Τα μπαλκόνια της Ελλάδας

Κείμενο: Χριστιάνα Στυλιανού

 

Τα σύμβολα της πόλης τραγουδήθηκαν ως τόποι έρωτα, σημεία μοναξιάς, παρατηρητήρια της πόλης αλλά και ως καταφύγιο.


 

Στην οδό Τριπόδων 32, στη γωνία με τη Ραγκαβά, στην καρδιά της Πλάκας, βρίσκεται ένα ξύλινο στεγασμένο μπαλκόνι. Είναι το περίφημο χαγιάτι της λεγόμενης «οικίας Κοκοβίκου», του σπιτιού όπου γυρίστηκε η ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Πέρα από την πολιτισμική του σημασία και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του αξία ως χαρακτηριστικού δείγματος της αθηναϊκής λαϊκής κατοικίας του 19ου αιώνα, το χαγιάτι αυτό αποτυπώνει εύστοχα κάτι βαθιά ελληνικό.

 

29,862 Greek Balcony Royalty-Free Images, Stock Photos & Pictures |  Shutterstock

 

Ιδιωτικό και δημόσιο

 

Το μπαλκόνι είναι ένα υβριδικό σημείο. Ούτε ακριβώς μέσα ούτε ακριβώς έξω. Ενα «μαλακό σύνορο» ανάμεσα στον ιδιωτικό χώρο και τον δημόσιο παλμό της πόλης. Από εκεί παρατηρείς χωρίς να συμμετέχεις πλήρως. Χαιρετάς τον γείτονα, παρακολουθείς τον δρόμο, ακούς τις φωνές της γειτονιάς. Είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και εξέδρα. Στην Αθήνα των πολυκατοικιών αποτελεί προέκταση της κουζίνας, του σαλονιού και πολλές φορές ολόκληρης της ζωής. Εκεί μεγαλώνουν παιδιά, φυτά και κατοικίδια. Εκεί στρώνονται τραπέζια, γίνονται μπάρμπεκιου, πίνεται ο απογευματινός καφές. Εκεί πέρασαν πολλοί την καραντίνα, αναζητώντας λίγη ελευθερία μέσα στον εγκλεισμό. Και για χιλιάδες ανθρώπους που δεν μπορούν να ταξιδέψουν εύκολα το μπαλκόνι παραμένει ο πιο προσιτός καλοκαιρινός προορισμός. Με έναν τρόπο, το μπαλκόνι υπήρξε πάντοτε το εθνικό μας υπαίθριο σαλόνι, το σημείο όπου η ιδιωτικότητα του σπιτιού συναντά τον έξω κόσμο. Ισως γι’ αυτό τραγουδήθηκε τόσο πολύ. Αλλοτε ως τόπος έρωτα, άλλοτε ως σημείο μοναξιάς, άλλοτε ως παρατηρητήριο της πόλης και άλλοτε ως καταφύγιο.

 

Οι 4.000+ καλύτερες φωτογραφίες για Μπαλκόνι Με Λουλούδια · 100% δωρεάν  λήψη · Στοκ φωτογραφιών από το Pexels

 

Πίσω από τα κάγκελα

 

Αν υπάρχει ένα τραγούδι που συμπυκνώνει όλη την παλιά τελετουργία του κόρτε, αυτό είναι το «Μπρος στο μπαλκόνι σου» σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου και μουσική του Γιάννη Σπανού, με τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού. Η σκηνή θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε οποιαδήποτε γειτονιά της Αθήνας, του Πειραιά ή της Θεσσαλονίκης τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Ενας άντρας στέκεται κάτω από ένα μπαλκόνι και περιμένει. «Μπρος στο μπαλκόνι σου, μπροστά στην πόρτα σου, προσμένω άδικα για να φανείς». Ισως να έχει ήδη καπνίσει τρία πακέτα τσιγάρα. Ισως να κοιτάζει κάθε τόσο προς τα πάνω, μήπως η κουρτίνα ανοίξει. Το μπαλκόνι εδώ γίνεται η παρομοίωση της απόστασης ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματοποίησή της.

