Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 φεύγει από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, ο Γιώργος Σεφέρης
Του Χρήστου Κουφάκου
Σαν σήμερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 φεύγει από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, ο Γιώργος Σεφέρης. Πολλοί τον θυμούνται για την πλούσια δημιουργική του δράση, όπως το ποιητικό και πεζογραφικό του έργο, στα ημερολόγιά του, στις επιστολές του, στις μεταφράσεις του, στα δοκίμια και στις μελέτες του και φυσικά στη βράβευσή του με Νόμπελ.
Ωστόσο, ο αντίκτυπος του Γιώργου Σεφέρη έμελλε να είναι καθοριστικός και την ημέρα της κηδείας του, η οποία αποτέλεσε αφορμή για το πλήθος του κόσμου που τον «συνόδευε» να εκδηλώσει με σθένος τα αντιδικτατορικά του αισθήματα.
Γιώργος Σεφέρης: Βιογραφικά στοιχεία
Ο Γιώργος Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Φοίτησε στο σχολείο της Σμύρνης και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο της Αθήνας. Πατέρας του ήταν ο Στέλιος Σεφεριάδης, δικηγόρος, σύμβουλος Επικρατείας και μετέπειτα καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μητέρα του η Δέσπω Τενεκίδη. Αδέλφια του ήταν η Ιωάννα, μετέπειτα σύζυγος του Κωνσταντίνου Τσάτσου, και ο Άγγελος, που πέθανε στην Αμερική το 1950.
Ο Έλληνας ποιητής ανδρώθηκε μέσα σε προοδευτικό δημοκρατικό περιβάλλον. Ο πατέρας του, με το υπόβαθρο που είχε, συγκαταλέχθηκε στους πιο θερμούς δημοτικιστές, όπου, μάλιστα, παύτηκε για τα δημοκρατικά του φρονήματα δυο φορές από το Πανεπιστήμιο, το 1920 και το 1938. Έτσι, ο Σεφέρης γαλουχήθηκε από μικρός με τις αξίες της ελευθερίας και της ελεύθερης σκέψης.
Το 1914, η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με τον Έλληνα ποιητή να ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές. Μετέπειτα, το 1918, η οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι, με τον Γιώργο Σεφέρη να σπουδάζει Νομική και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού κι εκεί να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Σορβόννη, ο Σεφέρης μετέβη το καλοκαίρι του 1924 στο Λονδίνο για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα.
Το 1925, ο Γιώργος Σεφέρης επέστρεψε στην Αθήνα. Ξεκίνησε να γράφει το προσωπικό του ημερολόγιο, ενώ το 1926, άρχισε το μυθιστόρημά του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Παράλληλα, έγινε δεκτός στο Βασιλικό Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, υπηρετώντας σε Ελλάδα και εξωτερικό (Αγγλία και Αλβανία) ως το 1964. Ειδικότερα, πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διετέλεσε υποπρόξενος στο Λονδίνο (1931-34), πρόξενος στην Κορυτσά (1936-37), και, από το 1938, προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.
Εν τω μεταξύ, από το καλοκαίρι του 1936, ξεκίνησε ο δεσμός του Σεφέρη με τη Μαρίκα Λόντου (το γένος Μ. Ζάννου). Παντρεύτηκαν λίγο αργότερα, το 1941, και αμέσως μετά έφυγαν με την Ελληνική Κυβέρνηση για την Κρήτη και από εκεί για την Αλεξάνδρεια.
Με την είσοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο, ο Σεφέρης ακολούθησε την Ελληνική Κυβέρνηση στην Κρήτη, στην Αίγυπτο, στη Νότιο Αφρική (όπου υπηρέτησε στην Ελληνική πρεσβεία), στην Αίγυπτο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης), και στην Ιταλία (1941-44), επιστρέφοντας στην απελευθερωμένη Αθήνα το 1944.
Μετέπειτα, συνέχισε το έργο του στο Υπουργείο Εξωτερικών, κατέχοντας διπλωματικές θέσεις στην Άγκυρα (1948-1950) και στο Λονδίνο (1951-1953). Διορίστηκε υπουργός στον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ (1953-1956) και διετέλεσε Πρέσβης της Ελλάδος στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1957 έως το 1961, στην τελευταία του θέση προτού συνταξιοδοτηθεί στην Αθήνα.
