Χρήστος Παρίδης
Μετά τη θρυλική παράσταση του 1961, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, σκηνικά και κουστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει ξανά τη «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι στο αρχαίο θέατρο, με τα υλικά του σήμερα.
Η«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι (1760-1842) με λιμπρέτο του Φρανσουά Μπενουά Οφμάν είναι προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης. Γραμμένο το 1797 στα γαλλικά, τόσο το ποιητικό του κείμενο όσο και η μουσική του αντανακλούν την εκρηκτική ατμόσφαιρα της εποχής. Η ηρωίδα του είναι μια Μήδεια που εκδικείται όλους όσοι την καταπίεσαν, εξοντώνοντας ολοσχερώς τους ηθικούς αυτουργούς του δράματός της, θυσιάζοντας ακόμα και τα παιδιά της. Η παράσταση είχε αρκετή επιτυχία, όχι όμως την αναμενόμενη. Η εξέλιξή της, μετά από παρέμβαση του Γερμανού συνθέτη Φραντς Πάουλ Λάχνερ (1803-1890), ο οποίος το 1854 μελοποίησε τους διαλόγους και τους μετέτρεψε από πρόζα σε ρετσιτατίβι, κάνοντας ένα άλμα από τον κλασικισμό στο ρομαντισμό, της έδωσε την απαραίτητη ώθηση. Ωστόσο η μεγάλη αναγνώριση θα ερχόταν εκατό χρόνια αργότερα χάρη στην Μαρία Κάλλας.
Η πρώτη παρουσίαση της όπερας του Κερουμπίνι στον 20ό αιώνα έγινε στη Σκάλα του Μιλάνου το 1909, σε μετάφραση στα ιταλικά από τον Κάρλο Τσαγκαρίνι. Η παράσταση όμως που σηματοδότησε την πορεία του έργου στη σύγχρονη εποχή και αποτελεί έκτοτε ορόσημο δεν είναι άλλη από εκείνη που ανέβηκε το 1953 στη Φλωρεντία, που βρήκε ιδανική ερμηνεύτρια στο πρόσωπο της Κάλλας. Η Σκάλα αναγνώρισε τη δύναμη της ερμηνείας της κορυφαίας Ελληνίδας υψίφωνου, προσθέτοντας στο πρόγραμμά της μια νέα εκδοχή σε σκηνοθεσία της Μαργαρίτα Βάλμαν, σκηνικά - κοστούμια του Σαλβατόρε Φιούμε και διευθυντή ορχήστρας τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.
Η παράσταση εκείνη έμεινε στην ιστορία ως ένας προσωπικός θρίαμβος της Κάλλας αλλά και ως ένα εμβληματικό καλλιτεχνικό επίτευγμα που ανέδειξε διεθνώς την ελληνική δημιουργία και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Η Κάλλας, όπως και ο Μπερνστάιν αποθεώθηκαν από το απαιτητικό μιλανέζικο κοινό, η Ιταλία μιλούσε για μια εκπληκτική «Μήδεια» μεγάλης ερμηνευτικής έντασης και πυρετώδους διεύθυνσης από την πλευρά του μαέστρου. Η παράσταση είχε τόσο μεγάλη αποδοχή που την επόμενη χρονιά, το 1954, ταξίδεψε στη Βενετία και από εκεί το 1956 πήγε στη Ρώμη. Παρόλο που κοινό και κριτικοί αναγνώρισαν την τρομερή απόδοση της ηρωίδας από την Κάλλας (υπάρχουν ηχογραφήσεις των παραστάσεων της Φλωρεντίας και της Σκάλας), η σπουδαία καλλιτέχνιδα δεν είχε φτάσει στην κορύφωση της δραματικής σκιαγράφησης της «Μήδειας». Η πραγματική ολοκλήρωση της ψυχογραφίας της βαθιά ταπεινωμένης ηρωίδας, η οποία από απόγνωση επιστρατεύει το υπερφυσικό της παρελθόν και γίνεται μια εκδικητική μάγισσα, συνέβη χάρη σε μια νέα, «ελληνική» εν πολλοίς προσέγγιση στο Ντάλας του Τέξας το 1958, με τη σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.
