μήνες της δεύτερης προεδρίας του Τραμπ δείχνουν ότι, αν οι εγχώριοι φασίστες μας είχαν υπάρξει τόσο υπομονετικοί όσο ο Όρμπαν, μια de facto δικτατορία θα είχε εγκαθιδρυθεί εδώ με σχετική ευκολία.
Οι περίφημοι θεσμοί μας και το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών είτε συνθηκολόγησαν γρήγορα είτε υποσκελίστηκαν από την επίθεση του Τραμπ. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έσπευσαν να υποταχθούν, στρέφοντας αμέσως το ενδιαφέρον τους στο πώς θα βγάλουν χρήματα από τις «συναλλαγές Τραμπ». Το Ανώτατο Δικαστήριο και το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο, όχι μόνο συνέδραμαν αλλά και ενθάρρυναν κάθε φασιστική κίνηση.
Ωστόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ακολούθησαν την ελεγχόμενη, μετρημένη ολίσθηση της Ουγγαρίας στον αυταρχισμό. Γιατί ο Τραμπ και οι αυλικοί του δεν είναι υπομονετικοί. Θέλουν εκδίκηση και υποταγή. Οι απειλές και οι επιδείξεις κυριαρχίας είναι ο τρόπος που λειτουργούν. Καίγονται από ρατσισμό, μισογυνισμό και επιδεικτική σκληρότητα.
Έτσι, τώρα έχουμε τη Μινεάπολη, το αμερικανικό εργαστήριο της δημοκρατικής καταστροφής, όπου πράκτορες της ICE έχουν μετατραπεί σε Sturmabteilung (ναζιστικά τάγματα εφόδου) τρομοκρατώντας και σκοτώνοντας όχι μόνο ανθρώπους με σκουρόχρωμο δέρμα, αλλά και όποιον διαμαρτύρεται ή μπαίνει στον δρόμο τους.Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί τελικά να αποδειχθεί προς το καλύτερο.Μια σταδιακή καταστροφή της δημοκρατίας θα ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Άλλωστε, ποιος θέλει να ταράξει τα νερά όταν υπάρχουν χρήματα να κερδηθούν, δουλειές να διατηρηθούν, προνόμια να απολαυστούν και μια βολική «ίσων αποστάσεων» ουδετερότητα να διατηρηθεί — αρκεί να σιωπάς και να κρατάς το κεφάλι χαμηλά;
Αντίθετα, η επίθεση στην ελευθερία και στα πολιτικά δικαιώματα είναι ανοιχτή, ωμή και αδύνατο να αγνοηθεί. Ενώ οι θεσμοί και οι ελίτ μας απέτυχαν, οι απλοί Αμερικανοί στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Αν η Μινεάπολη είναι ένα εργαστήριο δημοκρατικής καταστροφής, έχει γίνει ταυτόχρονα και εργαστήριο πολιτικής αντίστασης — οργανωμένης πολιτικής αντίστασης, τέτοιου είδους που έχουμε να δούμε από το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων.
Όταν η ICE αλωνίζει, πλήθη γενναίων Αμερικανών, ειδοποιημένων με μηνύματα και σφυρίχτρες, συγκεντρώνονται γρήγορα για να σταθούν απέναντι στους μασκοφόρους άντρες με τα όπλα. Και καθώς η αγανάκτηση μεγαλώνει, άνθρωποι στοιχειώδους αξιοπρέπειας — όπως οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στη Μινεσότα που προτίμησαν να παραιτηθούν παρά να διαστρεβλώσουν τη δικαιοσύνη κυνηγώντας τη σύζυγο της Ρενέ Νικόλ Γκουντ — παίρνουν θέση.
Έτσι, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ταυτόχρονα φρικιαστικό και εμπνευστικό. Πώς θα τελειώσει όλο αυτό; Δεν ξέρω, αλλά ίσως — ίσως — η δημοκρατία μας να μην καταστρέφεται· ίσως να σφυρηλατείται ξανά στα χέρια του αμερικανικού λαού.
Στο τέλος της ανάρτησης του στο substack, ο νομπελίστας οικονομολόγος έβαλε το τραγούδι «We shall overcome» (Θα νικήσουμε) με την Τζοάν Μπαέζ.












