Σχολεία χωρίς νέους εκπαιδευτικούς και με μισθούς ψίχουλα – Ακριβότερος χειμώνας προ των πυλών. Εκτίναξη στο πετρέλαιο θέρμανσης

Μαρία-Ειρήνη Δημουλά

 

Η εικόνα που διαμορφώνεται για την ελληνική εκπαίδευση είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστική. Τα στοιχεία της έρευνας του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αποτυπώνουν ένα σχολικό σύστημα που αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις, με το εκπαιδευτικό προσωπικό να γερνά, τους νέους να μπαίνουν όλο και λιγότερο στο επάγγελμα και τους αναπληρωτές να καλύπτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αναγκών.

 

Πίσω από τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για ένα «σύγχρονο» και αποτελεσματικό σχολείο, οι αριθμοί δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στα γυμνάσια, μέσα σε μία δεκαετία, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στα γενικά λύκεια, όπου οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 13,4% και οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 215,3%.

Η προσωρινή λύση των αναπληρωτών μοιάζει πλέον να έχει μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της λειτουργίας των σχολείων. Αντί για έναν σταθερό σχεδιασμό στελέχωσης, το εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε προσωπικό που καλείται να καλύψει πάγιες ανάγκες χωρίς να έχει την εργασιακή σταθερότητα ενός μόνιμου διορισμού.

 

Την ίδια στιγμή, το ελληνικό σχολείο γερνά. Οι εκπαιδευτικοί κάτω των 30 ετών αποτελούν μόλις το 1,4% στην κατώτερη δευτεροβάθμια και το 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια, την ώρα που πάνω από τους μισούς εκπαιδευτικούς είναι άνω των 50 ετών. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς την παρουσία νέων εκπαιδευτικών στις συγκεκριμένες βαθμίδες.

 

Και ενώ η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που διογκώνεται, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πίσω από τα ευρωπαϊκά και διεθνή επίπεδα. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 53,7% του μέσου όρου της ΕΕ-25 και στο 52,5% του αντίστοιχου μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η χώρα κατατάσσεται τελευταία μεταξύ 38 χωρών ως προς το συγκεκριμένο μισθολογικό επίπεδο.

 

Το ακόμη πιο οξύμωρο είναι ότι η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά ούτε σε πραγματικούς όρους. Από το 2015 έως το 2024, η αγοραστική αξία του αρχικού μισθού μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ για εκπαιδευτικό με 15 χρόνια υπηρεσίας η μείωση έφτασε το 8,4%. Την ίδια περίοδο, στον ΟΟΣΑ οι πραγματικές αποδοχές αυξήθηκαν σημαντικά.

 

Την ίδια ώρα, οι απαιτήσεις από τους εκπαιδευτικούς πολλαπλασιάζονται. Περισσότερη διοικητική δουλειά, νέες τεχνολογίες, διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες, επιμόρφωση και διαρκής προσαρμογή προστίθενται σε ένα ήδη επιβαρυμένο εργασιακό περιβάλλον. Στην ιδιωτική εκπαίδευση, το 57,9% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει συχνά ή τακτικά πίεση χρόνου και αυξημένο φόρτο εργασίας.

 

Το πρόβλημα αγγίζει πλέον και την επαγγελματική εξουθένωση. Έρευνα σε 3.021 εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καταγράφει υψηλό δείκτη burnout, ενώ η μεγάλη πλειονότητα αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας. Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό κάνει λόγο για ανεπαρκή διοικητική υποστήριξη και περιορισμένες δυνατότητες συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης.

 

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η εκπαίδευση φαίνεται να χάνει σταδιακά την ελκυστικότητά της για τη νέα γενιά. Οι πρώτες προτιμήσεις για παιδαγωγικά τμήματα υποχώρησαν, ενώ σε Φιλολογία και Μαθηματικά καταγράφηκαν σημαντικές κενές θέσεις το 2026.