Αλέξης Μινωτής, Μαρία Κάλλας, Κωστής Μπαστιάς. Φωτ.: Κλεισθένης, Αρχείο Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Μαρία Κάλλας, Αλέξης Μινωτής: Η συνάντηση στο Ντάλας
Μαρία Κάλλας, «Μήδεια», 1961, ΕΛΣ, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Φωτ.: Αρχείο Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Όταν το 1958 η νεοσύστατη Όπερα του Ντάλας πρότεινε στη Μαρία Κάλλας μια νέα παραγωγή της «Μήδειας», εκείνη, απόλυτη ντίβα και διεθνής σταρ, ζήτησε να τη σκηνοθετήσει ο Έλληνας σκηνοθέτης που τέλη δεκαετίας του 1950 συνδέθηκε όσο λίγοι με την αναβίωση του αρχαίου δράματος. Η πρώτη αντίδραση του Μινωτή ήταν μάλλον αρνητική λόγω του ότι δεν είχε πείρα στην όπερα, αλλά μετά την επιμονή της Κατίνας Παξινού –η σπουδαία ηθοποιός και σύζυγός του είχε ξεκινήσει από το λυρικό θέατρο– τελικά δέχτηκε. Μάλιστα, πρότεινε για σκηνογράφο και ενδυματολόγο τον κορυφαίο Έλληνα ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Η πρεμιέρα στο Ντάλας στέφθηκε από μια άνευ προηγουμένου επιτυχία και οι διθυραμβικές κριτικές μιλούσαν για μια «υπερφυσική αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινη Κάλλας», χάρη στον «ανανεωτικό αέρα της σκηνοθεσίας του Μινωτή».

Ο Μινωτής είχε καταφέρει να παντρέψει το έργο του Κερουμπίνι με την τραγωδία του Ευριπίδη χωρίς να προδώσει τον συνθέτη ούτε και την αισθητική προσέγγιση του Τσαρούχη, ο οποίος, σημειωτέον, είχε πείσει την παραγωγή τα 130 κοστούμια της παραγωγής να κατασκευαστούν στην Ελλάδα, παντρεύοντας τον νεοκλασικισμό με μια εικονογραφία που παρέπεμπε στα ερείπια της Πομπηίας, και αναφορές στην κλασική αρχαιότητα. Η δε Κάλλας, για την οποία ο σκηνοθέτης πίστευε ότι διέθετε αλάνθαστο ένστικτο όσον αφορά την τραγωδία, απέδωσε μια «Μήδεια» πιο ήρεμη και σοφή, χωρίς να υπερτονίζει ούτε την οργή ούτε την υπερφυσική διάσταση. Αναδεικνύοντας κάθε πτυχή της βάρβαρης πριγκίπισσας, η ερμηνεία της έφτασε στο σημείο να δικαιολογεί τις πράξεις ενός όντος από μια άλλη διάσταση που προδόθηκε από τους θνητούς και «πολιτισμένους» Έλληνες.
Η ίδια παραγωγή επαναλήφθηκε έναν χρόνο μετά στο Κόβεντ Γκάρντεν στο Λονδίνο, ενώ λίγο προτού κλείσει τον κύκλο της στη Σκάλα, η οποία αποτέλεσε και την τελευταία εμφάνιση της Κάλλας στην Ιταλία, παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο τον Αύγουστο του 1961. Επρόκειτο για ένα καλλιτεχνικό γεγονός που εκείνο το καλοκαίρι έστρεψε τα βλέμματα όλου του κόσμου στη χώρα μας, συνδέοντας την Εθνική Λυρική Σκηνή με τα μεγαλύτερα οπερατικά κέντρα του κόσμου, ενώ έμεινε στην ιστορία του τόπου ως ένα από τα σημαντικότερα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
H Άννα Πιρότσι στον ρόλο της Μήδειας. Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου
Η Αλίσα Κολόσοβα στον ρόλο της Νέρις.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.
