Θλίψη στον δημοσιογραφικό κόσμο για τον θάνατο του Γιώργου Βότση σε ηλικία 88 ετών, ενός από τους πιο ανεξάρτητους και χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της μεταπολιτευτικής δημοσιογραφίας. Ο Βότσης, γνωστός για την αταλάντευτη αφοσίωσή του στην ελευθερία του Τύπου και την κοινωνική ευθύνη, αφήνει πίσω του μια πορεία γεμάτη δημοσιογραφική ακεραιότητα, αντιστασιακές δράσεις και ανιδιοτελή φιλία.
Θλίψη έχει σκορπίσει στον δημοσιογραφικό χώρο η είδηση του θανάτου του Γιώργου Βότση, σε ηλικία 88 ετών, ενός από τους πιο χαρακτηριστικούς και ανεξάρτητους εκπροσώπους της μεταπολιτευτικής δημοσιογραφίας.
«Άκου με, ένοπλε σύντροφε»: Το θρυλικό άρθρο του Γιώργου Βότση και η απάντηση της Λιλής Ζωγράφου

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Είναι ιστορική η «ανοιχτή επιστολή» που έγραψε ο Γιώργος Βότσης στην «Ελευθεροτυπία», προς την 17Ν, την 7η Μαρτίου 1988, αμέσως μετά τη δολοφονία του Αθανασιάδη-Μποδοσάκη. «Άκου με, ένοπλε σύντροφε» ο τίτλος της.
Λίγες ημέρες μετά την «ανοιχτή επιστολή», απάντησε στον Γιώργο Βότση η συγγραφέας Λιλή Ζωγράφου.
Και τα δύο κείμενα είναι ιστορικά.
Γιώργος Βότσης
Να μου επιτρέψεις, ένοπλε σύντροφε της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» μ' αυτό το ανοιχτό γράμμα, να σου ταράξω κάπως την αυτοϊκανοποίηση και ευφορία, που είμαι βέβαιος ότι νιώθεις αυτές τις μέρες. Ευφορία, γιατί και το νέο σου χτύπημα ήταν θεαματικό και αποτελεσματικό, άψογα σχεδιασμένο και εκτελεσμένο. Ευφορία, γιατί, όταν όλοι γύρω σου βολοδέρνουν μέσα στη γενικευμένη αμφισβήτηση, εσύ επιδεικνύεις μια εκπληκτικά αταλάντευτη σιγουριά στο δρόμο που επέλεξες και τον ακολουθείς τόσα χρόνια με συνέχεια και συνέπεια. Ευφορία, γιατί κατάφερες πάλι να ασχολούνται όλοι με σένα: Κόμματα και κυβέρνηση, Τύπος και τηλεόραση, διωκτικές αρχές κι απλοί πολίτες. Ευφορία, γιατί ξαναπέτυχες να διαδώσεις πλατειά τις επαναστατικές σου ιδέες. Ευφορία, τέλος, γιατί υποθέτεις ότι αποτελείς το αντικείμενο θαυμασμού - δικαιούσαι, συνεπώς, να αυτοθαυμάζεσαι.
Αν σ' ενοχλεί η προσφώνηση «σύντροφε», γιατί ενδεχομένως με κατατάσσεις σ' αυτούς, που (όπως λες στην τελευταία προκήρυξή σου) «επαγγέλονται τον αντιεξουσιαστή, ενώ βρίσκονται μέχρι τα μπούνια στα κέντρα της αυταρχικής καπιταλιστικής εξουσίας», ξέχνα την. Τον οικείο τόνο όμως τον δικαιούμαι, μια και τόσα χρόνια με έχουν συνδέσει μαζί σου: Με διώξεις, παρακολουθήσεις κι ενέδρες με εξαναγκάζουν να απολογούμαι, ως, τουλάχιστον, απολογητής σου - ασφαλίτες, ανακριτές, και δικαστές, πρεσβευτές και πολιτικοί, ΚΥΠατζήδες και δημοσιογράφοι, συγγενείς και φίλοι θυμάτων.
Στο κάτω - κάτω όλο το ρίσκο μιας τέτοιας δημόσιας επικοινωνίας είναι με το μέρος μου: Με καθιστά πολλαπλώς ευάλωτο η επωνυμία, ενώ εσύ μπορείς να νιώθεις άτρωτος στα κρησφύγετα της ανωνυμίας.
