Στις αρχές των ’90s, σε ένα νεοκλασικό στα Εξάρχεια, η νεαρή τότε δημοσιογράφος συνάντησε τη Μαλβίνα Κάραλη στο φωτογραφικό στούντιο του Νίκου Δανιηλίδη. Η ατμόσφαιρα της εποχής ήταν έντονη και δημιουργική, με τη Μαλβίνα ήδη να ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη τηλεοπτική της παρουσία και το ξεχωριστό, αιχμηρό της ύφος στη γραφή. Όπως η Τζόαν Ντίντιον καθόρισε τη Νέα Δημοσιογραφία στην Αμερική, έτσι και η Κάραλη άφησε το δικό της ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική σκηνή της εποχής του lifestyle.
Της Μαρίας-Ειρήνης Δημουλά
Συναντηθήκαμε, λοιπόν, εκείνη το ζεστό απόγευμα του Ιουνίου για μια φωτογράφηση για το περιοδικό Max. Πολλούς Ιούνιους μετά η Μαλβίνα θα έφευγε από τη ζωή, στα 50 της, αφήνοντας τους πάντες να διαβάζουν την τραγική είδηση του θανάτου της ξανά και ξανά, λες και κάτι θα άλλαζε με την επανάληψη.
Η Μαλβίνα Κάραλη γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1952 στον Πειραιά. Ήταν το πρώτο παιδί από τον δεύτερο γάμο του πατέρα της, Ανδρέα Σακκά. Η μητέρα της, Άννα, γνώρισε τον πατέρα της όταν εκείνος πήρε μετάθεση στην Πύλο από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Η Μαλβίνα έκανε τα πρώτα της βήματα στον ελληνικό κινηματογράφο σε ηλικία 12 ετών, με τον Τύπο να την χαρακτηρίζει ως το «νέο αστεράκι».
«Η Μαλβίνα ήταν ένα ολόκληρο γεγονός στη ζωή μου. Είχε φίλους από αστρολόγους, πρωθυπουργούς, σκηνοθέτες, μέχρι άστεγους. Τα πρώτα χρονιά μου έλειπε πολύ. Τώρα μαζί με τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής μου, τη φέρω μέσα μου» είπε το 2024 ο Σταμάτης Φασουλής, σε ένα αφιέρωμα του MEGA για την επέτειο του θανάτου της.»
«Είχα προσέξει ότι από μικρή ηλικία ήταν οξυδερκής. Είχε προσωπικότητα και ήταν ξύπνια, είχε ειρωνεία εκεί που έπρεπε. Η ειρωνεία είναι μία εκλεπτυσμένη μορφή τιμωρίας. Έκανε εκείνο που νόμιζε, για αυτό και επικρατούσε. Το ανόθευτο πουλάει», είπε ο Γεώργιος-Αλκίνοος Σακκάς.
Για την Μαλβίνα Κάραλη μίλησε και η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, με την ηθοποιό να θυμάται την πρώτη φορά που την συνάντησε.
«Θυμάμαι τη συνάντηση μας σε ένα μπαρ στο Κολωνάκι. Όταν είδα τα μάτια και το μουτράκι της, είπα “τι είναι αυτό;”. Το μυαλό της δεν παιζόταν, έκανε τόσα πράγματα. Η Μαλβίνα ήταν παθιασμένο άτομο», είπε.
Περίπου στα 15 της χρόνια η Μαλβίνα Κάραλη παντρεύεται τον βιβλιοχαρτοπώλη Βαγγέλη Κάραλη και μένει έγκυος στο πρώτο της παιδί, την Μελίτα. Αργότερα κάνει τη Μαριανίνα και τον Μίνωα.
Τα επόμενα χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος σε έντυπα και περιοδικά. Η πένα της κερδίζει αμέσως αρκετούς αναγνώστες.
Tο 1978 «εισβάλλει» στη μικρή οθόνη. Tότε γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγο της, τον σκηνογράφο Γιώργο Πάτσα και το 1990 ερωτεύεται τον συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο.
