«Η βαρεμάρα υπήρξε ένα φυσικό φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής. Δεν ήταν πάντα ευχάριστη ούτε απαραίτητα παραγωγική, αλλά λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ εμπειρίας και επεξεργασίας»
Αν κάποτε η ανθρώπινη εμπειρία περιλάμβανε φυσικά διαστήματα σιωπής και εσωτερικής περισυλλογής, σήμερα αυτά τα διαστήματα φαίνεται να συρρικνώνονται δραματικά, θέτοντας ερωτήματα για τη σχέση μας με τη σκέψη και την προσοχή.
Του Αντώνη Μπατζιά
Κάποτε κοιτούσαμε το ταβάνι, τον δρόμο, τον απέναντι στο λεωφορείο, το απόλυτο άδειο, σήμερα κοιτάμε οθόνες. Όχι επειδή έχουμε πάντα κάτι επείγον να δούμε, αλλά επειδή ο σύγχρονος ψυχισμός δυσκολεύεται πλέον να αντέξει ακόμη και δέκα δευτερόλεπτα μοναξιάς με την ίδια του τη σκέψη.
Υπάρχει μια κίνηση που κάνουμε όλοι, τόσο μικρή και τόσο αυτόματη που έχει πάψει να μας φαίνεται παράξενη. Στεκόμαστε στην ουρά του σούπερ μάρκετ, περιμένουμε στο φανάρι, μπαίνουμε στο ασανσέρ, καθόμαστε στην τουαλέτα, ο συνομιλητής μας πάει να πάρει καφέ, το λεωφορείο αργεί, η εφαρμογή της τράπεζας φορτώνει.
Ένα μικρό κενό χρόνου ανοίγει μπροστά μας και τότε το χέρι κινείται μόνο του.
Σαν νευρικό αντανακλαστικό, σαν φαγούρα, σαν μικρή ηλεκτρική κρίση, βγάζουμε το κινητό, το ξεκλειδώνουμε μηχανικά, μπαίνουμε σε μια πλατφόρμα, οποιαδήποτε, και αρχίζουμε να σκρολάρουμε.
Δεν έχει σημασία τι καταναλώνουμε ειδήσεις, reels, stories, εκρήξεις θυμού, ανούσια αστεία, εικόνες πολέμου, διαφημίσεις, ένας άγνωστος που μαλώνει με έναν άλλον άγνωστο, ένας σκύλος που κάνει κάτι χαριτωμένο ή μια ακόμη βαρύγδουπη γνώμη για ένα θέμα που δεν μας αφορούσε πριν από μισό λεπτό.
Αυτό που μοιάζει με αθώα συνήθεια για να «περάσει η ώρα» μπορεί να ιδωθεί, υπό το πρίσμα της γνωστικής επιστήμης, ως ένδειξη μεταβολής στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος διαχειρίζεται την προσοχή.
Έρευνες δείχνουν ότι η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων μειώνει την ικανότητα διατήρησης συγκέντρωσης και ενισχύει την ανάγκη για άμεση ανταμοιβή (Ophir, Nass & Wagner, 2009). Η έννοια της «πολυδιεργασίας» (multitasking), που συχνά προβάλλεται ως δεξιότητα, έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με χαμηλότερη απόδοση σε καθήκοντα που απαιτούν συγκέντρωση και γνωστικό έλεγχο.
Δεν πιάνουμε το κινητό επειδή βαριόμαστε, το πιάνουμε επειδή έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τη βαρεμάρα. Η αποφυγή αυτή δεν είναι απλώς συμπεριφορική, αλλά ενσωματώνεται σταδιακά ως γνωστική συνήθεια, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται σε κάθε μορφή κενού.
Η βαρεμάρα ως γνωστική συνθήκη
Η βαρεμάρα υπήρξε ένα φυσικό φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής. Δεν ήταν πάντα ευχάριστη ούτε απαραίτητα παραγωγική, αλλά λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ εμπειρίας και επεξεργασίας. Ήταν εκείνη η άδεια διάρκεια όπου το μυαλό μπορούσε να περιπλανηθεί χωρίς σαφή στόχο.
Στη σύγχρονη νευροεπιστημονική βιβλιογραφία, η βαρεμάρα συνδέεται με τη λειτουργία του λεγόμενου Default Mode Network (DMN), ενός νευρωνικού δικτύου που ενεργοποιείται όταν το άτομο δεν είναι στραμμένο σε εξωτερικά καθήκοντα (Raichle et al., 2001).