Σπεύδω να συμφωνήσω μαζί σου. Όχι, βέβαια, στις κοινότοπες αναλύσεις και την ηχηρή συνθηματολογία, που θά 'λεγα ότι αποκαλύπτουν εμμονή σε αναχρονιστικές αντιλήψεις μάλλον, παρά πνευματική εγρήγορση. Συμφωνώ μαζί σου όταν απεικονίζεις άλλοτε την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και τώρα την καπιταλιστική κτηνωδία - ακόμη κι όταν την προσωποποιείς.
Στο δια ταύτα διαφωνούμε ριζικά. Στη βόμβα και στο κουμπούρι.
Εδώ και δεκατρία χρόνια ακολουθείς το μοναχικό δρόμο της ένοπλης δράσης, αναλαμβάνοντας διττό ρόλο: Του (αυτόκλητου) λαϊκού τιμωρού κι εκδικητή, που, διακινδυνεύοντας την ίδια τη ζωή του, λειτουργεί παραδειγματικά - παρέχει πρότυπο συμπεριφοράς σε προσδοκώμενους μιμητές. Και το ρόλο της (επίσης αυτόκλητης) επαναστατικής πρωτοπορίας, που, με εντυπωσιακά χτυπήματα σε συμβολικούς στόχους κι εξασφαλισμένη, ως εκ τούτου, την πλατειά προπαγάνδα, θέλει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι για την αλλοτριωμένη συνείδηση των καταπιεσμένων.
Έχεις αποτύχει τραγικά και στους δύο ρόλους - και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Με έντεκα επίλεκτα πτώματα και πολλαπλάσια τραυματισμένα κορμιά στον απολογισμό της δράσης σου, παραμένεις απελπιστικά μόνος - βρήκες πιθανόν θαυμαστές, αλλ' όχι και μιμητές.
Μπορεί να παγιδεύτηκες, ναρκισσευόμενος από την επιτυχία σου, στο ξεκίνημα: Είναι αλήθεια ότι πολλοί είδαν με αγαλλίαση νεκρούς έναν πράκτορα της CIA, σύμβολο της αμερικανικής επικυριαρχίας κι έναν πατενταρισμένο δήμιο της δικτατορίας.
Αλλά η αγαλλίαση για τον παθητικό θεατή είναι πολύ κοντά στον αποτροπιασμό. Δεν άργησαν τα ερωτήματα (και δεν μιλώ για τη σκόπιμη προβοκατορολογία και πρακτορολογία των κομμάτων και του Τύπου): Ποιος σε όρισε εκφραστή της λαϊκής οργής; Όταν οι ίδιοι οι βασανισμένοι, με μια βάναυση ταπείνωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που θα μπορούσε να γεννήσει και μίσος (έχεις διαβάσει αλήθεια την αυτοδικία στην «Αψίδα του θριάμβου» του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ;) και με δεδομένη την παλληκαριά τους στην αντιμετώπιση της πιο ωμής κρατικής βίας, δεν ορμούν με νύχια και με δόντια ή και με πιστόλια στους δήμιούς τους, ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να λειτουργήσεις για λογαριασμό τους;
Ερωτήματα, που τα έκανε βασανιστικά η ανησυχία για το «ποιος έχει σειρά» και το «που το πας», όταν οι στόχοι έγιναν λιγότερο επίλεκτοι κι έπεφταν από τις σφαίρες σου δύο αστυνομικοί της σειράς, ο Πέτρου κι ο Σταμούλης - για να ακολουθήσουν ο εκδότης, ο γιατρός, οι βιομήχανοι...
Μπορεί να ανοίγεις διάλογο με υπουργούς, να γεμίζεις με τα μανιφέστα σου σελίδες εφημερίδων και να μπαίνεις, έτσι, κι εσύ στο πολιτικό παιχνίδι - σε σημείο ώστε κάποιοι να θεωρούν σοβαρό και φερέγγυο τον λόγο σου. Αλλά μη βαυκαλίζεσαι ότι καταξιώθηκες ως επαναστατική πρωτοπορία: Οι εργαζόμενοι, στους οποίους υποτίθεται ότι απευθύνεσαι, εξακολουθούν να στρατολογούνται στα κόμματα και τα συνδικάτα και να προσβλέπουν στις κάλπες.