Οι τιμητικές διακρίσεις του Γιώργου Σεφέρη ήταν πολλές και σημαντικές, περιλαμβάνοντας τιμητικά διδακτορικά από διάσημα πανεπιστήμια του κόσμου και το βραβείο Νόμπελ. Το 1947, έλαβε το έπαθλο Παλαμά. Μετέπειτα, το 1960, ξεκίνησε μια τριετία διακρίσεων, καθώς αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, το 1961 του απονεμήθηκε το βραβείο Foyle και, το 1963, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Όσον αφορά τον ακαδημαϊκό κλάδο, το 1964, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Το 1965, του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Φοίνικος, ενώ αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας και στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.
Το 1966 έγινε επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences και το 1968 εκλέχθηκε, για μια τρίμηνη περίοδο (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος), εταίρος του Institute for Advanced Study στο Πρινστον. Από τις τελευταίες διακρίσεις που του απονεμήθηκαν ήταν η εκλογή του ως μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters το 1971.
Ιδέες και τα σπουδαία έργα του Γιώργου Σεφέρη
Κρίνοντας από το έργο του ποιητή, λαμβάνουμε υπόψη την πλούσια μόρφωσή του, που ξεκινάει από την εξοικείωση με τα κείμενα των αρχαίων στα οποία συνάντησε τα διδάγματα της αιώνιας κληρονομιάς του πνεύματος, μετέπειτα από τα διδάγματα στους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, μέχρι το 1821 και τους διαδόχους της, όπως τον Μακρυγιάννη. Ο κόσμος της «ρωμιοσύνης» τον συντροφεύει, αποτυπώνεται μέσα από τα οράματά του και αυτόν προσπαθεί να αποτυπώσει μέσα από τους στίχους των ποιημάτων του.
Τα συνεχή ταξίδια του Σεφέρη έδωσαν στον ποιητή ένα υπόβαθρο, ιδέες και γνώσεις για το πνεύμα της εποχής, με τα οποία δούλεψε και δημιούργησε ξεχωριστά έργα. Σύμφωνα με πηγή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αυτά τα βιώματα, κατέστησαν τον Σεφέρη ένθερμο υποστηρικτή της υπερρεαλιστικής ποίησης στην Ελλάδα, με τον ποιητή να είναι επηρεασμένος από τον «Συμβολισμό» του Γάλλου Πωλ Κλωντέλ, του Αμερικανού Έσδρα Πάουντ και του Άγγλου Τ.Σ. Έλιοτ.
Εκτός αυτών των επιρροών, σημαντική επίδραση στο έργο του Σεφέρη είχε και ο πόνος του ξεριζωμού, η ανάμνηση της χαμένης πατρογονικής εστίας και η μνήμη (ανάμνηση ενδεχομένως), η οποία εκφράζει τον πόνο σε κάθε της πτυχή. Γι’ αυτό, όπως αναφέρει η πηγή, σε ολόκληρο το οικοδόμημά του, με υπομονή και επιμονή, προσπαθεί να πλάσει το τέλειο υπόδειγμα της καθαρά ελληνικής αρετής, η οποία συνοψίζεται στα εξής χαρακτηριστικά: την καθαρή κρίση, το ανθρώπινο θάρρος, την ασίγαστη λαχτάρα για δημιουργία, την αγάπη για την αλήθεια και την ελευθερία, και την αποφυγή κάθε υπερβολής, η οποία σχετίζεται με τον όρο «φρόνημα» που έδιναν οι αρχαίοι.
Πάντως, η πηγή δεν παραβλέπει το γεγονός ότι η ποίηση του Σεφέρη ένα πρόβλημα: υπάρχουν δυο εναλλασσόμενα πρόσωπα, που μας πιστοποιούν τον διχασμό του ποιητή. Τα απλά και ευκολονόητα ποιήματα και τα κλειστά, τα δύσκολα ποιήματα.
Τα σπουδαιότερα έργα
Η πρώιμη γραφή του Γιώργου Σεφέρη σχετίζεται άμεσα με την ποιητική συλλογή «Στροφή» (1931), η οποία εκδόθηκε σε 200 αριθμημένα αντίτυπα. Εδώ, μιλάμε για μια ομάδα στίχων με ομοιοκαταληξία, έντονα επηρεασμένων από τους Γάλλους Συμβολιστές. Για το έργο του Σεφέρη απέστειλε επιστολή ο Κωστής Παλαμάς προς τη Νέα Εστία γράφοντας: «δυο παράγοντες συνιστούν την ποιητική γλώσσα: Το παραδομένο, δηλαδή τους γνωστούς, δοκιμασμένους από τα χρόνια και πολυμεταχειρισμένους τρόπους, και το απαράδεκτο, όπου μας παραστέκει η φοβέρα του ασύλληπτου και του ακατανόητου και όπου ο Σεφέρης βρίσκει το στοιχείο του. Τα ποιήματα της Στροφής είναι κρυπτογραφικά. Χρειάζονται κάποιο κλειδί που δεν το βλέπω». Αυτός ο προβληματισμός θα μπορούσαμε να πούμε ότι σχετίζεται με το ένα «πρόσωπο» της ποίησης του Σεφέρη.