Αργότερα πέρασε στην ιδιωτική τηλεόραση. Οι συνεντεύξεις της άφησαν εποχή και οι καλεσμένοι της έλεγαν μόνο αλήθειες. Έγραψε την δίκη της ιστορία μέσα από τα αντιδελτία της, περνώντας από κόσκινο όλα τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας.
«Με ανακάλυψε η ίδια από την Πάτρα και με καλούσε να κάνουμε αυτοσχέδιες εκπομπές. Όταν έκανα τη Μελίνα Μερκούρη, το είδε και μου είπε ‘ποτέ πήγα στη Μαλβίνα;’. Θεωρώ τον εαυτό μου απίστευτα τυχερό που μοιράστηκα τόσα αληθινά πράγματα με έναν σπάνιο άνθρωπο σαν τη Μαλβίνα», είπε ο Τάκης Ζαχαράτος.
Η Μαλβίνα ήταν παραδομένη σε έναν και μοναδικό Θεό, τον έρωτα. Γι’ αυτόν θα μπορούσε να κάνει τα πάντα.
Παρ’όλο που έδειχνε δυνατή γυναίκα, η Μαλβίνα είχε έναν φόβο, τις αρρώστιες. Η μοίρα της παίζει περίεργο παιχνίδι κι εκείνη έρχεται αντιμέτωπη με τον καρκίνο.
«Νομίζω ότι την ήξερα από πάντα» θα πει το 2023 στο «Πάμε Δανάη!» η Νανά Παλαιτσάκη και τόνισε πως ήταν απρόβλεπτη και εξαιρετική φίλη ταυτόχρονα, ενώ η Άννα Ανδριανού τη χαρακτήρισε ως ένα ζωντανό και γενναιόδωρο πλάσμα.
«Η Μαλβίνα ήταν το πιο ευαίσθητο κορίτσι που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Όταν αρρώστησε, δεν το ήξερα. Όταν το έμαθα της λέω ‘αρρώστησες και δεν το ξέρω;’. Παρ’ όλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια, τη βλέπω στα όνειρά μου» πρόσθεσε η Αδριανού.
«Παρέμβαινε στις ζωές μας με οποίο ρόλο διάλεγε εκείνη κάθε φορά», είπε ο Σταμάτης Κραουνάκης, ενώ η Άννα Ανδριανού αναφέρθηκε στο χιούμορ της: «Είχε απίστευτο χιούμορ, ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις γελούσαμε τρελά».
Ο Σταμάτης Κραουνάκης θυμάται την Μαλβίνα Κάραλη ως «θεωρητικώς ερωτιάρα», εξηγώντας πως πρώτα τα σκεφτόταν και μετά τα έκανε.
«Μία μέρα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως πήγε σε μοναστήρι να με τάξει για να βρω άντρα που μου αξίζει. Μου είχε πει “δεν σε χωνεύω, γιατί εσένα σου κάνουν πρόταση γάμου, ενώ έμενα δεν μου έκανε κανένας”» θυμήθηκε η Νανά Παλαιτσάκη.
Πολλοί ήταν εκείνοι που μίλησαν για τη γενναιοδωρία της Μαλβίνας Κάραλη, με την Άννα Ανδριανού να αποκαλύπτει πως όταν έκανε τις «Επιθυμίες» της έστειλε όλη της την γκαρνταρόμπα για να ντύνεται.
«Ήταν σκληρή επαναστάτρια και γούσταρε πολύ τη ζωή», είπε ο Σταμάτης Κραουνάκης, ενώ η Άννα Ανδριανού μίλησε για τη μάχη που έδωσε η Μαλβίνα Κάραλη με τον καρκίνο.
«Όταν έμαθα ότι αρρώστησε έμεινα ξερή, γιατί ήξερα ότι φοβόταν πολύ, ειδικά αυτή την αρρώστια. Εάν έβγαζε κάποιο σπυράκι με έπαιρνε πανικόβλητη στις 3 τη νύχτα ρωτώντας με αν είναι κάτι κακό. Εξαιτίας του πανικού της για τους γιατρούς δεν έκανε την πρόληψη που έπρεπε να κάνει», είπε και συμπλήρωσε:
«Όταν την ρώτησα γιατί δεν μου είπε ότι αρρώστησε, μου απάντησε “μία ζωή σου έλεγα πως ότι συμβαίνει σε εμένα θα συμβεί και σε εσένα, τι να σου πω;”».
