Σημαίες στον Αέρα, Αλήθειες στο Πάτωμα..... Αντώνης Μπατζιάς


Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, η Ελλάδα φοράει τα καλά της, ή μάλλον, φοράει τα «δανεικά» της. Οι δρόμοι καθαρίζονται από τις λακκούβες (προσωρινά), οι σημαίες σιδερώνονται και η εθνική υπερηφάνεια βγαίνει από τη ναφθαλίνη για να κάνει μια βόλτα μερικών εκατοντάδων μέτρων μπροστά από την εξέδρα των επισήμων. Μόνο που φέτος, η οσμή της ναφθαλίνης δεν καταφέρνει να καλύψει τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από τα Τέμπη, ούτε τη δυσωδία της δικαστικής συγκάλυψης που έχει απλωθεί πάνω από τη χώρα σαν υγρή κουβέρτα.

 

Υπάρχουν εποχές που η υπερηφάνεια γεννιέται από επιτεύγματα και υπάρχουν εποχές που κατασκευάζεται από ανάγκη. Η Ελλάδα φαίνεται να ζει τη δεύτερη. Μια χώρα που δυσκολεύεται να πείσει τους πολίτες της ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, επενδύει στο χθες. Το χθες είναι ασφαλές. Δεν απαιτεί λογαριασμούς, δεν απαιτεί ευθύνες, ούτε μεταρρυθμίσεις. Μόνο τελετές.

 

Έτσι, η εθνική υπερηφάνεια γίνεται τελετουργία. Σημαίες σε μπαλκόνια που δεν πληρώνουν το στεγαστικό, παρελάσεις σε δρόμους με λακκούβες, λόγοι για την ελευθερία σε κοινωνίες που φοβούνται να μιλήσουν. Δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν αγαπούν την πατρίδα, είναι ότι η πατρίδα μοιάζει να τους ζητά συνεχώς να αποδείξουν την αγάπη τους. Σαν να είναι εξετάσεις. Χωρίς βαθμό. Χωρίς αποφοίτηση. Κι έτσι, όσο μεγαλώνει η αβεβαιότητα, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για εθνική αφήγηση. Για έναν μύθο που θα κρατήσει όρθια την πραγματικότητα

 

Το IQ της εθνικής κατάντιας

 

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, τη νοημοσύνη μας. Πρόσφατες έρευνες μας πληροφορούν ότι ο δείκτης νοημοσύνης στην Ελλάδα υπολείπεται του παγκόσμιου μέσου όρου. Σοκ; Καμία έκπληξη. Όταν μια χώρα επενδύει περισσότερο σε «Pass» επιβίωσης παρά σε βιβλιοθήκες, όταν η παιδεία μετατρέπεται σε έναν ατελείωτο μαραθώνιο αποστήθισης άχρηστων πληροφοριών και όταν το «εθνικό φρόνημα» διδάσκεται ως μια μορφή ιστορικού ναρκισσισμού, το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο.

 

Είμαστε οι «μετεξεταστέοι» της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα οι «πρωταθλητές» της αλαζονείας. Δοξάζουμε το 1821, την ώρα που το IQ μας δεν μας επιτρέπει καν να καταλάβουμε πώς μας κλέβουν το μέλλον μπροστά στα μάτια μας. Υπερηφανευόμαστε για τους προγόνους μας, λες και η ανδρεία είναι κληρονομική, ενώ η μόνη δική μας «ανδρεία» εξαντλείται στο να πατάμε το τηλεκοντρόλ για να δούμε ποιος θα αποχωρήσει από το επόμενο reality.

 

Οι συζητήσεις για χαμηλό δείκτη νοημοσύνης είναι εύκολες. Προσφέρουν αστεία, αλλά και προσβολές. Δεν προσφέρουν απαντήσεις. Η σκέψη γίνεται πολυτέλεια όταν η επιβίωση γίνεται προτεραιότητα. Η πραγματική τραγωδία δεν είναι αν είμαστε πιο έξυπνοι ή όχι, είναι το αν έχουμε σταματήσει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι. Κι όταν σταματάς να πιστεύεις, αρχίζεις να παρελαύνεις.

 

Δάσκαλοι-Νομάδες & Μαθητές-Στρατιωτάκια

 

Και μέσα σε αυτή την πνευματική ξηρασία, έρχεται η ώρα της οργάνωσης. Δάσκαλοι και καθηγητές, οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι διαμορφώνουν τις συνειδήσεις της επόμενης γενιάς, τρέχουν να στοιχίσουν τα παιδιά σε ευθείες γραμμές. Ποιοι; Αυτοί που τον Σεπτέμβρη έψαχναν απεγνωσμένα ένα δωμάτιο σε νησιά και επαρχίες, για να καταλήξουν να κοιμούνται σε AirBnB που κοστίζουν όσο ο μισός τους μισθός, ή ακόμα και σε σκηνές και αυτοκίνητα.

