The house is black

Άμνετ, Σαίξπηρ, Τζέσι Μπάκλεϊ, Φόρουγκ Φαροχζάντ, Τhe house is black, Όσκαρ ― ένα πολυπόστ

 

Μ' AΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ της Φόρουγκ Φαροχζάντ, μερικά πολύ.

 

Το 1954 στην Τεχεράνη ήθελε κότσια να μπεις στα γραφεία ενός λογοτεχνικού περιοδικού και να αφήσεις το πρώτο χειρόγραφό σου, που περιγράφει τη σαρκική σου έκσταση (ναι, σαρκική· ναι, έκσταση) με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού.

 

Και να δημοσιευτεί. Με το όνομά σου και τη φωτογραφία σου. Ενώ είσαι παντρεμένη με άλλον (με παιδί). 

 

The house is black

Φωτογραφία της Φόρουγκ Φαροχζάντ στη σελίδα 2, τεύχος 701, του περιοδικού Sepid va Siyah, Μάρτιος 1966.

 

ΑΜΑΡΤΙΑ
της Forough Farrokhzād

Αμάρτησα μιαν αμαρτία γεμάτη ηδονή
σε μια αγκαλιά που ήταν ζεστή και πύρινη
αμάρτησα μέσα σε μπράτσα,
που ήταν καυτά, εκδικητικά και σιδερένια.

Σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό
Κοίταξα μέσα στα μάτια του, τα γεμάτα μυστικά,
η καρδιά μου έτρεμε ανυπόμονη στο στήθος μου
από τις παρακλήσεις και τη λαχτάρα των ματιών του.

Σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό
κάθισα δίπλα του, ζαλισμένη από τη μέθη,
τα χείλη του έχυσαν πόθο πάνω στα χείλη μου,
λυτρώθηκα απ' τη θλίψη της αγριεμένης μου καρδιάς.

Ψιθύρισα στ’ αυτιά του την ιστορία του έρωτα:
«Εσένα θέλω, αγαπημένε μου,
εσένα θέλω, αγκαλιά που μού δίνεις ζωή,
εσένα θέλω, τρελέ μου εραστή.»

Ο πόθος άναψε μια φλόγα στα μάτια του,
το κόκκινο κρασί χόρεψε στο ποτήρι,
το σώμα μου, στο μαλακό κρεβάτι,
ρίγησε απαλά πάνω στο στήθος του.

Αμάρτησα μιαν αμαρτία γεμάτη ηδονή
πλάι σε ένα σώμα που τρέμει εξαντλημένο.
Θεέ μου, πού να ξέρω τι έκανα
σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό.

 

d

 

s

Η Φόρουγκ Φαροχζάντ και ο αδελφός της, Μεχρντάντ Φαροχζάντ, στο καμπαρέ της Τεχεράνης «Shokoofeh Now» τη δεκαετία του 1940.

 

Το «Αμαρτία» έπεσε σαν κεραυνός πάνω στον οκνηρό μικροαστισμό της Περσίας του Σάχη. «Έτσι θα κάνουν τώρα οι γυναίκες μας;», σκέφτηκαν οι άντρες. Και οι γυναίκες διχάστηκαν. Οι μεν είδαν ότι η ζωή δεν τελειώνει στον τοίχο της αυλής τους, οι δε μίσησαν τη Φαροχζάντ επειδή διεκδίκησε όσα εκείνες δεν τολμούσαν.

 

«ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ;» ρώτησε τη μεταφράστριά της στα αγγλικά, Sholeh Wolpe, μια συγγενής της στην Τεχεράνη. Aυτή περίπου ήταν η στάση της κοινωνίας τότε. 

 

«Aυτή η πόρνη», όμως, είχε κάνει μια εκρηκτική ανατροπή στην περσική λογοτεχνική παράδοση – παράδοση που δεν τη λες και χθεσινή: Πρώτον εξέφραζε ως γυναίκα τον έρωτά της για έναν άντρα, μετά από αιώνες που συνέβαινε μόνο το αντίθετο. Δεύτερον, δεν χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, όπως συνηθιζόταν. Τρίτον, δήλωνε ότι έκανε σεξ εκτός γάμου. Τέταρτον, δεν υπήρχε ίχνος μεταμέλειας ή τύψης για την «αμαρτία» που διεπράχθη – δεν ήταν «παραστρατημένη», ούτε την εκμεταλλεύτηκαν, ούτε την αποπλάνησαν: ήθελε να πάει με έναν άλλο άντρα και πήγε! Φωτογραφίζεται κλείνοντας το μάτι σε ένα καμπαρέ κι ανάβει το τσιγάρο της με αέρα ντίβας. Κυβερνά ακόμη ο Σάχης, αλλά η κοινωνία μουσκεύει στο κουτσομπολιό – ένα πνευματικό χωριό η Τεχεράνη. 

 

Το ένα σκάνδαλο θα φέρει το άλλο. Εγκαταλείπει τον άντρα της μετά από τρία χρόνια γάμου. Tο δικαστήριο τής αφαιρεί την επιμέλεια του παιδιού. Kάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Tην κλείνουν έναν μήνα σε ψυχιατρείο. «Είμαι πια μόνη, εντελώς» γράφει σε ένα γράμμα της από τον εγκλεισμό. Υφίσταται σειρά ηλεκτροσόκ. Ανανήπτει. Ταξιδεύει στην Ευρώπη. Ξαναερωτεύεται.

 

Χτενίζοντας τα σκουπίδια για λέξεις και ρίμες», Η Ιρανή ποιήτρια Φορούγκ  Φαρροχζάντ (1934-1967) | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Η Φόρουγκ Φαροχζάντ κοντά στην Τεχεράνη περίπου το 1966.

 

Η ποίησή της γίνεται όλο και πλούσια. Ειλικρινής, με την αφοπλιστική σκληρότητα που έχουν τα παιδιά. Ο αισθησιασμός της μονοθροεί και τρέμει σα μάτι ανθού που ξεδιπλώνεται στο πρώτο φως της άνοιξης, ώρες ώρες μού θυμίζει το Άσμα Ασμάτων, αυτήν τη δίχως σκέψεις παράδοση στην ευτυχία της σάρκας. Υπαρξιακά, το έχει δει όλο το παραμύθι, αλλά αντί για τον κυνισμό διαλέγει την αταραξία, το Nil Admirari. Είναι όμως και φύσει επαναστάτρια, φεμινίστρια πέραν του όρου: καταγγέλλει με ειρωνεία και τόλμη την υποκρισία της  πνευματικής ελίτ, την καταπιεστική δομή της κοινωνίας.

 

Το 1979, οι μουλάδες έρχονται στην εξουσία. Διατάσσουν τον εκδότη της να πάψει να την τυπώνει. Αρνείται. Τον φυλακίζουν και το τυπογραφείο του γίνεται παρανάλωμα πυρός σε μια νύχτα. 

 

Η Φαροχζάντ θα σκοτωθεί στα 32 της σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Όσα βιογραφικά σημειώματα διάβασα τελειώνουν με την ίδια εικόνα: τη θάβουν μια μέρα του Φεβρουαρίου στο νεκροταφείο της Τεχεράνης, υπό πυκνή χιονόπτωση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