Έναν χρόνο αργότερα και το πρώτο έργο του, ο Γιώργος Σεφέρης δημοσιεύει ένα μακροσκελές ποιητικό έργο με τίτλο «Η Στέρνα». Το έργο αυτό δεν είχε όνομα συγγραφέα, εκτός από 50 αντίτυπα. Οι στίχοι του έργου διακρίνονται για την εξαιρετική διαφάνεια και κρυσταλλική καθαρότητα, το νόημα όμως, κρίνεται σκοτεινό και απαραβίαστο. Σύμφωνα με τις πηγές, η Στέρνα, η «Κίχλη» και τα «Τρία κρυφά ποιήματα», ανήκουν στην κατηγορία των έργων του Σεφέρη τα οποία προσφέρουν στους κριτικούς ανεξάντλητα πεδία ερμηνείας, χωρίς να καταφέρνουν να «ξεκλειδώσουν» τις αληθινές σκέψεις του συγγραφέα.
Για το ζήτημα έχει αναφέρει ο Σεφέρης: «Στον καιρό μας η ποίηση έγινε πιο πυκνή, πιο ελλειπτική, πιο δύσκολη, και όσο κι αν πιστεύω πως για τον ασκημένο φίλο της τέχνης, τέχνη δύσκολη δεν υπάρχει, αισθάνομαι και συμπαθώ την πίκρα του αυτοδίδακτου, που βλέπει ότι έρχεται σ’ επαφή με πολύ μικρότερο κοινό, παρά ένας ηθοποιός του ελαφρού θεάτρου. Δεν ισχυρίζομαι, ακόμα, ότι άλλη ποίηση, περισσότερο ανοιχτή δεν μπορεί να γίνει. Λέω μόνο ότι πρώτα μ’ ενδιαφέρει η συντήρηση της ποίησης, έστω κι αν για τρεις μόνους ανθρώπους, κι έπειτα η πλατύτερη επαφή με τον κόσμο».
Σύμφωνα με τις πηγές, η ώριμη φάση της ποίησης του Σεφέρη, στην οποία κάποιος αισθάνεται μια επίγνωση της παρουσίας του παρελθόντος και ιδιαίτερα του μεγάλου παρελθόντος της Ελλάδας σε σχέση με το παρόν της, σηματοδοτείται με την εμβληματική ποιητική συλλογή «Μυθιστόρημα» (1935). Η συγκεκριμένη συλλογή αποτελείται από είκοσι τέσσερα σύντομα ποιήματα που μεταφράζουν τους οδυσσειακούς μύθους σε σύγχρονο ιδίωμα. Το έργο εκδόθηκε σε 150 αριθμημένα αντίτυπα.
Η ποιητική συλλογή κρίνεται ως το αποφασιστικό βήμα του ποιητή στην κατεύθυνση των πρωτοποριακών ρευμάτων της εποχής. Για πρώτη φορά, ο μύθος και συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες θα αποτελέσουν βασικά στοιχεία της συγγραφής του Σεφέρη. Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι ένας απόηχος από μνήμες, αναπολήσεις και σπαραγμούς της Μικρασιατικής καταστροφής, που αποδίδονται με δραματικό τρόπο, αυστηρά οργανωμένη ποιητική τέχνη, απέριττη γλωσσική διαύγεια, λυρισμό και απαισιόδοξη πνευματικότητα. Κι εδώ, μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής συγκαταλέγεται λεγόμενα «κλειστά» ποιήματα του Σεφέρη.
Στο «Τετράδιο Γυμνασμάτων», 1940, «Ημερολόγιο Καταστρώματος» (Ημερολόγιο Ι), 1940, «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β» (Ημερολόγιο ΙΙ), 1944, «Κίχλη» (Τσίχλα), 1947, και «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ» (Ημερολόγιο ΙΙΙ), 1955, ο Σεφέρης εμβαθύνει στα θέματα που ανέπτυξε στο Μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας την Οδύσσεια του Ομήρου ως συμβολική πηγή. Ωστόσο, στον «Βασιλιά της Ασίνης» (Ημερολόγιο Ι), που θεωρείται από πολλούς κριτικούς το καλύτερο ποίημά του, η πηγή είναι μια μοναδική αναφορά στην Ιλιάδα σε αυτόν τον σχεδόν ξεχασμένο βασιλιά.