Το δίκτυο αυτό περιλαμβάνει περιοχές όπως ο μέσος προμετωπιαίος φλοιός και ο οπίσθιος προσαγωγίος φλοιός και σχετίζεται με την αυτοαναφορική σκέψη, τη μνήμη, τη φαντασία και την προσομοίωση μελλοντικών σεναρίων.
Η λειτουργία του DMN υποδηλώνει ότι η «αδράνεια» του εγκεφάλου είναι στην πραγματικότητα μια ενεργή κατάσταση εσωτερικής επεξεργασίας. Όταν το άτομο δεν είναι απασχολημένο με εξωτερικά ερεθίσματα, ο εγκέφαλος αναδιοργανώνει πληροφορίες, επεξεργάζεται εμπειρίες και δημιουργεί αφηγήσεις για τον εαυτό.
Σήμερα, το μικρο-κενό βιώνεται ως δυσφορία. Δεν αντέχουμε την ουρά χωρίς ειδοποίηση, το ασανσέρ χωρίς οθόνη, το φανάρι χωρίς ένα βλέμμα στο κινητό. Η συνεχής αποφυγή της σιωπής στερεί από τον εγκέφαλο τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει αυτές τις εσωτερικές διεργασίες.
Το ασταμάτητο scroll λειτουργεί ως μηχανισμός αποφυγής. Η σιωπή δεν είναι απλώς απουσία ήχου, αλλά χώρος όπου μπορεί να αναδυθεί ανεπεξέργαστο υλικό, όπως σκέψεις, συναισθήματα, ερωτήματα.
Η αποφυγή της οδηγεί σε μια μορφή γνωστικής επιφανειακότητας, όπου η σκέψη περιορίζεται σε άμεσες αντιδράσεις.
Η οικονομία της προσοχής και η γνωστική υπερφόρτωση
Η σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από αυτό που πολλοί ερευνητές αποκαλούν «οικονομία της προσοχής» (Davenport & Beck, 2001). Σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, η προσοχή μετατρέπεται σε περιορισμένο πόρο, ο οποίος διεκδικείται από πλατφόρμες, διαφημιστές και αλγοριθμικά συστήματα.
Σύμφωνα με στοιχεία της DataReportal (2023), ο μέσος χρήστης περνά πάνω από 6 ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες, εκ των οποίων περίπου 2,5 ώρες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτή η συνεχής έκθεση σε ερεθίσματα οδηγεί σε γνωστική υπερφόρτωση, μειώνοντας την ικανότητα βαθιάς επεξεργασίας πληροφοριών (Sweller, 1988).
Η θεωρία του γνωστικού φορτίου (cognitive load theory) υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη μνήμη εργασίας έχει περιορισμένη χωρητικότητα.
Όταν αυτή υπερφορτώνεται από πολλαπλά ερεθίσματα, η μάθηση και η κατανόηση υποβαθμίζονται. Στο ψηφιακό περιβάλλον, όπου η πληροφορία παρουσιάζεται αποσπασματικά και με υψηλή ταχύτητα, η γνωστική υπερφόρτωση γίνεται σχεδόν μόνιμη κατάσταση.
Η έννοια της «συμπεριφορικής εξαγωγής δεδομένων», όπως την περιγράφει η Shoshana Zuboff (2019), μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως οικονομικό φαινόμενο αλλά και ως γνωστική συνθήκη: η ανθρώπινη εμπειρία μετατρέπεται σε συνεχή ροή μετρήσιμων αντιδράσεων.
Η προσοχή δεν είναι πλέον απλώς ψυχολογική λειτουργία, αλλά αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Κενός χρόνος και γνωστική λειτουργία
Ο κενός χρόνος δεν αποτελεί απλώς απουσία δραστηριότητας, αλλά κρίσιμο στοιχείο της γνωστικής ισορροπίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η περιπλάνηση του νου (mind-wandering) συνδέεται με αυξημένη δημιουργικότητα και ικανότητα επίλυσης προβλημάτων (Baird et al., 2012).
Σε πειραματικές συνθήκες, άτομα που είχαν τη δυνατότητα να αφήσουν το μυαλό τους να περιπλανηθεί παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις σε δημιουργικά καθήκοντα σε σύγκριση με άτομα που παρέμειναν σε συνεχή εστίαση. Αυτό υποδηλώνει ότι η απομάκρυνση από το άμεσο έργο μπορεί να ενισχύσει τη γνωστική ευελιξία.
Η έλλειψη εξωτερικών ερεθισμάτων επιτρέπει στον εγκέφαλο να οργανώσει πληροφορίες, να δημιουργήσει συνδέσεις και να επεξεργαστεί εμπειρίες. Αντίθετα, η συνεχής διέγερση οδηγεί σε κατακερματισμό της προσοχής και σε αποσπασματική κατανόηση.