Τον φόβο της για τους γιατρούς θυμάται και η Νανά Παλαιτσάκη, η οποία σχολίασε πως έπρεπε να γίνει ολόκληρη εκστρατεία για να επισκεφτεί κάποιον γιατρό.
«Ήταν μία υπέροχη προσωπικότητα», είπε η Νανά Παλαιτσάκη, με τον Σταμάτη Κραουνάκη να την χαρακτηρίζει ως «μία τρομερή performer της ζωής».
Το 2011 η Μελίτα Κάραλη, γνωστή δημοσιογράφος κι αυτή και παιδί των 90s μίλησε μέσα από το σάιτ της, doc TV, για τη μητέρα της, σε ένα άρθρο που έγινε viral.
«Είμαστε οι δυο μας. Λέει “θα τα πάμε μια χαρά”, λέω “ανησυχεί”. “Το πιστεύεις ότι θα τα καταφέρουμε, ε;” “Φυσικά και το πιστεύω”, λέω -είναι μικρή αλλά δε φοβάμαι. Κάθε μεσημέρι περιμένει στη γωνία το σχολικό: πολύ αδύνατη, μακριά μαλλιά, τεράστια τσάντα. Μετά μαζί, παντού μαζί. Δουλεύουμε στο δρόμο για το ρεπορτάζ και το βράδυ εφημερίδα, κακόηχη αίθουσα με καπνό, άνθρωποι που καπνίζουν λαχανιασμένοι χτυπώντας γραφομηχανές. Όταν έρχεται ο διευθυντής κρύβομαι πίσω απ’ την πόρτα, δεν πρέπει να μάθει ότι δουλεύω κι εγώ εκεί.
Είμαι έξι. Είναι μόλις τριάντα. Έκοψε τα μαλλιά της κοντά, τελείως κοντά. Απορρυθμίστηκε, “ένα κορίτσι πρέπει να ξέρει που πάει ακόμη κι αν δε θυμάται το όνομα του”. Έχουμε οικογένεια και τα μωρά ντυμένα σαν τις κούκλες μας. Εκείνη όλη την ώρα διαβάζει, μαγειρεύει, καπνίζει. Εγώ δεν τη φωνάζω πια με το όνομα της, μόνο μαμά. Μου υπαγορεύει κείμενα, χωρίς διορθώσεις. Μερικά πρωινά λέει, μην πας σχολείο, κάνε μου παρέα σήμερα. Δεν έχει βρει το δρόμο της ακόμη.
Της αρέσουν οι λεμονιές, τα τακτοποιημένα συρτάρια, τα κλειστά παραθυρόφυλλα, να περπατάει ξυπόλητη στο σπίτι χειμώνα-καλοκαίρι.
Μεγαλώνουμε χώρια. Μαθαίνουμε να κολυμπάμε, θα βρεθούμε στην εξέδρα. Παντρεύεται, πάλι. Της αρέσουν οι λεμονιές, τα τακτοποιημένα συρτάρια, τα κλειστά παραθυρόφυλλα, να περπατάει ξυπόλητη στο σπίτι χειμώνα-καλοκαίρι. Της αρέσουν οι γάμοι, να γελάει, να μιλάει με τον εαυτό της την ώρα που μαγειρεύει. Δεν της αρέσουν οι αποτυχίες. Φοβάται τις αρρώστιες, την κανονικότητα, τις δυσάρεστες συζητήσεις.
Προσπαθεί να είναι στα καλύτερά της. Αδύνατη, με μαλλιά που μακραίνουν και πάλι μετά από πολλά χρόνια. Στο δρόμο της λένε σ’ αγαπάμε, αλλά στην κανονική ζωή συνεχίζει να προσπαθεί σαν κουτσό, ανεπιθύμητο κουτάβι. Τι τα θες, υπολογίζει τον εαυτό της για ορφανό.