 

Στο παραδοσιακό «Οταν βγαίνεις στο μπαλκόνι», γνωστό και ως «Να ’μουνα το σεντονάκι» του Μπάμπη Μπακάλη και της Μαρίας Νυφόρου, η ιστορία γίνεται πιο λαϊκή και πονηρή. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου οι έρωτες παρακολουθούνται από μανάδες, θείες και γείτονες. Η κοπέλα βγαίνει να τινάξει τα σεντόνια και ξαφνικά ολόκληρη η γειτονιά αποκτά ενδιαφέρον. «Οταν βγαίνεις στο μπαλκόνι, η μανούλα σε μαλώνει». Το μπαλκόνι γίνεται το πρώτο κοινωνικό δίκτυο της ελληνικής επαρχίας και των λαϊκών συνοικιών. Εκεί ανταλλάσσονται βλέμματα, υπονοούμενα και υποσχέσεις. Εκεί γεννιούνται ιστορίες που αργότερα θα γίνουν γάμοι ή καημοί.

 

Σε άλλο χρόνο και τόπο εμφανίζεται ο Νικόλας Ασιμος για να διαταράξει την αστική ευγένεια όλων των προηγούμενων μπαλκονιών. Ενας άνθρωπος που νιώθει ξένος μέσα στην ίδια του την πόλη και, μόλις η κοπέλα «βγαίνει στο μπαλκόνι», της μιλά με τον γνωστό του κυνισμό: «Μου βγήκες στο μπαλκόνι, μου βγήκες κι απορώ/ πώς μένεις έτσι μόνη ετούτο τον καιρό». Δεν προσπαθεί να παρουσιαστεί ως ιδανικός εραστής. «Θα ’ρθω για να σε πάρω να φύγουμε από δω/ μα πώς να σε τουμπάρω, με παίρνεις για φρικιό» τραγουδά με εκείνο το μείγμα αυτοσαρκασμού και τρυφερότητας που τον χαρακτήριζε.

 

 

Αν ο Ασιμος κοιτάζει προς τα πάνω αναζητώντας κάποιον στο απέναντι μπαλκόνι, ο Διονύσης Σαββόπουλος κοιτάζει προς τα πίσω. Τα «Μικρά μπαλκόνια» σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου και στίχους Σάννυς Μπαλτζή αφηγούνται την παλιά Αθήνα που επιστρέφει σαν ανάμνηση. «Εχω μεγαλώσει σε ένα μπαλκόνι που αντί για θέα είχε άλλο μπαλκόνι» τραγουδά και μέσα σε μόνο έναν στίχο χωράει η ιστορία χιλιάδων παιδιών που μεγάλωσαν στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής με θέα τα απλωμένα ρούχα των απέναντι. Εκεί ζούσαν «ένα κορίτσι κι ένα χελιδόνι», εκεί κάποτε υπήρχαν κόσμος, πάρτι, φωνές και «ένα ροζ μπαλόνι», μέχρι που «ξάφνου ερήμωσε».

 

Τα μπαλκόνια του Σαββόπουλου «έχουνε τιμόνια», σαν μικρά καράβια που πλέουν στον χρόνο, κουβαλώντας γλάστρες, σκισμένες τέντες, καλοκαιρινά βράδια, πρώτους έρωτες και οικογενειακές ιστορίες. Και όταν αναρωτιέται «πού να πλέει τώρα το μικρό μπαλκόνι με την κουπαστή του και το χελιδόνι», μοιάζει να μιλά για ολόκληρη την Αθήνα που χάνεται σιγά σιγά πίσω από τις ανακαινίσεις, τα Airbnb και την αποξένωση της σύγχρονης πόλης.

 

Οι 5.000+ καλύτερες φωτογραφίες για Μπαλκόνι · 100% δωρεάν λήψη · Στοκ  φωτογραφιών από το Pexels

 

Κάθε μπαλκόνι και ιστορία

 