Ο Byung-Chul Han (2015) περιγράφει αυτή τη συνθήκη ως «κοινωνία της κόπωσης», όπου το άτομο δεν εξαντλείται μόνο από την εργασία αλλά από τη διαρκή απαίτηση για δραστηριότητα. Η αδυναμία παύσης γίνεται δομικό χαρακτηριστικό της εμπειρίας, οδηγώντας σε μια μορφή υπαρξιακής εξάντλησης.
Ο περιορισμός της εσωτερικότητας
Η βαρεμάρα λειτουργεί ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της εσωτερικότητας. Χωρίς αυτήν, η σκέψη παραμένει αντιδραστική και επιφανειακή.
Η εσωτερικότητα, ως ικανότητα αναστοχασμού και αυτοπαρατήρησης, απαιτεί χρόνο και απουσία εξωτερικών παρεμβολών. Η συνεχής υπερδιέγερση μειώνει την ικανότητα ενδοσκόπησης και ενισχύει την εξάρτηση από εξωτερικά ερεθίσματα. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή γνωστικής επιτάχυνσης χωρίς αντίστοιχο βάθος.
Έρευνες δείχνουν ότι η διαρκής χρήση ψηφιακών μέσων σχετίζεται με μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και αυξημένα επίπεδα άγχους (Twenge et al., 2018).
Επιπλέον, η συνεχής σύγκριση με άλλους χρήστες ενισχύει αισθήματα ανεπάρκειας και μειώνει την αυτοεκτίμηση. Η σκέψη γίνεται ταχύτερη αλλά λιγότερο συνεκτική.
Η πληροφορία καταναλώνεται χωρίς να ενσωματώνεται, οδηγώντας σε μια μορφή «γνωστικής επιφανειακότητας» που περιορίζει την ικανότητα κριτικής ανάλυσης.
Η δυναμική της ψηφιακής αντίδρασης
Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία ρέει αδιάκοπα, η αντίδραση τείνει να αντικαθιστά τη σκέψη. Η ταχύτητα γίνεται προτεραιότητα έναντι της κατανόησης. Η ψηφιακή επικοινωνία ευνοεί σύντομες, άμεσες απαντήσεις, συχνά εις βάρος της αναστοχαστικής επεξεργασίας.
Η έννοια της «γνωστικής επιφανειακότητας» (Carr, 2010) περιγράφει αυτή τη μετατόπιση: η συνεχής έκθεση σε αποσπασματική πληροφορία μειώνει την ικανότητα για βαθιά ανάγνωση και συγκέντρωση.
Ο εγκέφαλος προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον ταχύτητας, εις βάρος της εμβάθυνσης. Αυτό έχει συνέπειες όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε συλλογικό. Η δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε χώρο άμεσων αντιδράσεων, όπου η πολυπλοκότητα συχνά απλοποιείται σε διπολικά σχήματα.
Η Ψηφιακή Οικονομία της Οργής και η Επιλεκτική Ευαισθησία
Αυτό το περιβάλλον γνωστικής εξάντλησης αποτελεί το ιδανικό έδαφος για την ανάπτυξη της οικονομίας της προσοχής. Έρευνες από το Πανεπιστήμιο του Yale (Molly Crockett) καταδεικνύουν ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες είναι σχεδιασμένες να ενισχύουν συστηματικά την ηθική αγανάκτηση (moral outrage).
Ο λόγος είναι καθαρά μαθηματικός μιας και η οργή παράγει τα υψηλότερα ποσοστά αλληλεπίδρασης (engagement), τα οποία μεταφράζονται άμεσα σε διαφημιστικά έσοδα.
Η περίπτωση της ταινίας “Citizen Vigilante” του Uwe Boll είναι ενδεικτική αυτού του φαινομένου.
Μια καλλιτεχνικά ασήμαντη δημιουργία, που αναπαράγει τη βίαιη φαντασίωση ενός αυτόκλητου τιμωρού εναντίον μεταναστών, έλαβε τεράστια ορατότητα επειδή εντάχθηκε στο ρητορικό οπλοστάσιο της πλατφόρμας X από τον Elon Musk.
Ο αλγόριθμος δεν αξιολογεί την αλήθεια ή την αισθητική αξία, μα στρέφεται αποκλειστικά στη δυναμική της σύγκρουσης.