Όσον αφορά το έργο «Τρία Κρυφά Ποιήματα» (Τρία Μυστικά Ποιήματα), 1966, αποτελείται από είκοσι οκτώ σύντομα λυρικά κομμάτια που αγγίζουν τα όρια του σουρεαλιστικού.
Εκτός των ποιητικών συλλογών, ο Σεφέρης έχει δημοσιεύσει μια συλλογή δοκιμίων («Δοκιμές», 1962), μεταφράσεις έργων του Τ.Σ. Έλιοτ , και μια συλλογή μεταφράσεων Αμερικανών, Άγγλων και Γάλλων ποιητών με τίτλο Antigrafes (Copies), του 1965. Τα ποιήματα του Σεφέρη (1924-1955) έχουν δημοσιευτεί τόσο σε ελληνική έκδοση (Αθήνα, 1965) όσο και σε αμερικανική έκδοση με μεταφράσεις en face (Πρίνστον, 1967).
Η κηδεία – διαδήλωση κατά της χούντας
Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου: «Η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, του μοναδικού Νομπελίστα της Ελλάδας, μετατράπηκε σήμερα σε μαζική εκδήλωση αντίθεσης προς το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας, καθώς χιλιάδες άνθρωποι βάδισαν πίσω από το φέρετρο προς το νεκροταφείο, τραγουδώντας τραγούδια που έχουν απαγορευτεί βάσει του ισχύοντος στρατιωτικού νόμου.
Το πλήθος που συνέρρεε στη μικρή εκκλησία και στην αυλή της στην Πλάκα, την παλιά συνοικία της Αθήνας όπου είχε εκτεθεί η σορός του ποιητή, διπλωμάτη και δηλωμένου εχθρού του καθεστώτος, ξέσπασε σε χειροκροτήματα καθώς το φέρετρο τοποθετούνταν στο εσωτερικό του ναού.
Στην κηδεία παρέστησαν ξένοι διπλωμάτες με επικεφαλής τον Βρετανό πρέσβη, Σερ Ρόμπιν Χούπερ. Ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών, Χένρι Τζ. Τάσκα, επισκέφθηκε νωρίτερα σήμερα την εκκλησία για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του στην οικογένεια».
Με αυτά τα λόγια, οι NY Times έγραψαν για τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, αλλά κυρίως, αναφέρθηκαν στις συγκλονιστικές στιγμές της κηδείας του, με τους πλήθος, κυρίως νέοι άνθρωποι, να τραγουδούν απαγορευμένα τραγούδια από τη χούντα, να διαδηλώνουν με συνθήματα κατά του απολυταρχικού καθεστώτος, φωνάζοντας «Δημοκρατία – Ελευθερία».
Βέβαια, αυτές οι αντιδράσεις δεν προήλθαν μόνο ως φυσικό επακόλουθο της καταπίεσης που βίωναν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες την περίοδο της δικτατορίας, αλλά στο πρόσωπο του Γιώργου Σεφέρη είχαν βρει το πρόσωπο της αντίστασης, ενός ακατάβλητου πολεμιστή, που μόχθησε για την ελευθερία της Ελλάδας.
Ο Σεφέρης ήρθε αντιμέτωπος με το καθεστώς, αρχικά αρνούμενος να δημοσιεύσει έργα του. Παράλληλα, οκτώ μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ τον είχε προσκαλέσει να διδάξει ως καθηγητής της έδρας Charles Eliot Norton για το ακαδημαϊκό έτος 1969-70, με τον Έλληνα ποιητή να αρνείται αναφέροντας: «…αν δεν υπάρχει ελευθερία της έκφρασης στον ίδιο σου τον τόπο, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Η κατάσταση του αυτοεξόριστου δε με ελκύει∙ θέλω να μείνω με το λαό μου και να μοιραστώ τα γυρίσματα της τύχης του […]».
Ένα χρόνο αργότερα, στις 29 Μαρτίου 1969, προέβη σε ευθεία ρήξη με το καθεστώς με την ιστορική του δήλωση, η οποία παρατίθεται στη συνέχεια αυτούσια:
«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δεν σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα· εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:
Κλείνουν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολοδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πώς τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.
Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ τον Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.»