 

Είναι ο απόλυτος σουρεαλισμός ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι του, που ζει με το άγχος της έξωσης και της ακρίβειας, καλείται να εμφυσήσει στο παιδί την έννοια της «εθνικής ανεξαρτησίας». Ποιας ανεξαρτησίας; Της χώρας που έχει μετατρέψει τα σπίτια της σε ξενοδοχεία για τουρίστες και τους πολίτες της σε νομάδες; Οι δάσκαλοι αυτοί, οι «εξαθλιωμένοι λειτουργοί», οργανώνουν παρελάσεις για να τιμήσουν μια ελευθερία που οι ίδιοι δεν απολαμβάνουν ούτε στο ελάχιστο. Είναι η παρέλαση των ηττημένων, ντυμένη με γαλανόλευκα περιβλήματα.

 

Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι οργανώνουν παρελάσεις, διδάσκουν Ιστορία, μιλούν για ελευθερία. Με την αξιοπρέπεια εκείνων που ξέρουν ότι η πραγματικότητα δεν θα τους χειροκροτήσει ποτέ. Η παρέλαση συνεχίζεται και η παιδεία μετακινείται, όχι για να εξελιχθεί, μα για να επιβιώσει.. Το χειροκρότημα ακούγεται. Η επισφάλεια επιστρέφει στο σπίτι μαζί τους.

 

Rafale vs Fuel Pass

 

Την 25η Μαρτίου, ο ουρανός θα σκιστεί από τα Rafale και οι δρόμοι θα τρέμουν κάτω από τις ερπύστριες των Leopard. Δισεκατομμύρια ευρώ θα πετάξουν πάνω από τα κεφάλια ανθρώπων που μετρούν τα κέρματα για να δουν αν βγαίνει ο μήνας. Η απόλυτη ειρωνεία. Αγοράζουμε τα πιο σύγχρονα όπλα του πλανήτη για να προστατεύσουμε μια χώρα όπου οι πολίτες της περιμένουν το Fuel Pass μπας και καταφέρουν να πάνε στη δουλειά τους χωρίς να μπούνε «μέσα» οικονομικά.

 

Προστατεύουμε τι; Τα σύνορα; Ή μήπως την αισχροκέρδεια των διυλιστηρίων και των παρόχων ενέργειας; Το θέαμα των όπλων είναι το ναρκωτικό ενός λαού που πεινάει αλλά θέλει να νιώθει «ισχυρός». Μας λένε ότι «η Ελλάδα ισχυροποιείται», την ώρα που η μέση οικογένεια επιλέγει αν θα φάει κρέας ή αν θα πληρώσει το ρεύμα. Τα αεροπλάνα δεν τρώγονται, ούτε προσφέρουν ασφάλεια σε μια κοινωνία που νιώθει απροστάτευτη μέσα στο ίδιο της το σπίτι.

 

Ο Πόλεμος των άλλων & η δική μας υποτέλεια

 

Και μέσα σε όλα αυτά, είμαστε «μπλεγμένοι». Όχι μόνο οικονομικά, αλλά και στρατιωτικά. Στέλνουμε όπλα, στέλνουμε φρεγάτες σε θάλασσες που δεν γνωρίζουμε, παίζουμε τους γεωπολιτικούς παίκτες σε μια σκακιέρα που οι άλλοι ορίζουν τους κανόνες. Και το ερώτημα παραμένει: Αλήθεια, πόσοι θα πολεμούσαν σήμερα;

 

Όχι για την πατρίδα ως ιδανικό, αλλά για αυτή την Ελλάδα. Η πατρίδα ζητά υπερηφάνεια, ενότητα, θυσία. Αλλά μια κοινωνία κουρασμένη από σκάνδαλα και ατιμωρησία δυσκολεύεται να δώσει λευκή επιταγή. Για την Ελλάδα των υποκλοπών, των απευθείας αναθέσεων, των Τεμπών και της αστυνομικής αυθαιρεσίας. Ποιος θα πήγαινε στην πρώτη γραμμή για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα μιας ελίτ που τον αντιμετωπίζει ως αναλώσιμο ψηφοφόρο; Ο πόλεμος μας αφορά μόνο ως θεατές ενός μακάβριου σόου, γιατί η χώρα έχει πάψει προ πολλού να είναι κυρίαρχη. Είναι ένα franchise, ένα οικόπεδο προς πώληση, μια βάση διευκόλυνσης για τους ισχυρούς. Η ελευθερία μας είναι πλέον μια έννοια κενή περιεχομένου, μια λέξη που χρησιμοποιείται για να γεμίζει τους λόγους των πολιτικών στις 25 Μαρτίου. Και η εθνική ταυτότητα δεν χτίζεται με λόγια. Χτίζεται με εμπιστοσύνη. Την εμπιστοσύνη που είναι το πιο σπάνιο αγαθό στη σημερινή Ελλάδα.