O Τσαρούχης σχεδίασε νέο σκηνικό ειδικά για το αρχαίο θέατρο και παράλληλα δημιούργησε νέα κοστούμια για τα συνολικά 250 άτομα που βρίσκονταν επί σκηνής. Στο επίκεντρο βρέθηκε η συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας, η οποία αποθεώθηκε για τη δραματική ένταση, τη θεατρικότητα και τη μοναδική εκφραστικότητα της φωνής της, επιβεβαιώνοντας τον μύθο της ως της κορυφαίας λυρικής τραγουδίστριας του 20ού αιώνα. Η παράσταση εκείνη έμεινε στην ιστορία ως ένας προσωπικός θρίαμβος της Κάλλας αλλά και ως ένα εμβληματικό καλλιτεχνικό επίτευγμα που ανέδειξε διεθνώς την ελληνική δημιουργία και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Εξήντα πέντε χρόνια μετά, η ιστορική παράσταση επιστρέφει στην Επίδαυρο ενταγμένη στο πλαίσιο του θεματικού άξονα της καλλιτεχνικής περιόδου 2025/26 της ΕΛΣ «Η όπερα του μέλλοντος μέσα από τη μήτρα του παρελθόντος», σε καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη. Το όλο εγχείρημα της αναβίωσης ανατέθηκε στον έμπειρο σκηνοθέτη της όπερας και γνώστη της μεγάλης πορείας της Κάλλας, Παναγή Παγουλάτο, ο οποίος βάσισε όλη την πηγή έμπνευσης του στα τετράδια σκηνοθεσίας του Μινωτή, στα σχέδια του Τσαρούχη, στην αλληλογραφία της εποχής και στο φωτογραφικό υλικό (κινηματογραφικά τεκμήρια δεν υπάρχουν) που σώζεται από τις πρόβες και τις παραστάσεις της Επιδαύρου. Αποσκοπώντας στην ανασύνθεση της παραγωγής όπως την εμπνεύστηκαν και την παρουσίασαν οι μυθικοί εκείνοι καλλιτέχνες που σφράγισαν τον ελληνικό πολιτισμό, προσεγγίζει το έργο με βαθύ σεβασμό στη μουσική δραματουργία του Κερουμπίνι, στην παράδοση της αρχαίας τραγωδίας και στη θεατρική γλώσσα του Μινωτή, με μια σκηνική απόδοση λιτή και αυστηρή, που ακολουθεί το γράμμα και το πνεύμα του 1961.
Στιγμιότυπο από την πρόβα.
Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στον ρόλο του Κρέοντα.
Εξηγεί: «Ο σκοπός μας ήταν να προσεγγίσουμε όσο πιο “σωστά” γίνεται την ιστορική παράσταση. Επειδή ακριβώς είναι πολύ λιτή, δεν είναι μια ξεπερασμένη παράσταση. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία του Μινωτή, βασίστηκα στις φωτογραφίες και τις σημειώσεις του. Είναι μια “καθαρή” παράσταση βασισμένη στην ιστορία. Οπωσδήποτε έγιναν κάποιες προσαρμογές σε σχέση με αυτά που δεν είναι γραμμένα – άλλωστε μια παράσταση είναι το ζωντανό αποτέλεσμα της συνεργασίας ανθρώπων. Η Άννα Πιρότσι, ας πούμε, που ερμηνεύει τη Μήδεια, έχει μεγάλο δραματικό εκτόπισμα επάνω στη σκηνή. Το σκηνικό του Τσαρούχη μέσα στον χώρο είναι σαν μια προέκταση του θεάτρου. Είναι χαρακτηριστική η μεγάλη επιτυχία που έχει στους τουρίστες που επισκέπτονται την Επίδαυρο: το φωτογραφίζουν και οι φύλακες, αστειευόμενοι, μας λένε “να μας το αφήσετε φεύγοντας”. Είναι πάρα πολύ σοφά φτιαγμένο σε σχέση με την αρχιτεκτονική του χώρου, λ.χ. χρησιμοποιεί το χρώμα της πέτρας, ενώ τα κοστούμια έχουν βασιστεί στις αρχές της ελληνιστικής περιόδου, συνθέτοντας ένα ωραίο δεμένο οργανικό σύνολο. Είμαστε εκεί που θα έπρεπε να είμαστε.