Κάτι περισσότερο: θεωρούν ξένη προς αυτούς, αν όχι εχθρική και ύποπτη τη δράση σου, που δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνική βία, όπως την ξέρουν να εκδηλώνεται στο πεδίο της ταξικής πάλης - στο εργοστάσιο, στο μεταλλείο, στην άγρια απεργία, στην κατάληψη, στη διαδήλωση (όπως πριν έντεκα ακριβώς χρόνια, για παράδειγμα, στα εξεγερμένα μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής, που τα θυμήθηκες τώρα).
Και δεν έχουν άδικο, μια και η «παραδειγματική» ένοπλη δράση ανακυκλώνεται με την κρατική βία. Απ' όπου κι αν προέρχεται, όποιος κι αν την ασκεί (κράτος, κόμμα, χούντα, επαναστατική ομάδα ή φασιστική συμμορία) η πολιτική βία υπηρετεί, τελικά, την ίδια λογική: την επιβολή και πειθανάγκαση σε κανόνες συμπεριφοράς, που εντάσσονται και υπηρετούν μια στρατηγική - την κατάληψη ή διατήρηση της εξουσίας.
Δεν σε έχει προβληματίσει, αλήθεια, ότι τα ίδια χρόνια της δικής σου δράσης οι νεκροί πολίτες από αστυνομικά περίστροφα είναι πολύ περισσότεροι από τα δικά σου θύματα - και κανείς δεν τους μνημονεύει;
Δεν σε έχει προβληματίσει η μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων τηλεθεατών, εν ψυχρώ εκτέλεση («νομιμοποιημένη» πια, αφού επρόκειτο για «τρομοκράτη») του Πρέκα - χωρίς κανείς να αντιδράσει;
Δεν σε έχει προβληματίσει ότι με πειστικό για τους πολλούς πρόσχημα και τη δική σου δράση μπήκε και η χώρα μας στο χορό της κατευθυνόμενης «αντί»-τρομοκρατικής υστερίας και της διακρατικής συνεργασίας στα πλαίσια της διεθνούς της καταστολής; Ότι κάθε φορά που χτυπάς, όλα τα κόμματα συγκλίνουν, υποδαυλίζοντας την κατακραυγή, ότι αποσταθεροποιείς το δημοκρατικό πολίτευμα; Ότι η δράση σου όχι μόνο δεν αποσταθεροποιεί, αλλ' αντίθετα ενισχύει και θωρακίζει το καθεστώς; Ότι, μετά τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία θεσμοθετείται κι εδώ έκτακτη νομοθεσία και αναγορεύεται ο «τρομοκράτης» σε υπ' αριθ. ένα εχθρό του κοινωνικού συνόλου, ώστε να προβάλλεται και η τάξη και ασφάλεια ως ύψιστο πολιτικό και κοινωνικό αγαθό;
Και, επιτέλους, στην έλλειψη σοβαρής πολιτικής σκέψης, ποια λεβεντιά, ποια παλληκαριά, ποια αποκοτιά αντιπαραβάλλεις, όταν δεν δίνεις στα θύματά σου τη δυνατότητα της απολογίας και της άμυνας; Εκείνη τύπου «βεντέτας» - με την ενέδρα και το πισώπλατο χτύπημα; Ή μήπως εκείνο τον ηρωισμό, όπου της συνέπειες από τη δράση σου τις πληρώνουν (πολλαπλασιαστικά) άλλοι - και μάλιστα αυτοί για τους οποίους υποτίθεται ότι θυσιάζεσαι και παλεύεις;
Αλλά να που αρχίζεις να πελαγοδρομείς ιδεολογικά - και μακάρι να είναι σημάδι ότι συνειδητοποιείς σιγά-σιγά το αδιέξοδο της δράσης σου.
Στην τελευταία προκήρυξή σου υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση. Κάτι περισσότερο: Η αυτοαναίρεσή σου. Για πρώτη φορά (αν δεν απατώμαι - γιατί δεν είμαι και επιμελής μελετητής των κειμένων σου) ασκείς κριτική στις γραφειοκρατικές κοινωνίες και ευαγγελίζεσαι ένα άλλο μοντέλο σοσιαλιστικό, με βάση τα εργατικά συμβούλια και την άμεση δημοκρατία. «Είμαστε - λες - υπέρ ενός σοσιαλισμού, με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας στη βάση, όπου οι υπεύθυνοι θα εκλέγονται, θα ανακαλούνται, θα λογοδοτούν».