 

Όλα αυτά συνθέτουν ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές κινήσεις και λύσεις της τελευταίας στιγμής. Η γήρανση του προσωπικού, η εξάρτηση από αναπληρωτές, οι χαμηλές αποδοχές και η επαγγελματική εξουθένωση δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Είναι προβλήματα που απαιτούν πολιτικές αποφάσεις με ορίζοντα ετών και όχι διαχείριση από σχολική χρονιά σε σχολική χρονιά.

 

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι εκπαιδευτικοί θα βρίσκονται στις αίθουσες όταν ανοίγουν τα σχολεία. Είναι αν το κράτος θα καταφέρει να κάνει ξανά το επάγγελμα ελκυστικό, να προσφέρει αξιοπρεπείς όρους εργασίας και να δημιουργήσει ένα σταθερό σύστημα στελέχωσης. Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι ο χρόνος για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα δεν είναι απεριόριστος.

 

Ακριβότερος χειμώνας προ των πυλών.  Εκτίναξη στο πετρέλαιο θέρμανσης και νέες πιέσεις στις τιμές

 

 Ακριβότερος χειμώνας προ των πυλών – Εκτίναξη στο πετρέλαιο θέρμανσης και νέες πιέσεις στις τιμές

 

Η νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές ενέργειας δημιουργεί ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς αυξάνει το κόστος διαβίωσης και ταυτόχρονα απειλεί να διατηρήσει τον πληθωρισμό σευψηλά επίπεδα. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στους λογαριασμούς ενέργειας, αλλά μπορούν να μεταφερθούν σε ολόκληρη την αγορά, περιορίζοντας στην πράξη το όφελος από τις μειώσεις τιμών σε βασικά προϊόντα.

 

Η αναζωπύρωση της πολεμικής σύγκρουσης γύρω από το Ιράν έχει επαναφέρει το πετρέλαιο Brent πάνω από το όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, ενώ την ίδια ώρα η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου έχει ξεπεράσει τα 80 ευρώ. Πρόκειται για επίπεδο περίπου 137% υψηλότερο σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για νέες ανατιμήσεις.

 

Εάν οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, ο φετινός χειμώνας αναμένεται ιδιαίτερα βαρύς για τους καταναλωτές. Το πετρέλαιο θέρμανσης, η διάθεση του οποίου με μειωμένη φορολογία ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου, εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει περίπου στα 1.900 ευρώ τον τόνο, όταν πέρυσι η αντίστοιχη τιμή βρισκόταν κοντά στα 1.100 ευρώ.

 

Η ενεργειακή επιβάρυνση έχει ήδη αποτυπωθεί στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Τον Αύγουστο, το πετρέλαιο θέρμανσης κατέγραψε ετήσια αύξηση 53,2%, ενώ σημαντικές ανατιμήσεις σημειώθηκαν επίσης στο φυσικό αέριο, με 40,2%, στο πετρέλαιο κίνησης, με 30,6%, και στη βενζίνη, η οποία αυξήθηκε κατά 15,3%.

 

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν σταματά στην αντλία ή στους λογαριασμούς ενέργειας. Η άνοδος του κόστους καυσίμων και μεταφορών επιβαρύνει την παραγωγή, τη διανομή και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, δημιουργώντας νέες πιέσεις στις τελικές τιμές των προϊόντων.

 

Αυτό σημαίνει ότι οι μειώσεις που έχουν καταγραφεί σε τρόφιμα και άλλα βασικά αγαθά στο πλαίσιο της «Εθνικής Πρωτοβουλίας για τη Μείωση Τιμών» κινδυνεύουν να περιοριστούν ή ακόμη και να χαθούν στην πράξη. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μπορεί να απορροφήσει μέρος των εκπτώσεων που έχουν περάσει στα ράφια, αφήνοντας μικρότερο πραγματικό όφελος για τους καταναλωτές.

 

Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος οι σημερινές μειώσεις να μην έχουν μόνιμο χαρακτήρα. Εάν η ενεργειακή κρίση συνεχιστεί και η σχετική πρωτοβουλία ολοκληρωθεί, οι επιχειρήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύκλο ανατιμήσεων.

 

Έτσι, η ενεργειακή ακρίβεια απειλεί να λειτουργήσει ως ντόμινο για ολόκληρη την οικονομία, διατηρώντας τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