 

Τέμπη: Η Ταφόπλακα της Δικαιοσύνης

 

Και φτάνουμε στο σημείο μηδέν. Στην κορυφή της πυραμίδας της ατιμωρησίας. Η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη εξελίσσεται σε ένα φιάσκο που θα ζήλευαν και οι πιο σκοτεινές δικτατορίες. Μια εξεταστική επιτροπή-παρωδία, μπάζωμα του χώρου του εγκλήματος πριν προλάβουν να στεγνώσουν τα αίματα, και μια κυβερνητική πλειοψηφία που σφυρίζει αδιάφορα, κουνώντας το δάχτυλο σε όποιον ζητά δικαιοσύνη.

 

Πώς μπορείς να παρελαύνεις μπροστά από μια εξέδρα πολιτικών που θεωρούν την ανθρώπινη ζωή ως «στατιστικό λάθος» ή ως «θυσία» για τον εκσυγχρονισμό; Πώς μπορείς να μιλάς για «κράτος δικαίου» όταν η δικαιοσύνη στην Ελλάδα κινείται με την ταχύτητα του καρβουνιάρη, ειδικά όταν πρόκειται για «δικά μας παιδιά»; Τα Τέμπη δεν ήταν ατύχημα. Ήταν η φυσική κατάληξη ενός κράτους που λειτουργεί με όρους συμμορίας, όπου η ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξατμιστεί. Η ατιμωρησία είναι πλέον το νέο εθνικό μας σύμβολο, πιο αναγνωρίσιμο κι από το εθνόσημο.

 

Το έγκλημα στα Τέμπη δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Ήταν μια αποκάλυψη. Μια στιγμή που η κοινωνία είδε γυμνή την αλήθεια της. Ένα κράτος που λειτουργεί με προχειρότητα. Μια Δικαιοσύνη που κινείται με ρυθμούς άλλης εποχής. Μια πολιτική τάξη που μιλά περισσότερο απ’ όσο ακούει. Οι γονείς των θυμάτων δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν κάτι πιο δύσκολο, δικαιοσύνη.

 

Και η δικαιοσύνη στην Ελλάδα είναι έννοια βαριά, σαν παλιό έπιπλο που όλοι μετακινούν αλλά κανείς δεν θέλει στο σπίτι του. Σε μια τέτοια συνθήκη, η εθνική υπερηφάνεια γίνεται άμυνα. Γιατί αν παραδεχτείς ότι το κράτος απέτυχε, πρέπει να παραδεχτείς ότι ζεις σε μια χώρα που δεν σε προστατεύει. Κι αυτό είναι πιο τρομακτικό από οποιαδήποτε οικονομική κρίση.

 

Η Δικτατορία της απάθειας

 

Ζούμε σε μια σύγχρονη δικτατορία; Αν ορίσουμε τη δικτατορία ως την επιβολή της θέλησης των λίγων πάνω στους πολλούς, με την παράλληλη κατάργηση κάθε ελέγχου και δικλείδας ασφαλείας, τότε η απάντηση είναι θλιβερά προφανής. Δεν χρειάζονται τανκς στους δρόμους για να καταλυθεί η δημοκρατία. Χρειάζεται μόνο ο έλεγχος των ΜΜΕ, η εξαγορά των συνειδήσεων με ψίχουλα και η εμπέδωση της αίσθησης ότι «τίποτα δεν αλλάζει».

 

Την ώρα που οι μαθητές θα παρελαύνουν, ας αναλογιστούμε τι τους παραδίδουμε. Μια χώρα-φάντασμα, γεμάτη χρέη, σκάνδαλα και μια ατελείωτη σειρά από «συγγνώμες» που δεν εννοεί κανείς. Η ελευθερία που τιμούμε είναι μια ανάμνηση, όχι μια πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι το κρύο βλέμμα των συγγενών των θυμάτων στα Τέμπη, που βλέπουν το κράτος να τους περιγελά.

 

Καλή παρέλαση, λοιπόν. Και μην ξεχάσετε να χειροκροτήσετε δυνατά. Όσο πιο δυνατά χειροκροτάτε, τόσο λιγότερο θα ακούγονται οι κραυγές αυτών που χάθηκαν και αυτών που δεν έχουν φωνή.

 

Αντώνης Μπατζιάς