Σοβαρά μιλάς; Εσύ - το άκρον άωτον του συγκεντρωτισμού, που μόνος σου αποφασίζεις, μόνος σου δικάζεις και καταδικάζεις, μόνος σου σκοτώνεις και λογαριασμό δεν δίνεις;
Αν με κάτι η άμεση δημοκρατία κονταροχτυπιέται, είναι η όποια έννοια ιεραρχίας και πρωτοπορίας. Στον πράγματι δύσβατο δρόμο για άλλη θεσμική συγκρότηση της κοινωνίας, για την αυτοοργάνωση και την αυτοδιεύθυνση, δεν έχουν θέση ούτε μεσσίες, ούτε κομματικές πρωτοπορίες, ούτε εξουσιαστές της ειδικής γνώσης, ούτε κουμπουροφόροι προστάτες και πληρεξούσιοι. Η κομματική πρωτοπορία εξελίσσεται σε γραφειοκρατικό εκφυλισμό - λέει η ιστορία. Και η ένοπλη πρωτοπορία δεν οδηγεί σε επανάσταση, αλλά σε πραξικόπημα.
Πως, ξαφνικά, εσύ, μέσα από την ερμητικά κλειστή, στρατιωτικού τύπου οργάνωσή σου, που στηρίζει την ύπαρξή της, συντηρεί και αναπαράγει την ιεραρχία και την πειθαρχία, άφησες να σου ξεφύγουν τέτοια αντιεξουσιαστικά οράματα;
Η ιστορία έχει και σ' αυτό οριστικά απαντήσει: Κάθε ιεραρχικά δομημένη «επαναστατική» οργάνωση εμπεριέχει ως πρόπλασμα το μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας, που θα επιβάλλει μετά την κατάκτηση της εξουσίας. Ή όχι;
Και για να τελειώνουμε:
Καταγγέλλοντας την αυταπόδεικτη καπιταλιστική κτηνωδία, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τον εκμυαλισμό και την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ποιά ηθική, ποιά δικαιοσύνη, ποιόν ουμανισμό αντιπαραθέτεις, με το πρότυπο που παρέχει η δράση σου;
Ποιό σεβασμό στις πρωτογενείς ανάγκες του ανθρώπου, που γεννούν τα πρωταρχικά δικαιώματα στη ζωή και την ελευθερία;
Αν δεχτούμε ότι ο επαναστάτης, που αγωνίζεται για την ελεύθερη κοινωνία, εναρμονίζει πρωτίστως στους σκοπούς του τα μέσα που χρησιμοποιεί, ποιός δολοφόνος μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο;
Χωρίς κάποια προσδοκία, σίγουρα δεν θα σε προκαλούσα για μια αυτοκριτική θεώρηση και ένα σοβαρό προβληματισμό. Διαθέτεις και ευαισθησία για τα κοινωνικά προβλήματα και μυαλό και τόλμη αδιαμφισβήτητη. Λείπει η γενναιότητα της παραδοχής, ότι ο δρόμος σου είναι λάθος...
Λιλή Ζωγράφου
Με το Βότση δεν μας συνδέουν μόνο κοινοί αγώνες. Προηγείται ο μεγάλος θαυμασμός για το θαρραλέο αυτό εκπρόσωπο της νεότερης γενιάς με τη δημοσιογραφική οξυδέρκεια και την άμεση, καίρια επιθετικότητα. Γι' αυτό και ξαφνιάστηκα με την ανοιχτή του επιστολή στη «17 Νοέμβρη» όπου θέτει ερωτήματα κυριολεκτικά αντιιστορικα, όπως, «ποιος σε όρισε εκφραστή της λαϊκής οργής;» ή «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να λειτουργήσεις για λογαριασμό τους», (των βασανισμένων)... εσύ «ο αυτόκλητος».