Και κάποια στιγμή, στο απέναντι μπαλκόνι, εμφανίζεται μια ηλικιωμένη γυναίκα. Στις «Μοναχικές γιαγιάδες» η Ελένη Βιτάλη αφήνει για λίγο τους έρωτες και στρέφει το βλέμμα της στον χρόνο που περνά. «Τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι/ τόσο λίγο τη γνωρίζω μα η ματιά της με πληγώνει» τραγουδά και ξαφνικά το μπαλκόνι παύει να είναι τόπος προσμονής και γίνεται καθρέφτης του μέλλοντος. Η γυναίκα απέναντι είναι ένα κορίτσι που κάποτε ερωτεύτηκε, περίμενε κάποιον να φανεί στη γωνία του δρόμου, ίσως άπλωσε κι εκείνη σεντόνια σε κάποιο μπαλκόνι, ίσως χόρεψε, γέλασε, ονειρεύτηκε. Τώρα στέκεται εκεί σιωπηλή, παρακολουθώντας τον κόσμο να συνεχίζει χωρίς αυτήν. Και η Βιτάλη καταλαβαίνει κάτι που συνήθως αποφεύγουμε να σκεφτούμε: «Ετσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μελλοντικές γιαγιάδες».

 

Το βράδυ πέφτει και μαζί του έρχεται η Μαρία Φαραντούρη. Στο τραγούδι «Τ’ όνειρο καπνός» του Μίκη Θεοδωράκη και του Νίκου Γκάτσου δεν υπάρχει πια καμία προσμονή. Υπάρχει μόνο απολογισμός. «Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι κι έγινε ο καιρός ανηφοριά». Είναι το μπαλκόνι μετά τον χωρισμό, μετά τις ματαιώσεις, μετά τις μεγάλες υποσχέσεις που δεν εκπληρώθηκαν ποτέ. Εκεί όπου «η αγάπη είναι σκόνη και τ’ όνειρο καπνός». Ενα μπαλκόνι που βλέπει προς τα μέσα και όχι προς τον δρόμο.

 

 

Δεν έχουν όμως όλοι μπαλκόνι και ο Μανώλης Αγγελόπουλος το θυμίζει με τον πιο σπαρακτικό τρόπο στο «Δεν έχω μπαλκόνι» του Βαγγέλη Πιτσιλαδή και της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. «Δεν έχω μπαλκόνι να ’ρθει χελιδόνι να χτίσει φωλιά». Εδώ το μπαλκόνι μετατρέπεται σε προνόμιο. Είναι η δυνατότητα να δεις ουρανό, να σε επισκεφτεί η άνοιξη, να νιώσεις ότι συμμετέχεις στα κοινά.

 

Στο «Ανεβάσαμε την τέντα στο μπαλκόνι», ένα τραγούδι που έγραψε και ερμηνεύει η Λίνα Νικολακοπούλου, δεν συμβαίνει τίποτε συγκλονιστικό. Ενα ζευγάρι σηκώνει την τέντα, ανοίγει λίγο τα ρολά, ένας ήλιος πέφτει πάνω σε ένα παντελόνι και ξαφνικά ο κόσμος μοιάζει πιο φωτεινός. Είναι το μπαλκόνι για τις μικρές νίκες της καθημερινότητας, εκεί όπου η ευτυχία δεν μετριέται σε χρήματα αλλά σε στιγμές. «Δε με νοιάζει πού τραβάμε και πώς ζούμε, δε με νοιάζει που δεν κάναμε λεφτά» γράφει η Νικολακοπούλου, για να συμπληρώσει πως «την αγάπη μια ζωή θ’ απομυζούμε και στους δρόμους θα φιλιόμαστε κλεφτά», μιλώντας για την επιλογή να βάζεις τον έρωτα πάνω από τις βεβαιότητες και τους λογαριασμούς. Το μπαλκόνι γίνεται ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος πάνω από τη βαβούρα της πόλης, ένας τόπος όπου, παρά τις δυσκολίες, «όλα μάγκα μου ωραία και καλά».

 

 

Ο Κώστας Λειβαδάς καταλήγει ότι «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα», καθώς κανένα μπαλκόνι δεν είναι πραγματικά ίδιο με κάποιο άλλο, καθώς άλλα κοιτούν προς έναν έρωτα, άλλα προς μια λεωφόρο, μια αυλή ή τη θάλασσα, άλλα προς τον ουρανό κι άλλα προς τον ακάλυπτο. Κι όμως, μέσα από αυτές τις διαφορετικές θέες, ανάμεσα σε γλάστρες, τέντες, απλωμένα ρούχα, καλοκαιρινά βράδια και τσιγάρα που καίγονται αργά, τα ελληνικά μπαλκόνια έγιναν τραγούδια.