Απαλλαγή λόγω αμφιβολιών για Ρωμανό και Α.Κ. Πώς ήταν δέσμιοι 17 μήνες για τμήμα αποτυπώματος

Γιάννης Τσακαρισιάνος

 

Γιατί το Εφετείο γκρέμισε το «σαθρό» οικοδόμημα της Αντιτρομοκρατικής, βάζοντας τέλος στο δικαστικό θρίλερ.

 

Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων σήμανε το κλείσιμο ενός από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής δικαστικής χρονικογραφίας. Σε μια απόφαση που αναμενόταν με κομμένη την ανάσα, η έδρα, ταυτιζόμενη πλήρως με την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως, ανακοίνωσε την απαλλαγή λόγω αμφιβολιών του Νίκου Ρωμανού, του Α.Κ. και του Δ.Π. Για τους τρεις νεαρούς, η λέξη «ελεύθεροι» ήρθε να σβήσει το βάρος 16 και πλέον μηνών εγκλεισμού, μια περίοδο που η δικαιοσύνη έμοιαζε να ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στα προστάγματα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας της ΕΛΑΣ, για εξάρθρωση της τρομοκρατίας και την τήρηση των θεμελιωδών εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

 

Το χρονικό αυτής της πολυεπίπεδης περιπέτειας ξεκίνησε στα ερείπια ενός διαμερίσματος στην οδό Αρκαδίας, στους Αμπελοκήπους, τον Οκτώβριο του 2024. Η ισχυρή έκρηξη που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο κτίριο και άφησε πίσω της έναν νεκρό και μια βαριά τραυματισμένη γυναίκα, έθεσε αμέσως σε συναγερμό την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία. Στο επίκεντρο της ποινικής αξιολόγησης βρέθηκαν πρόσωπα που κρίθηκαν ότι είχαν άμεση εμπλοκή στις δραστηριότητες της οργάνωσης. Η Μαριάννα Μανουρά και η Δήμητρα Ζ. κρίθηκαν ένοχες για το σύνολο των κατηγοριών, με το δικαστήριο να αναγνωρίζει τη Μανουρά ως υπαίτια για την προμήθεια και κατασκευή των εκρηκτικών υλών, την πρόκληση της έκρηξης και τη διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Ωστόσο, για τον Νίκο Ρωμανό και τους λοιπούς κατηγορουμένους, η ιστορία γράφτηκε με διαφορετικά, πολύ πιο σκοτεινά και αμφίβολα μελάνια.

 

Ένα «καφκικό» θρίλερ

 

Η υπόθεση εναντίον του Ρωμανού και του Α.Κ. εξελίχθηκε σε ένα πραγματικό «καφκικό» θρίλερ, το οποίο είχε ως κεντρικό πρωταγωνιστή ένα αντικείμενο καθημερινής χρήσης: μια σακούλα σκουπιδιών. Αυτό το ταπεινό εύρημα, που κατάφερε να «επιβιώσει» από μια έκρηξη ικανή να γκρεμίσει τοίχους, έμελλε να γίνει το μοναδικό και απόλυτο θεμέλιο της κατηγορίας σε βάρος των δύο νεαρών. Μέσα στη σακούλα βρέθηκε ένα όπλο, το οποίο όμως ήταν «καθαρό» από κάθε βιολογικό υλικό ή αποτύπωμα. Το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο ήταν ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος των δύο νεαρών πάνω στην πλαστική επιφάνεια της σακούλας. Αυτό το εύρημα, κυριολεκτικά και μεταφορικά «μοναδικό», κρίθηκε από τις αρχές ικανό όχι μόνο για την άσκηση δίωξης για πλήθος κακουργημάτων, αλλά και για την επιβολή της προσωρινής κράτησης.

 

Η υπεράσπιση των δύο νεαρών έδωσε από την πρώτη στιγμή μια σκληρή μάχη, κάνοντας λόγο για ένα «διάτρητο» και σαθρό στοιχείο που δεν μπορούσε να σταθεί σε καμία σοβαρή δικαστική κρίση. Το επιχείρημα ήταν απλό αλλά ισχυρό: η ύπαρξη ενός αποτυπώματος σε ένα κινητό αντικείμενο ευρείας κατανάλωσης δεν μπορεί να αποδείξει τη συμμετοχή σε μια τρομοκρατική οργάνωση, ειδικά όταν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της έρευνας είναι αρνητικά. Πράγματι, η έκθεση συνδυαστικής εξέτασης βιντεοληπτικού υλικού από την ΔΑΕΕΒ ήταν καταλυτική. Οι κάμερες ασφαλείας και η ανάλυση των κινήσεων στην περιοχή κατέδειξαν ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ το διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας. Επιπλέον, η εξονυχιστική έρευνα των αρχών δεν κατάφερε να ανιχνεύσει DNA κανενός εκ των τριών σε κανένα από τα εκατοντάδες κατασχεθέντα αντικείμενα.