Κι αναρωτήθηκα, ποιος λαϊκός τιμωρός δεν ήταν αυτόκλητος; Εξάλλου είναι νωπός ο θρίαμβος του Βότση για την απαλλαγή και απελευθέρωση του Φολίνι, του Βότση που ξέρουμε όλοι ότι αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια να πείσει το πανελλήνιο ότι οι δέκα, τουλάχιστον, φόνοι που αποδίδουν οι ιταλικές αρχές στον Φολίνι δεν είναι ποινικά αδικήματα, αλλά επαναστατικές πράξεις. Αν ο Βότσης θέλει να αντιφάσκει τόσο προκλητικά με τον εαυτό του, είναι δικαίωμά του, έχει υποχρέωση ωστόσο να μας πει ποιος καθορίζει τον έννομο και ποια πράξη τη νομιμότητα;
Ποιος δεν ξέρει το σπαρταριστό κείμενο της επανάστασης των Ποπολάρων γραμμένο από ένα κατάπληκτο αστό για τους «αυτόκλητους» υπηρέτες; Τα συμφέροντα λοιπόν εκείνου που καταγράφει καθορίζουν και νομιμοποιούν, ή και το αντίθετο.
Πως Θα έκριναν τα βασίλεια της Ευρώπης το 1917 το μακέλεμα της τσαρικής οικογένειας; Οταν ζητάς έγκριση και άδεια για επανάσταση, κάνεις πραξικόπημα.
Ποια επανάσταση ομάδας ή ατόμου – χωρίς άδεια – είχε ποτέ την έγκριση, όχι των αρχών, αλλά και εκείνων που υπερασπιζόταν; Ξεκινώντας από το Σπάρτακο που τα 'βάλε με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και φτάνοντας στους «κλέφτες και αρματολούς» του '21 (φρικαλέα προσωνύμια των αντεπαναστατών της εποχής) και να συναντήσουμε λίγο πάρα πέρα τους «λήσταρχους»; Που δεν ήταν παρά αγωνιστές διαμαρτυρόμενοι για την εκμετάλλευση των επιτευγμάτων της επανάστασης από ντόπιους, αγύρτες, ξένους καιροσκόπους και επιβήτορες της εξουσίας. Να θυμηθούμε τη μαύρη αντίδραση του Πατριαρχείου και τη μαγευτική προσωπικότητα του Κοσμά του Αιτωλού, που νυχτοπερπατούσε, χωρίς άδεια, απ' άκρη σ' άκρη του ελληνόφωνου κόσμου αφυπνίζοντας τις ναρκωμένες συνειδήσεις και ρίχνοντας πέτρα στην πέτρα τα θεμέλια της επανάστασης. Γιατί δεν μας λέει η Εκκλησία πώς βρέθηκε θαμμένος στην Αλβανία ο μέγας Ελλην Κοσμάς;
Αλήθεια, ξαναρωτώ, ποιος και τι καταξιώνει τον επαναστάτη;
Γιατί η εκτέλεση του Αιτωλού έγινε με κοινή συνεργασία Πατριαρχείου και Εβραίων. Αυτοί οι τελευταίοι – το ισχυρό κεφάλαιο -είχαν το πάνω χέρι στα Γιάννενα του Αλη Πασά. Επειδή λοιπόν η εβραϊκή αργία είναι το Σάββατο υποχρέωναν τους ραγιάδες να δουλεύουν και την Κυριακή. Ο Κοσμάς αγωνίστηκε για την καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας και το πέτυχε. Κανείς όμως από τους «βασανισμένους» δεν τόλμησε να πλησιάσει το κουφάρι του, εκτός, ναι, εκτός από τον Αλή Πασά που του' κάμε μια μεγαλόπρεπη κηδεία γιατί τον εκτιμούσε σαν σοφό.
Πώς να αποκαλούσαν τότε το Ρήγα οι πέντε δυτικές δυνάμεις, συν το Πατριαρχείο, που αγωνίστηκαν για την εξόντωσή του; Και ο Κοραής ακόμα έβρισκε ανώριμο τον Ελληνα για επανάσταση. Γιατί στην ουσία δεν παραδέχονταν οι κύκλοι του πως θα πραγματοποιούσαν την επανάσταση αμόρφωτα παλικάρια.