Αυτός ο μηχανισμός παράγει μια έντονα επιλεκτική κοινωνική ευαισθησία. Η ψηφιακή οργή εκτονώνεται με ευκολία σε «μαλακούς» στόχους, στους κοινωνικά ανίσχυρους ή σε μεμονωμένα πρόσωπα που στερούνται θεσμικής προστασίας, καθώς εκεί η ανθρωποφαγία δεν συναντά δομική αντίσταση.
Η ανάδειξή της από πλατφόρμες και δημόσια πρόσωπα δεν είναι τυχαία. Σ’ ένα περιβάλλον όπου η σκέψη έχει περιοριστεί σε αντιδράσεις, τέτοιες αφηγήσεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, ενώ η οργή γίνεται εύκολα κατευθυνόμενη και οι κοινωνικές εντάσεις μετατρέπονται σε απλοϊκά σενάρια καλού και κακού.
Αντίθετα, απέναντι σε θεσμικές, συστημικές κρίσεις που απαιτούν σύνθετη σκέψη και μακροπρόθεσμη μνήμη, το ίδιο ψηφιακό σώμα επιδεικνύει μια παράδοξη απάθεια ή μια γρήγορη λήθη.
Όταν η συζήτηση αγγίζει βαθιές παθογένειες, όπως οι δικαστικές καθυστερήσεις σε μεγάλα κοινωνικά εγκλήματα ή η προνομιακή μεταχείριση ισχυρών παραγόντων, η γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χάνει τη δυναμική της.
Ο αλγόριθμος έχει ήδη στρέψει την προσοχή μας στο επόμενο εφήμερο trending topic, εμποδίζοντας τη συγκρότηση συμπαγούς πολιτικής συνείδησης.
Το κενό ως γνωστική αναγκαιότητα
Η δυνατότητα να παραμένει κανείς σε κατάσταση μη-δραστηριότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σκέψη. Το κενό δεν είναι απουσία, αλλά χώρος δυνατοτήτων.
Η επαναδιεκδίκηση αυτού του χώρου δεν είναι απλώς ζήτημα προσωπικής επιλογής, αλλά συνδέεται με τη διατήρηση της γνωστικής αυτονομίας.
Η ικανότητα να μην αντιδρά κανείς άμεσα, να καθυστερεί, να σκέφτεται, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας. Σε έναν κόσμο όπου η ταχύτητα επιβάλλεται ως αξία, η καθυστέρηση αποκτά σχεδόν αντιστασιακό χαρακτήρα.
Όπως επισημαίνει η Shoshana Zuboff στο The Age of Surveillance Capitalism, ο ψηφιακός καπιταλισμός ιδιοποιείται το ζωντανό ανθρώπινο βίωμα ως δωρεάν πρώτη ύλη για την εξαγωγή συμπεριφορικών δεδομένων.
Όταν κοιτάμε το ταβάνι, όταν αφαιρούμαστε, όταν απλώς βαριόμαστε, διαπράττουμε ένα ιδιότυπο οικονομικό σαμποτάζ, καθώς αρνούμαστε να παράγουμε δεδομένα. Για το σύστημα, ο άνθρωπος που στοχάζεται σιωπηλά είναι μια μαύρη τρύπα στην κερδοφορία του.
Η επιστροφή στη βαθιά ανία είναι η επιστροφή στην αυτονομία. Το να αντέχεις το κενό του χρόνου χωρίς την ανάγκη μιας έτοιμης αλγοριθμικής απάντησης σημαίνει ότι διασώζεις τα γνωστικά εργαλεία με τα οποία μπορείς να κρίνεις τον κόσμο.
Η σιωπή και η ανία δεν είναι δείκτες αδράνειας, αλλά οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να παραμείνουμε σκεπτόμενα υποκείμενα.
Να ξανακερδίσουμε το άχρηστο
Η βαρεμάρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, αλλά προϋπόθεση για την ανάπτυξη της σκέψης. Η επαναξιολόγηση του «άχρηστου» χρόνου αποτελεί κρίσιμο βήμα για την αποκατάσταση της γνωστικής ισορροπίας.
Η διεκδίκηση του κενού δεν σημαίνει απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με αυτήν.
Σημαίνει τη δημιουργία χώρων όπου η σκέψη μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πίεση, χωρίς άμεση ανταμοιβή, χωρίς συνεχή διέγερση.
Σε τελική ανάλυση, η ικανότητα να βαριέται κανείς δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά προϋπόθεση ελευθερίας.
Ένας εγκέφαλος που μπορεί να αντέξει τη σιωπή είναι ένας εγκέφαλος που μπορεί να σκεφτεί. Και η σκέψη, ως διαδικασία αργή και απαιτητική, παραμένει ίσως το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης αυτονομίας.