 

nikos romanos 1 1

 

Ακατάλληλα για ταυτοποίηση

 

Η δικαστική διαδρομή όμως ήταν γεμάτη εμπόδια. Τον Ιούνιο του 2025, η ανακρίτρια της υπόθεσης, σε μια κίνηση που πρόδιδε την ανάγκη για περαιτέρω διευκρινίσεις, ζήτησε νέο έλεγχο στη σακούλα από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ). Η απάντηση που ήρθε λίγες μέρες μετά ήταν σοκ για το οικοδόμημα του κατηγορητηρίου. Η ΔΕΕ παραδέχθηκε εγγράφως ότι στη σακούλα βρέθηκαν τελικά και άλλα τμήματα αποτυπωμάτων, τα οποία όμως κρίθηκαν ακατάλληλα για ταυτοποίηση λόγω έλλειψης ευκρινών χαρακτηριστικών. Αυτή η παραδοχή αναίρεσε τη «μοναδικότητα» των αρχικών ευρημάτων και αποκάλυψε πως η σακούλα είχε περάσει από πολλά χέρια, καθιστώντας το αποτύπωμα του Ρωμανού και του Α.Κ. ένα στοιχείο χωρίς καμία αποδεικτική αξία σύνδεσης με την τρομοκρατική πράξη.

 

Παρά τα κενά αυτά, ο μηχανισμός της προφυλάκισης συνέχισε να λειτουργεί ακάθεκτος. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, «διαβάζοντας» με τον δικό του τρόπο τα νέα δεδομένα, παρέτεινε την κράτηση των νεαρών, υιοθετώντας ένα σκεπτικό που προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Στο ευρύ κοινό φάνηκε η δικαιοσύνη να ευθυγραμμίζεται με μια «ντιρεκτίβα» του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σχετικά με τους «συνήθεις υπόπτους» της νεότερης γενιάς αναρχικών. Το σκεπτικό του Συμβουλίου έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι, επειδή τα νέα αποτυπώματα ήταν ασαφή, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι ανήκαν και αυτά στους ίδιους τους κατηγορούμενους, μια λογική απόδειξη του πως ο «Διώκτης» προσαρμόζει τα δεδομένα στο αφήγημά του.

 

Η πρώτη χαραμάδα ελπίδας φάνηκε τον Οκτώβριο του 2025, όταν ο αρμόδιος Εισαγγελέας, με μια θαρραλέα πρόταση προς το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, ζήτησε την αποφυλάκισή τους. Διαπίστωσε ότι κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη κράτηση. Ωστόσο, το δικαστικό συμβούλιο διαφοροποιήθηκε και πάλι, επιλέγοντας την παράταση του εγκλεισμού με ορίζοντα το 18μηνο. Αυτή η εμμονή σε ένα αποδεικτικό στοιχείο που είχε πλέον καταρρεύσει επιστημονικά, μετέτρεψε την προφυλάκιση σε μια άτυπη «προκαταβολή ποινής» για πρόσωπα που το σύστημα είχε ήδη προδιαγράψει ως ένοχα λόγω του παρελθόντος τους.

 

«Βολικά» ευρήματα

 

Η σημερινή απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων έρχεται να αποκαταστήσει την τάξη και να θυμίσει ότι η δικαιοσύνη για ακόμα μία φορά δεν μπορεί να βασίζεται σε εικασίες ή σε «βολικά» ευρήματα. Η εισαγγελέας της έδρας ήταν καταπέλτης: δεν προέκυψαν αδιάσειστα στοιχεία που να συνδέουν τον Νίκο Ρωμανό, τον Α.Κ. και τον Δ.Π. με την οργάνωση ή την κατασκευή του εκρηκτικού μηχανισμού. Η παραδοχή της ίδιας της Μαριάννας Μανουρά, η οποία δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο Α.Κ. της είναι άγνωστος, ήρθε να σφραγίσει την αλήθεια που η υπεράσπιση φώναζε επί 17 μήνες.

 

Η υπόθεση της οδού Αρκαδίας θα μείνει στην ιστορία ως μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα μπορεί μια σακούλα σκουπιδιών να μετατραπεί σε δεσμά, όταν η ανάγκη για επικοινωνιακές επιτυχίες στην καταστολή υπερκαλύπτει την ανάγκη για ουσιαστική έρευνα. Οι τρεις νεαροί επιστρέφουν στις οικογένειές τους, κουβαλώντας όμως το στίγμα και την κούραση μιας περιπέτειας που δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί ποτέ. Το δικαστικό θρίλερ τελείωσε, αλλά οι ερωτήσεις για το πώς και το γιατί αυτοί οι άνθρωποι στερήθηκαν την ελευθερία τους για τόσο μεγάλο διάστημα χωρίς επαρκή στοιχεία, θα συνεχίσουν να πλανώνται πάνω από την πλατεία της Δικαιοσύνης. Σήμερα, η αμφιβολία δεν ήταν απλώς ένας νομικός όρος· ήταν η μόνη έντιμη διέξοδος για μια δικαιοσύνη που βρέθηκε στο χείλος της «Ύβρις» – να στείλει στη φυλακή αθώους ανθρώπους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