Μερικές μέρες με ήλιο, θυμάται πως είναι η ζωή που θες να τη ζήσεις, με παίρνει να βγούμε έξω. Κρέμεται από πάνω μου, με κρατάει και με τα δυο της χέρια, χέρια παιδιού δέκα χρονών, χέρια που τα κοιτάει και θυμάται πόσο δεν έμοιασε στη μάνα της. Μετά από λίγο παύει η κατατονία, γελάμε υστερικά στο δρόμο. Της χαϊδεύω το χεράκι, με ρωτάει “το πίστευες ότι θα τα καταφέρναμε, ε;”.
Άλλες μέρες δε θέλει να μένει καθόλου μόνη. Όταν γράφει καθόμαστε δίπλα της, ένας ένας ή και όλοι μαζί, Μαριανίνα, Αλίκη, Άντα, Μαργαρίτα, φίλοι, περαστικοί- σαν παιδί που κάθεσαι δίπλα του για να διαβάσει. Μου λέει να μείνουμε μαζί. Δε γίνεται, είμαστε μεγάλες πια, εντάξει, ίσως για λίγο. Τα βράδια όταν κοιμόμαστε, εκείνη μιλάει στα τηλέφωνα. Εάν καθυστερούμε να επιστρέψουμε, στέλνει μηνύματα “Αγαπώ, φιλί”. Δεν αντέχει ούτε τις αναμονές.
Στο δωμάτιο της, κουρτίνες κλειστές, και θα καπνίζει μισοξαπλωμένη ανάμεσα σε βιβλία. Αν μου πει να ανέβω στο κρεβάτι, σημαίνει αγάπες και όλα καλά. Αν ακούει Αλεξίου μόνη, σημαίνει πρέπει να μπω μέσα, και να καθίσω στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι, το πρόσωπο μου κοντά στο δικό της, η φωνή της ίσα ίσα που θα ακούγεται. Τις κανονικές μέρες γελάει και μιλάει ακατάπαυστα έως ότου να μη μπορεί να σκεφτεί άλλο. Στο τέλος λέει, “πες κάτι ευχάριστο”, την παίρνει ο ύπνος.
Κακά νέα. “Το ‘χα δει όνειρο”, της λέω. “Κι εγώ” λέει, “το ‘χα δει όνειρο για τη μάνα μου”. Γύρισε από την Αμερική.
Κακά νέα. “Το ‘χα δει όνειρο”, της λέω. “Κι εγώ” λέει, “το ‘χα δει όνειρο για τη μάνα μου”. Γύρισε από την Αμερική. Της είπαν είναι καλά. Θέλει να τη βγάζω έξω κάθε βράδυ. Προσπαθεί. “Είναι ωραία η ζωή” λέει, “αλλά όχι κάθε μέρα”, και κλαίει και γελάει μαζί. Οι γιατροί τη φοβούνται. Κατάλαβαν. Όσο την πιέζουν τόσο το χειρότερο γι’ εκείνη. Ξέρω, νιώθει αδικημένη, κανείς δεν πρέπει να παθαίνει αυτό που φοβάται περισσότερο. Κάθομαι ήσυχη όπως όταν ήμουν μικρή στην εφημερίδα. Κάθομαι ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Πες κάτι ευχάριστο, πες κάτι. Δεν έχω τίποτε ευχάριστο να πω, δεν έχω τίποτε να πω, άχρηστη είμαι.
Λέει να παντρευτείς, λέει μου μοιάζεις, κάνεις τα δικά μου λάθη, μαμά σαν όλες τις άλλες. Θέλει να δει την “Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων” στην τηλεόραση τώρα, να πάω σπίτι στο μικρό, είναι αργά. Άρωμα λεμόνι, “αγαπώ πολύ, φιλί”.
Κι όμως, θα μπορούσαμε να τα έχουμε καταφέρει. Τώρα πρέπει να κάψω τα ημερολόγια της, μην πάθω τίποτα και τα βρει κανείς.