»Όσα από τα αυθεντικά κοστούμια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, χρησιμοποιούνται. Ο μακρύς χιτώνας που φοράει ο Κρέοντας, δηλαδή ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, εκτός από την κάπα που δεν έχει βρεθεί, είναι από την παράσταση – το μόνο που λείπει είναι η κάπα. Από τα κοστούμια της Κάλλας, έχει σωθεί μόνο ένα, το οποίο βρίσκεται στο Λαογραφικό Μουσείο Ναυπλίου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε πρόσβαση, ούτε καν το είδαμε. Το μόνο που έχουμε είναι το κορδόνι από το πρώτο κοστούμι, αυτό που ο Τσαρούχης αποκαλούσε πορφυρό, και το οποίο φοράει η Πιρότσι, προς μεγάλη της συγκίνηση. Έχει σωθεί επίσης το παλιό εγχειρίδιο, το μαχαίρι με το οποίο σκοτώνει τα παιδιά η Μήδεια. Επίσης, το πρώτο φόρεμα που φοράει η Γλαύκη, η Δανάη Κοντόρα, είναι το παλιό, εκτός του μανδύα, που είναι καινούργιος. Στα κοστούμια όλης της διανομής υπάρχουν στοιχεία της παλιάς παράστασης. Έχει χρησιμοποιηθεί όλο το υλικό που είχαμε στη διάθεση μας, που προέκυψε από την τεράστια έρευνα της ενδυματολόγου Τότας Πρίτσα. Έγιναν και ατελείωτες βαφές ώστε να πετύχουμε τις αποχρώσεις του Τσαρούχη, που ήταν πάρα πολύ σημαντικές για εκείνον. Το επαναστατικό εκείνη την εποχή ήταν η ίδια η Κάλλας, που ήταν η πρώτη άδουσα τραγωδός με όλη τη βαρύτητα της λέξης. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η δική μου σκηνοθεσία. Δεν την ανέλαβα για να εκθέσω την προσωπική μου άποψη για τη “Μήδεια” αλλά για να υπηρετήσω ένα συγκεκριμένο όραμα, εκείνο του 1961».
Στιγμιότυπο από την πρόβα.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.
Στιγμιότυπο από την πρόβα. Φωτ.
Η μουσική διεύθυνση είναι του Ζακ Λακόμπ. Η σπουδαία Ιταλίδα υψίφωνος, Άννα Πιρότσι, αναλαμβάνει τον ρόλο του τίτλου (η οποία έκανε το ντεμπούτο της στον ρόλο στην ομώνυμη παραγωγή της ΕΛΣ το 2023 σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ ΜακΒίκαρ), τον ρόλο του Ιάσονα θα ερμηνεύσει ο διακεκριμένος Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μποράς, αυτόν του Κρέοντα ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ενώ η κορυφαία Ρωσίδα μεσόφωνος Αλίσα Κολόσοβα θα ερμηνεύσει τον ρόλο της Νέριδας. Τη Γλαύκη θα ερμηνεύσει η κολορατούρα υψίφωνος Δανάη Κοντόρα.
Την προσαρμογή των σκηνικών έχει αναλάβει η καθηγήτρια σκηνογραφίας στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Λίλη Πεζανού και την προσαρμογή των κοστουμιών η ενδυματολόγος Τότα Πρίτσα. Οι διεθνώς αναγνωρισμένες χορογράφοι Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαμπέλα αναβιώνουν τη χορογραφία της Μαρίας Χορς και ο Χρήστος Τζιόγκας υπογράφει τους φωτισμούς. Τη Χορωδία της ΕΛΣ έχει προετοιμάσει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
H Άννα Πιρότσι στον ρόλο της Μήδειας.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.

Στιγμιότυπο από την πρόβα.
Στιγμιότυπο από την πρόβα.
Η Δανάη Κοντόρα στον ρόλο της Γλαύκης.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.
Από την προετοιμασία του σκηνικού της παράστασης.
Η Λίλη Πεζανού. Φωτ.: Γιάννης Αντώνογλου
Πηγή: Περιοδικό «Το Τέταρτο», «Αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας» του Βασίλη Νικολαΐδη, τχ. Γ, Σεπτέμβριος 1985



