Να μπούμε στην ΕΑΜική περίοδο που είναι πιο κοντά στη νεότερη γενιά όπου ανήκει ο φίλτατος Βότσης, και βρίσκομε την αντιστοιχία των «κλεφτών», των «λήσταρχων» στους «ληστοσυμμορίτες»;
Ποιός ενέκρινε ποτέ, όποια επανάσταση είτε γαλλική ή ρώσικη, την ανταρσία της Βουδαπέστης, και την «Ανοιξη της Πράγας», στον καιρό τους; Για να φτάσουμε και στους συγκαιρινούς μας Μπάαντερ – Μάινχοφ, που αγωνίζονταν ενάντια στο βρυκολάκιασμα του χιτλερισμού – φασισμού και προκάλεσαν και αυτοί «αποτροπιασμό» – όχι στο λαό, δεν ακούσαμε ποτέ γνώμες του λαού σε καταπνιγμένες εκρήξεις. Προκάλεσαν ακόμη την ανάγκη της δαπάνης 20.000.000 δολαρίων, για να κτιστούν τα περίφημα «λευκά κελιά» που θα τους εξόντωναν.
Απορώ ωστόσο πώς ο φίλος μου, με το αυτί κυνηγόσκυλου ράτσας, που συνήθως «ακούει» και μεταφράζει και τη σιωπή του λαού, απορώ πώς συγχέει τις διαμαρτυρίες. Φράσεις σαν αυτές που απευθύνει στη «17 Νοέμβρη», «ποιος σε όρισε εκφραστή της λαϊκής οργής» και παρακάτω, «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να λειτουργήσεις για λογαριασμό (των βασανισμένων)» τις ακούσαμε, όλοι να κυκλοφορούν στην Ελλάδα, όμως πολύ πριν την προχτεσινή δολοφονία. Οχι δηλαδή για τη «17 Νοέμβρη», αλλά για τον Ανδρέα Παπανδρέου από το Νταβός πρώτα, τις Βρυξέλλες μετά, ακριβώς γιατί περιφρονεί τη Βουλή και αποφασίζει σαν ανεξέλεγκτος δικτάτορας για τεράστια εθνικά θέματα, υποβαθμίζοντάς τα σε «ανθρωπιστικά», σύμφωνα με τις τελευταίες του δηλώσεις στην επιτροπή για τους Κύπριους αγνοούμενους πριν τις Βρυξέλλες.
Οπότε το πρόβλημά μας το μέγιστο δεν είναι η «17 Νοέμβρη» (που δρα τώρα και 15 χρόνια) αλλά η ντροπή πως δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα την αποσιώπηση για τη μοίρα 1640 Ελληνοκυπρίων. Η ντροπή πως εμείς κάναμε πορείες για τους Παλαιστίνιους, παλιότερα και ολονυχτίες για τους Νοτιοαφρικανούς, παλιότερα ως κι η κυρία Μελίνα το 'παίξε πενθούσα σε τελετή γύρω στην Ακρόπολη με τις γυναίκες της Κύπρου, αλλά τότε απορρίπταμε με βδελυγμία το διάλογο με τους Τούρκους.
Δεν πλήρωνε εξάλλου ούτε την ΕΡΤ η κυρία, όντας αντιπολίτευση. Θέλω να πω όλα ανώδυνα, σε ώρες ψηφοθηρίας.
Αλλά εμείς; Που κάναμε απεργίες πείνας για το Χρηστάκη το Ρούσσο, συγκεντρώσεις στα Προπύλαια για τη δίωξη της Ιατροπούλου, πορείες για τον Φολίνι και τώρα που γίνηκε διαπραγματεύσιμο το Μινωϊκό Αιγαίο και πήραμε σφουγγάρι και σβήσαμε τους αγνοούμενους μας, τώρα βουβαθήκαμε;
Και δεν βρέθηκε κανένας να οδηγήσει μια πανελλήνια πορεία διαμαρτυρίας. Εγώ νόμιζα πως μείναμε άλαλοι από σπαραγμό και μας βγήκε η «17 Νοέμβρη». Και μεις; Λες να πήραμε και μεις μέρος στη φαρσοκωμωδία τους, σαν αφελείς κομπάρσοι, Βότση μου;
Γιατί σίγουρα δεν αναθέσαμε σε κανέναν να μας εκπροσωπήσει εφ' όσον δεν ζητήθηκε η γνώμη μας, ούτε για το θάνατο του Μποδοσάκη ούτε για τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας.












