Λίγο πριν από τον ύπνο

Είναι ωραίο πράγμα να μπορείς να κάνεις ένα ζεστό μπάνιο και μετά να ξαπλώνεις σε καθαρά σεντόνια και αφράτες κουβέρτες, σκεφτόταν εκείνο το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθεί. Ετσι, μετά το μπάνιο, με νωπά ακόμα μαλλιά, κουκουλωμένη μέσα στα σκεπάσματα και ακούγοντας έξω από τα παράθυρα να πέφτει πυκνή βροχή.

 

Επινε μικρές γουλιές ενός χαλαρωτικού αφεψήματος - το είχε πάρει από ένα μαγαζάκι με βότανα. Tης είπαν ότι βοηθά να ηρεμεί το σώμα το βράδυ. Και ήθελε να κοιμηθεί. Είχε ανάγκη να κοιμηθεί.

 

Τελευταία, απέφευγε ακόμη και να δει τηλεόραση μέχρι πολύ αργά, δεν άνοιγε οθόνες στο κρεβάτι και κούραζε το σώμα της μήπως κοιμηθεί ευκολότερα. Δεν τα κατάφερνε πάντοτε. Απόδιωχνε τις σκέψεις που την πήγαιναν πολύ μακριά, προτιμούσε τα μικρά ημερήσια σχέδια, αυτά που φαίνονταν απλά και εφικτά, δεν έκανε όνειρα για το μακρινό μέλλον.

 

pablo picasso

 

Είχε αναπτύξει μια τακτική αυτοσυντήρησης, αποτέλεσμα εμπειριών πολλών πια χρόνων. Κι αν το μυαλό τολμούσε να ξεφύγει πολύ, το έβαζε στη θέση του: μέχρι εκεί που μπορείς. Πού ήταν αυτό; Συνήθως, πολύ πολύ κοντά. Αλλά μερικές φορές, πολύ μακριά, σε άλλες χώρες και θάλασσες, σε άλλους καιρούς. Για παράδειγμα, ονειρευόταν έναν μήνα διακοπές κοντά στη θάλασσα. Σε ένα μικρό δωμάτιο, άντε πέντε βήματα από την αμμουδιά, βιβλία, ένα σημειωματάριο, χρώματα, φρέσκα φρούτα και ένα αρμυρίκι για σκιά. Καλή παρέα, συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων και τα βράδια παρατήρηση των ουράνιων σωμάτων με υπόκρουση τον φλοίσβο.

 

Ή «εγκατάσταση» για λίγο καιρό σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη κουλτούρα, με ανθρώπους αλλιώτικους, με συνήθειες διαφορετικές. Να προσπαθήσει, παρατηρώντας ή μαθητεύοντας, να γίνει ένας από αυτούς, κάτι άλλο από αυτό που ήταν: να ανοίξει το μυαλό και η καρδιά της, να γίνει πιο πλούσια σε γνώση.

 

Αλλά η πραγματικότητα γρήγορα την προσγείωνε στο απαιτητικό τώρα, που δεν ήξερε από το αύριο τίποτα και δεν προλάβαινε ούτε να σκεφτεί ένα άλλο χθες. Αγαπούσε όμως τα όνειρα. Οχι αυτά που έβλεπε στον ύπνο. Συχνά τα ξεχνούσε άλλωστε, δεν της έμεναν για πολύ. Τα άλλα, αυτά που κάνει κανείς την ώρα που ρίχνει αλάτι στο φαγητό ή οδηγεί για το σουπερμάρκετ ή πηγαίνει με το μετρό στη δουλειά και οι άνθρωποι γύρω σπρώχνονται για ένα άδειο κάθισμα, παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια για να περάσει η ώρα ή μιλούν δυνατά στο τηλέφωνο, σαν κανείς να μην ακούει. Ποιος νοιάζεται άλλωστε; Οταν θα βγουν από το βαγόνι, κανείς δεν θα τους θυμάται. Ισως οι επιβάτες να νιώσουν ανακούφιση που έχει λίγο περισσότερο ησυχία.

 

Αυτά τα όνειρα δεν έχουν ακριβώς μορφή, ίσως να μην έχουν κι όνομα. Είναι περισσότερο μια κατάσταση, σαν θεατρική συνθήκη. Μια πραγματικότητα όχι ορατή, ίσως ούτε καν χειροπιαστή, αλλά βρίσκεται εκεί: σε περιβάλλει σαν αόρατο κουκούλι. Και νιώθεις ασφάλεια, ηρεμία, δεν πεινάς, δεν διψάς, δεν πονάς. Είσαι πλήρης, ευτυχής, γαλήνιος.

 

Τι κάνεις ακριβώς; Βρίσκεσαι σε μια μεγάλη αγκαλιά, κολυμπάς στη θάλασσα, κάθεσαι σε μια δροσερή σκιά και ακούς πουλιά να κελαηδούν, παίζεις με τα παιδιά, κι ας μην είσαι παιδί, τρως με το κουτάλι παγωτό φιστίκι Αιγίνης ή μυρίζεις φρεσκοφτιαγμένο καφέ.

 

Ενα ρίγος τη διαπέρασε στην πλάτη, σημάδι κούρασης, νύστας βαριάς πια. Η ώρα να αφήσει τα ωραία αυτά όνειρα είχε μάλλον φτάσει. Είχαν βαρύνει και τα μάτια, έτρεμε κάπως και το σώμα, βάραιναν και τα σκεπάσματα. Θα ερχόταν ο ύπνος και μετά μια μέρα πολύ πραγματική, ενδεχομένως και κάπως βαριά.

 

Αλλά εκείνη θυμήθηκε ξανά τον ποιητή:

 

«Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει/ οι μυρουδιές

έχουν την παιδική μας ηλικία/ μέσα στον ύπνο μας

κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια/ κι εγώ δεν έχω άλλο

όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες/ και να τις

πιστεύω»*.

Απόψε θα πιστέψω κι εγώ μία, σκέφτηκε. Κι αφέθηκε.

 

*Τάσος Λειβαδίτης, από τις «Βιολέτες για μια εποχή»

 

Αρχοντία Κάτσουρα

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