«Μπορεί να μην είναι η ερώτησή σας, αλλά αυτή είναι η απάντησή μου»..... Γιώργος Τραπεζιώτης

Ο Ζωρζ Μαρσέ, ιστορικός ηγέτης του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στην διάρκεια εμφάνισής του στη γαλλική τηλεόραση στις 3 Φεβρουαρίου 1981, είχε δώσει μια χαρακτηριστική απάντηση που πέρασε στην Ιστορία όταν οι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι της εποχής επιχείρησαν να κατευθύνουν τη συζήτηση εκεί όπου οι ίδιοι ήθελαν, ενώ φούντωνε η αντιπαράθεση στους κόλπους της γαλλικής Αριστεράς.

 

«Μπορεί να μην είναι η ερώτησή σας, αλλά αυτή είναι η απάντησή μου», είπε χαρακτηριστικά θέτοντας τα ζητήματα που εκείνος έκρινε σκόπιμο να τεθούν στο δημόσιο διάλογο κόντρα στις επικοινωνιακές «τρικλοποδιές». Με την φράση του βέβαια να μην αποτελεί απλώς μια «έξυπνη ατάκα», αλλά επί της ουσίας μια ολοκληρωμένη πολιτική αντίληψη για τα πράγματα. Σαφώς ο πολιτικός δεν μπορεί να επιλέξει τις ερωτήσεις που θα δεχθεί. Μπορεί, όμως, να επιλέξει αν θα αφήσει τις παρελκυστικές ερωτήσεις να καθορίσουν τη συζήτηση – κατ’ επέκταση να οριοθετήσουν και τον δημόσιο διάλογο, θέτοντας την «ατζέντα».

 

Σε καιρούς επικοινωνιακά πονηρούς σαν και τους σημερινούς δε, αυτό το σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία.

 

Χθες ο Αλέξης Τσίπρας, στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε στο πλαίσιο της 90ης ΔΕΘ, επιχείρησε να θέσει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τη συζήτηση που αφορά στην επόμενη ημέρα της χώρας. Στο παραγωγικό μοντέλο, στην οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί, στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να δημιουργηθεί νέος πλούτος και να αυξηθούν τα εισοδήματα, αλλά και ευρύτερα στη δημοκρατική διακυβέρνηση με λαϊκό και ταξικό πρόσημο. Περιέγραψε δηλαδή μια εντελώς διαφορετική πολιτική κατεύθυνση – προς τα αριστερά. Εντελώς διαφορετική κι εκ διαμέτρου αντίθετη από εκείνη που έχει επιλέξει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος των κοινωνικών πιέσεων που η ίδια επιτρέπει να δημιουργούνται μέσα από παροχές κι επιδόματα. Και η διαφορά ανάμεσα στις δυο «σχολές σκέψεις» για πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα ασφαλώς και δεν είναι απλώς «τεχνική», αλλά βαθύτατα πολιτική.

 

Κι ακριβώς για αυτό τον λόγο είναι μια συζήτηση που αξίζει όχι απλώς να γίνει, αλλά πρέπει και να μην θαφτεί ή να μην χαθεί, μέσα στα διάφορα «θέματα της επικαιρότητας» που κατασκευάζει συστηματικά το γνωστό σύστημα της φιλοκυβερνητικής προπαγάνδας.

 

Το τελευταίο διάστημα, αντιμέτωπα με αυτή την πρακτική ήρθαν πρόσωπα που συνδέονται με την ΕΛ.Α.Σ. Ο Γιώργος Παππάς, μιλώντας για την «πατριωτική εισφορά», έκανε μια άστοχη αναφορά και στη συνέχεια έσπευσε άρον-άρον να διευκρινήσει τη θέση του – ενώ η ουσία της «πατριωτικής εισφοράς» δεν είναι άλλη από τη φορολόγηση του 1% των πλουσίων της χώρας κι όχι βέβαια οι θυρίδες ή τα χρυσαφικά. Προχθές, ο Γιώργος Σιακαντάρης, που συμμετείχε στη συγγραφή της διακήρυξης της ΕΛ.Α.Σ., αλλά δεν είναι στέλεχος του κόμματος, έκανε μια παρέμβαση στα κοινωνικά δίκτυα για τη γερμανική πολιτική πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται μετά την εκλογική επικράτηση της ακροδεξιάς AfD στο κρατίδιο της Σαξονίας/Άνχαλτ. Ένα ποστ όμως που διαστρεβλώθηκε από το ΠΑΣΟΚ και τελικά αποτέλεσε την τεχνητή αφορμή για να στηθεί μια συζήτηση περί δήθεν συνεργασίας του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, με την… Νέα Δημοκρατία.

 

Αν κάτι πρέπει να κρατήσει κανείς από αυτά τα δύο περιστατικά (που δεν είναι όμως και τα μοναδικά), είναι πως και στις δύο περιπτώσεις, το πολιτικό περιεχόμενο, η ουσία δηλαδή της συζήτησης, υποχώρησε μπροστά στη διαχείριση της εντύπωσης που άφησε. Σαφώς δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Σαφώς οι πολιτικοί αντίπαλοι της νεοσύστατης ΕΛ.Α.Σ θα αξιοποιήσουν μια κακή διατύπωση, ή θα απομονώσουν μια φράση. Θα της δώσουν τη δική τους ερμηνεία. Κι αυτό είναι μέρος της πολιτικής πραγματικότητας – και δεν πρόκειται να αλλάξει.

 

Αυτό που μπορεί να αλλάξει όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας νέος πολιτικός χώρος αντιδρά σε αυτήν την παραδοσιακή πρακτική συστηματικής εκτόξευσης λάσπης. Την στιγμή κατά την οποία αισθάνεσαι την ανάγκη να απαντήσεις «στις ερωτήσεις», αυτόματα παραχωρείς την πρωτοβουλία απέναντι. Κι όταν δαπανάς τον πολιτικό σου χρόνο εξηγώντας τι δεν εννοούσες, έχεις ήδη απομακρυνθεί από αυτό που αρχικά ήθελες κι έπρεπε να πεις.

 

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η πραγματική πρόκληση για τα νέα στελέχη της ΕΛ.Α.Σ. Τα οποία δεν χρειάζεται να είναι «αλάνθαστα». Χρειάζεται όμως – εκτός από προσεκτικά – να καταλαβαίνουν, να αντιλαμβάνονται ότι ρόλος τους είναι να θέτουν ατζέντα κι όχι να απαντούν στην κατασκευασμένη ατζέντα των αντιπάλων τους.

 

Η ΕΛ.Α.Σ. έχει την ευκαιρία πέραν του επικεφαλής της και σε επίπεδο στελεχών να μιλήσει απλά, κατανοητά και ουσιαστικά για το δικό της πολιτικό σχέδιο. Και να εξηγήσει – όπως έκανε χθες και ο εμπειρότερος πλέον Τσίπρας – τι σημαίνει στην πράξη αυτό το διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο που παρουσιάστηκε χθες στη ΔΕΘ και γιατί αυτό συνιστά πραγματική πολιτική εναλλακτική.

 

Εκεί βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής ηγεμονίας. Όταν εσύ ορίζεις, αποφασίζεις το τί θα συζητηθεί. Το πιο σημαντικό; Όταν συγχρόνως πετυχαίνεις να κάνεις την κοινωνία να συζητά τα ζητήματα που εσύ έθεσες δίχως να επιτρέπεις στους «απέναντι» να ορίσουν εκείνοι το ποια είναι η ερώτηση που «έχει σημασία».

 

MIND THE TRAP – Αθήνα 9,84